Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Οι Ελληνες σφουγγαράδες του Τάρπον Σπρινγκς: Αλλάζοντας τη μοίρα μιας περιοχής

«Με το φως της αυγής αρχίζουν να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες. Οι δρόμοι είναι σημαιοστολισμένοι με γαλανόλευκες, αστερόεσσες και εκκλησιαστικά λάβαρα. Στα μαγαζιά κομψοτεχνήματα από κοράλλια ή όστρακα τραβούν. Γύρω από την εκκλησία, πλανόδιοι πουλούν πορτοκαλάδες ποπ κορν και μαλλί της γριάς. Ακούγεται η μελωδία μιας λατέρνας. Αυτή ή άγια μέρα είναι μέρα γιορτής», περιγράφει το ΝG στα 1947

Παντού τα γιορτάζει τα Θεοφάνια ο εκτός Ελλάδος Ελληνισμός. Με ευλάβεια και λαμπρότητα. Όμως η τελετή στο Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα είναι ιδιαίτερη και ιστορικά φορτισμένη.

Λογικό, αφού το Τάρπον Σπρινγκς είναι ένας άθλος της διασποράς. Ένα «χωριό» ελληνικού μόχθου και προκοπής. Πλασμένο σχεδόν από το μηδέν, χάρη στη ναυτοσύνη του Έλληνα.

H ελληνική ιστορία του τόπου αυτού –όπου θα βρεθεί σήμερα ο πρωθυπουργός- ξεκινά κάπου στα 1890. Τότε που ένας πλούσιος αμερικανός τραπεζίτης από την Φιλαδέλφεια, ονόματι John Κing Cheyney, έκρινε ότι τα σφουγγάρια του Κόλπου του Μεξικού ήταν ένας καλός τρόπος να αυγατίσει την περιουσία του και να βάλει το Τάρπον Σπρινγκς στον οικονομικό χάρτη της εποχής. Ωστόσο, τα πρώτα εννέα χρόνια της απόπειράς του ήταν σκέτη αποτυχία.

Ένας πόλεμος κι ένας Έλληνας

Χρειάστηκε ένας πόλεμος και ένας Έλληνας για να βγάλει πλούτο ο βυθός της θάλασσας.

Ο πόλεμος ήταν ο Αμερικανοϊσπανικός, στα 1898. Που ανάγκασε ψαράδες και καΐκια να ανακαλύψουν ξανά το λιμάνι του Τάρπον Σπρινγκς, ως ασφαλές καταφύγιο έναντι του ισπανικού στόλου.

Ο Έλληνας ήταν ο Γιάννης Κόκκορης, από το Λεωνίδιο Αρκαδίας. Έφθασε στη Νέα Υόρκη το 1895, μόλις 18 χρονών. Δούλεψε στην αρχή σε σφουγγαράδικη μεταπραττική εταιρία και το 1901 επέστρεψε στην Ελλάδα για να παντρευτεί. Μετά, ξαναπήρε το πλοίο για την Αμερική, έφερε μαζί του τα τρία αδέλφια του και ξεκίνησε να δουλεύει στο «ξέπλυμα» σφουγγαριών. Το φυσικό σφουγγάρι βγαίνει από τη θάλασσα με μια μαύρη, δύσοσμη γλίτσα που θέλει «τέχνη» για να εξαφανισθεί ώστε το προϊόν να γίνει ελκυστικό στους αγοραστές.

Το 1904, ο Κόκκορης έκανε την επανάσταση. Πάντρεψε την άχαρη αμερικανική βιομηχανία σπογγαλιείας με τις σκληρές πλην μακραίωνες αιγαιοπελαγίτικες τεχνικές. Έως τότε οι ντόπιοι ψάρευαν τα σφουγγάρια με ένα αγκίστρι, μήκους περίπου 12 μέτρων. Πάνω από μια βάρκα.

Ο Κόκκορης τα άλλαξε όλα. Έφερε βουτηχτάδες από την Ελλάδα με τον δικό τους εξοπλισμό. Που τούς επέτρεπε να φθάσουν ακόμη και τα 60 μέτρα (35 οργιές) κατάδυσης. Και αφού οι Έλληνες σφουγγαράδες μπορούσαν να πάνε πιο βαθιά, μπορούσαν να πάνε και πιο μακριά.

Σε πολύ λίγο, επεξέτειναν την ωφέλιμη αλιευτική έκταση του Κόλπου του Μεξικού στα 9.000 τετραγωνικά μίλια!


Ακαριαία επιτυχία

Για την αναβαπτισμένη επιχείρηση, ο Κόκκορης αγόρασε ένα πλοίο, το μετέτρεψε κατάλληλα ώστε να προσαρμόζεται ο καταδυτικός εξοπλισμός και με πλήρωμα Ελλήνων βουτηχτάδων σάλπαρε στις 18 Ιουνίου του 1905 για τον Κόλπο του Μεξικού.

Η επιχείρηση υπήρξε ακαριαία επιτυχία. Αφενός επειδή τα σφουγγάρια, στα βάθη όπου τολμούσαν οι Έλληνες, αφθονούσαν. Και αφετέρου επειδή τα σφουγγάρια του… βαθέος βυθού, ήσαν μακράν ανώτερα ποιοτικώς. Η πίεση του νερού τα καθιστούσε πιο στιβαρά και ανθεκτικά σε σχέση με αυτά της επιφάνειας. Χώρια που η παλιά μέθοδος του αγκίστρου άφηνε συχνά σημάδια και πλήγωνε τα σφουγγάρια. Ενώ η μεσογειακή, τα έβγαζε από τη θάλασσα σχεδόν.

Η επιτυχία των Ελλήνων ισοδυναμούσε με βόμβα για τον ανταγωνισμό. Και προτού οι μετανάστες καταφέρουν να οχυρωθούν, είδαν ακόμη και καΐκια τους να πυρπολούνται στην προβλήτα.



Παιχνιδάκι

Να το πάρει το ποτάμι; Το βούτηγμα στα νερά του Κόλπου ήταν «παιχνιδάκι» για τους Έλληνες βουτηχτές. Στα μεσογειακά νερά, η σπογγαλιεία απαιτούσε κατάδυση στα 60 μέτρα. Σε τέτοια βάθη η παραμονή είναι επικίνδυνη και άρα ολιγόλεπτη. Όμως στον πλούσιο Κόλπο του Μεξικού, τα σφουγγάρια μπορούσαν να αλιευθούν μόλις στις 10 οργιές, δηλαδή περίπου στα 18 μέτρα. Και εκεί -οι μαθημένοι στα δύσκολα- Έλληνες βουτηχτάδες διέπρεπαν. Κάνοντας από τρεις έως έξι καταδύσεις την ημέρα. Μπορούσαν να παραμείνουν από μία έως και δύο ώρες στο βυθό με πολύ μικρότερο κίνδυνο από ό,τι στα μέρη τους, γεμίζοντας τους σάκους με 150 έως 180 κομμάτια στις καλές ημέρες.

Και όταν στις δεκαετίες του ‘30 και του ‘40 , η ζήτηση για φυσικά σφουγγάρια απογειώθηκε, οι Έλληνες πήγαν ακόμη βαθύτερα: στα 40 μέτρα. Ποτέ όμως δεν χρειάστηκε να καταδυθούν τόσο βαθιά όσο στο Αιγαίο.



Νύφες

Οι δουλειές πήγαιναν θαυμάσια. Ελληνικές και αμερικανικές εφημερίδες εξυμνούσαν την «ελληνική αποικία» του Τάρπον Σπρινγκς που το 1905 αριθμούσε περίπου 500 ανθρώπους από τη Χάλκη, τη Σύμη την Κάλυμνο, την Αίγινα, τις Σπέτσες και την Ύδρα.

Οι έμποροι αγόραζαν, μέχρις εσχάτου, τα υπέροχα «ελληνικά» σφουγγάρια. Και οι βουτηχτές άρχισαν να επιστέλλουν στην πατρίδα τα κατορθώματά τους.

Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε το δαιμόνιον της φυλής: Η οικονομική επιτυχία των βουτηχτάδων προσήλκυσε ακόμη περισσότερους συμπατριώτες. Και ένας ενάρετος οικονομικός κύκλος άρχισε να στήνεται στην περιοχή. Που πλημμύρισε από ελληνικά εστιατόρια, ελληνικούς φούρνους, ελληνικά καφενεία, ξενοδοχεία, κουρεία και άλλες υπηρεσίες.



Το 1907 η ελληνική παροικία στο Τάρπον Σπρινγκς έφθασε τις 800 ψυχές. Σχεδόν όλοι τους άνδρες. Οι παντρεμένοι έγραφαν στις οικογένειές τους να πάρουν το πλοίο για την Αμερική. Οι δε ελεύθεροι άρχισαν να φέρνουν νύφες από τη μητέρα πατρίδα.

Το 1909 η ελληνική παροικία οργανώνεται επισήμως σε κοινότητα. Με καταστατικό, εκλογικές διαδικασίες, και βεβαίως εκκλησία, το όνομα της οποίας εύκολα θα εικάσετε: Του Αγίου Νικολάου. Η ελληνική κοινότητα διοικεί όχι μόνο την εκκλησία, αλλά και το ελληνικό σχολείο, ένα δεύτερο κυριακάτικο σχολείο, και χοροεσπερίδες και εκδρομές πικ νικ. Και, εννοείται, τον ετήσιο εορτασμό των Θεοφανίων που έφτασε να συγκεντρώνει κάθε χρόνο ακόμη και 15.000 επισκέπτες. Τα έσοδα δε από τους χορούς, πικ νικ και άλλες δραστηριότητες προορίζονταν αποκλειστικά για την πατρίδα. Προς βοήθεια των ασθενεστέρων.

Προσευχή και σκότος

Οι Έλληνες τα είχαν καταφέρει. Είχαν φέρει μαζί τους και σε αυτή τη γωνιά της Αμερικής, τις οικογένειές τους , τα έθιμα, τους χορούς, τη γλώσσα, την αγάπη τους για τη θάλασσα. Και τις προσευχές τους.

«Οι Έλληνες προσεύχονται και πάνω στο καΐκι. Σε κάθε καΐκι υπάρχει μια εικόνα. Ο καπετάνιος προσεύχεται για τους άνδρες του, να γυρίσουν όλοι καλά. Και κάθε δύτης, πριν πέσει στη θάλασσα, κάνει το σταυρό του», καταγράφει έκθαμβος ο συντάκτης του National Geographic στα 1947.

Τα ελληνικά καΐκια έκαναν δύο μεγάλα ταξίδια το χρόνο, επιστρέφοντας στη βάση τους μόνον για να ξεφορτώσουν και ανεφοδιαστούν. Κάθε ταξίδι διαρκούσε περίπου εννέα μήνες. Από τους οποίους εννέα, κάθε δύτης περνούσε τους δύο κάτω από το νερό. Στο μισοσκόταδο.

Στα 1947 ο μικρότερος Έλληνας δύτης ήταν 16 ετών και ο μεγαλύτερος 63. Ο παλαιότερος σφουγγαράς της αποικίας είχε δουλέψει 15 χρόνια στη Μεσόγειο και 32 στη Φλόριντα.



Μείνε ασάλευτος

Πολλοί έμειναν ανάπηροι. Είτε επειδή έμειναν πολλή ώρα στο βυθό, είτε επειδή βουτούσαν, συχνά, χωρίς ξεκούραση. Όσο για τους καρχαρίες; Εκεί η συνταγή ήταν μία: «Αν δεις καρχαρία, μείνε ασάλευτος. Σταύρωσε τα μπράτσα, κρύψε τις παλάμες από κάτω τους και μην κουνηθείς μέχρι να φύγει».

Η στολή του δύτη ζύγιζε περίπου 80 κιλά. Φτιαγμένη από διπλό αδιάβροχο καραβόπανο και επενδεδυμένη εσωτερικά με πλαστικό. Μόνο τα παπούτσια του, με σόλες και μύτες μπρούτζινο ή μολυβένιο, ζύγιζαν 16 κιλά, ενώ μολύβδινα βαρίδια έριχναν και στους ώμους τους λίγο πριν βουτήξουν.

Στα βάθη του Κόλπου, μόνο οι φυσαλίδες που αναδύονταν από το σκάφανδρο μαρτυρούσαν τη θέση του δύτη, καθώς το λευκό σκοινί ασφαλείας, ο «κολαούζος» χανόταν στο κυανό του βυθού.

Η σπογγαλιεία στο Τάρπον Σπρινγκς έφθασε στο απόγειό της το 1946 όταν στην αγορά δημοπρασιών πουλήθηκαν σφουγγάρια συνολικής αξίας 3 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ερυθρά Παλίρροια

Με το τέλος του πολέμου οι βιομηχανίες άρχισαν να αναπτύσσουν και διαφημίζουν τα συνθετικά σφουγγάρια. Η σπογγαλιεία του Τάρπον Σπρινγκς αποδείχθηκε ευάλωτη στη διαφημιστική επέλαση του νέου προϊόντος. Όμως το κυριότερο πλήγμα το επέφερε η επέλαση ενός παρασιτικού μικροοργανισμού που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του στον Κόλπο, φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως Ερυθρά Παλίρροια. Πάσης φύσεως αλιευτικά, από αυτά της γαρίδας έως τα σφουγγαράδικα, αδρανοποιήθηκαν. Και ώσπου το οικοσύστημα να ανακάμψει, περίπου 8 χρόνια αργότερα, στο Τάρπον Σπρινγκς, είχαν απομείνει ελάχιστα καράβια ενώ στην αγορά σφουγγαριού σάρωνε είτε το συνθετικό είτε οι εισαγωγές μεσογειακών. Το 1954 ο τζίρος είχε περιορισθεί στα 125.000 δολάρια και το 1965 στη περιοχή δρούσαν μόλις 13 σφουγγαράδικα από τα τουλάχιστον 150 που υπήρχαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ρίζες

Η δουλειά όμως είχε γίνει. Ο Ελληνας είχε ριζώσει. Με την αξιοσύνη και τον ιδρώτα του. Τόσο που να μη θέλει να φύγει. Ισως γι΄αυτό οι βαλίτσες δεν επιτρεπόταν ποτέ πάνω στο καράβι. Διαβάζουμε στο National Geographic: «Αφού βγάλει το κράνος του, με το κεφάλι σκυφτό, στηρίζεται στο καϊκι, και περιμένει να του πάρουν τα βαρίδια από τους ώμους. Είναι μούσκεμα όχι επειδή πέρασε μέσα νερό αλλά από τον ιδρώτα του κάματου, μέσα στα τροπικά νερά. Πριν ξαναβουτήξει, αλλάζει όλα του τα ρούχα μαζί και τα χοντρά μάλλινα εσώρουχα. Στην κουβέρτα υπάρχουν δύο μεγάλοι σάκοι με τις αλλαξιές. Πότε όμως βαλίτσα. Οι βαλίτσες φέρνουν κακοτυχία. Αν δει βαλίτσα ο καπετάνιος, την πετάει αμέσως στη θάλασσα»…

Πηγές:

-Η. Russel Bernrnard, Greek Sponge Boats in Florida, Anthropological Quarterly 38 (2), 1965

-Jennie E. Harris, Sponge Fishermen of Tarpon Springs. National Geographic, Volume CXI, January 1947 (από όπου αντλήθηκαν και οι φωτογραφίες)

ΠΗΓΗ hellasjournal

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου