Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

ΟΙ ΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΠΕΡΙ ΓΕΝΕΤΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ «ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»


Σε αντίθεση με τον δάσκαλό του, Σωκράτη, ο Πλάτωνας, ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, άφησε πίσω του ένα πλούσιο όσο και ενδιαφέρον γραπτό έργο, η μελέτη του οποίου διαρκώς φέρνει στο φως νέα στοιχεία που μας καλούν να αναθεωρήσουμε την άποψη που είχαμε σχηματίσει για τις γνώσεις του Πλάτωνα σχετικά με ζητήματα που, μέχρι πριν λίγες δεκαετείς οι περισσότεροι θεωρούσαν εξωπραγματικό να υπήρχαν σε μία τόσο παλιά εποχή, όσο αυτή του Πλάτωνα...

Το μυστήριο της χαμένης Ατλαντίδας, όσο κι αν από πολλούς θεωρείτο το κύριο κομμάτι της γνώσης του Πλάτωνα, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα μικρό κομμάτι ενός κατά πολύ ευρύτερου συνόλου γνώσεων και πληροφοριών που φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στα δύο βιβλία του Πλάτωνα που αναφέρουν την Ατλαντίδα…Ρίχνοντας μία πιο ερευνητική ματιά στα κείμενα του Πλάτωνα, μπορεί κανείς να βρει πολλά πράγματα τα οποία συσχετίζονται με τις σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις και που επιβεβαιώνονται απ’ αυτές.
Για παράδειγμα θα φέρω τις γνώσεις του Πλάτωνα για την Μεσολιθική εποχή, στις οποίες και αφιέρωσα και ένα προηγούμενο άρθρο μου το οποίο φιλοξενείται στο «Αναζητώντας το Παράξενο»· όπως θα διαπιστώσει όποιος διαβάσει το εν λόγω άρθρο, οι σύγχρονες έρευνες πάνω στους προϊστορικούς πληθυσμούς της Ευρώπης και της Αφρικής, δείχνουν πως αυτοί εκτείνονταν ακριβώς μέσα στα γεωγραφικά πλαίσια που ορίζει ο Πλάτωνας, στο έργο του «Τίμαιος».


Αφήνοντας όμως προσωρινά τον «Τίμαιο» και τον «Κριτία», τα δύο έργα του Πλάτωνα που αφορούν – το πρώτο εν μέρει και το δεύτερο ολόκληρο – την Ατλαντίδα, αλλά και γενικότερα το θέμα της χαμένης ηπείρου του Ατλαντικού ωκεανού, αν μελετήσουμε το κείμενο του Πλάτωνα «Πρωταγόρας», μπορούμε να εντοπίσουμε υπερσύγχρονες γνώσεις γενετικής!
Για όσους είναι εξοικειωμένοι με το κείμενο και σπεύσουν να πουν ότι τα όσα αναφέρονται περί του τρόπου με τον οποίο μοιράστηκαν οι δυνάμεις-ικανότητες-γενετικά χαρακτηριστικά στα έμβια όντα από τους θεούς, θα μπορούσαν κάλλιστα να οφείλονται σε απλές βιολογικές παρατηρήσεις σε συνδυασμό με φιλοσοφικούς στοχασμούς, εκ των προτέρων λέω ότι συμφωνώ απόλυτα μαζί τους.
Οι γνώσεις της γενετικής άλλωστε – και όχι της απλής παρατήρησης της βιολογίας των ζώων – οι οποίες βρίσκονται στο κείμενο του Πλάτωνα δεν είναι αυτές, αλλά είναι κρυμμένες αλλού· και την λέξη «κρυμμένες» την εννοώ με την κυριολεκτική της σημασία…


Το φαινομενικά άσχετο με την επιστήμη της γενετικής θέμα του έργου του Πλάτωνα «Πρωταγόρας» είναι το αν η πολιτική αρετή, το πώς δηλαδή μπορεί κανείς να είναι καλός και ενάρετος πολίτης, μπορεί να διδαχτεί ή όχι. Πάνω στο θέμα αυτό, στον «Πρωταγόρα», εμφανίζονται να συζητούν δύο από τους μεγαλύτερους ανθρώπους του πνεύματος της εποχής· ο Σωκράτης, ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος που υπήρξε δάσκαλος του Πλάτωνα από την μία και από την άλλη ένας από τους μεγαλύτερους σοφιστές της εποχής από τον οποίο και το κείμενο αυτό του Πλάτωνα πήρε το όνομά του, ο Πρωταγόρας. 


ΟΠρωταγόρας, παρά του ότι ήταν σοφιστής και του ότι οι σοφιστές αποτελούσαν τον αντίποδα της διδασκαλίας του Σωκράτη, την οποία ασπαζόταν και ο Πλάτωνας, αντιμετωπίζεται από τον συγγραφέα του κειμένου, σε αντίθεση με τους άλλους δύο σοφιστές που κάνουν την εμφάνισή τους σε αυτό, με μεγάλο σεβασμό.
Αν και ο Πλάτωνας δεν διστάζει να ειρωνευτεί, μέσα από το στόμα του Σωκράτη, τις δύο από τις τρεις μεθόδους πειθούς που χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας, δεν ειρωνεύεται ούτε τις ιδέες του, ούτε και την προσωπικότητά του.
Είναι σαν με έμμεσο τρόπο ο Πλάτωνας να μας λέει πως τα όσα θα πει το πρόσωπο αυτό κατά την διάρκεια της συζήτησής του με τον Σωκράτη είναι πράγματα που περιέχουν σημαντικές αλήθειες.


Ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί τρεις διαφορετικές μεθόδους· τον μύθο, την διάλεξη και τον σχολιασμό των ποιητικών κειμένων.
Από τις μεθόδους αυτές ο Πλάτωνας καταδικάζει δια μέσω της ειρωνείας του τόσο την διάλεξη, όσο και τον σχολιασμό των ποιητικών κειμένων, λόγω του ότι αποτελούν περισσότερο μεθόδους πειθούς, παρά μεθόδους αναζήτησης της αλήθειας. Στην περίπτωση του μύθου όμως, μίας μεθόδου που και ο ίδιος ο Πλάτων χρησιμοποιούσε, ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος αφήνει τον σοφιστή να αφηγηθεί τον μύθο χωρίς αυτός να κάνει, δια μέσω του Σωκράτη, κάποιο ειρωνικό σχόλιο.
Αν λοιπόν κάτι κρύβεται στα λόγια του Πρωταγόρα, στο κείμενο αυτό, αυτό δεν μπορεί να βρίσκεται πουθενά αλλού, παρά μέσα στον μύθο που λέει ο σοφιστής.


Ο μύθος που αφηγείται ο Πρωταγόρας είναι ουσιαστικά μία ιστορία μυθολογικής φύσεως. Τέτοιες ιστορίες υπήρχαν πολλές στην προφορική και γραπτή παράδοση της εποχής. Προέρχονταν δε από εποχές πολύ παλιές, αλλά ήταν αδύνατον να είναι εντελώς αναλλοίωτες από το πέρασμα του χρόνου, ειδικά μάλιστα κατά τα χρόνια που αυτές διαδίδονταν από γενιά σε γενιά μέσα από την προφορική παράδοση. Αυτό συνεπάγεται ότι θα πρέπει κανείς να είναι προσεκτικός, αν θέλει να εντοπίσει στοιχεία, λεπτομέρειες ή γνώσεις που να αφορούν κάτι σχετικά με τις «αδικαιολόγητες» για την εποχή γνώσεις του συγγραφέα.

Η εποχή στην οποία αναφέρεται ο συγκεκριμένος μύθος είναι η εποχή της δημιουργίας του ανθρώπου. Επρόκειτο για έναν μύθο ευρέως γνωστό στους Έλληνες· για τον μύθο της δημιουργίας του ανθρώπου, της κλοπής της φωτιάς και της επιβίωσης του ανθρώπινου είδους στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του. Η χρήση του στον διάλογο είναι η επιχειρηματολογία του Πρωταγόρα υπέρ του ότι η πολιτική αρετή είναι δυνατόν να διδαχθεί· είναι όμως αμφίβολο το αν λειτουργεί παράλληλα και σαν «κρυψώνα» για τα στοιχεία αυτά που ο Πλάτωνας ήθελε να αποτυπώσει σε γραπτό κείμενο.
Δεν αποκλείεται άλλωστε ο Πλάτωνας να χρησιμοποιεί τον Πρωταγόρα, όπως ακριβώς και τον Κριτία στα έργα του που αφορούν την Ατλαντίδα προκειμένου να περάσει στο κείμενό του κάποιες γνώσεις που στην πραγματικότητα ο ίδιος – όχι απαραίτητα όμως μόνο αυτός – κατείχε.


Όσο για το αν υπάρχουν στον «Πρωταγόρα» τέτοιες γνώσεις, ο καλύτερος τρόπος για να το διαπιστώσουμε είναι να διαβάσουμε με προσοχή το αρχαίο κείμενο.
Περιληπτικά, το κείμενο του Πλάτωνα αρχίζει όταν ο Σωκράτης συναντά έναν φίλο του – του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται – και αρχίζει να του εξιστορεί τα όσα προηγήθηκαν.
Ένας νεαρός Αθηναίος του ζήτησε να μιλήσει στον Πρωταγόρα που τον καιρό εκείνο είχε έρθει στην Αθήνα, με σκοπό να τον πάρει για μαθητή του και να τον διδάξει την πολιτική αρετή που οι σοφιστές ισχυρίζονταν πως μπορούσαν να διδάξουν.
Ο Σωκράτης συνεχίζει την αφήγηση λέγοντας πως πήγε στο σπίτι όπου βρισκόταν ο Πρωταγόρας μαζί με τον νεαρό Αθηναίο και πως, αμφισβητώντας το κατά πόσον ο Πρωταγόρας – και οι σοφιστές γενικότερα – ήταν οι κατάλληλοι άνθρωποι για να διδάσκουν την πολιτική αρετή, αλλά και το αν η ίδια η πολιτική αρετή ήταν διδακτή ή όχι, άρχισε, με χρήση της διαλεκτικής μαιευτικής και της προσποίησης άγνοιας, να μιλά με τον Πρωταγόρα, καλώντας τον ουσιαστικά να επιχειρηματολογήσει σχετικά με το αν αυτός, ή ο οποιοσδήποτε άλλος, είναι ικανός να διδάξει στους άλλους την πολιτική αρετή.


Το σημαντικότερο δε από τα επιχειρήματα του Σωκράτη ήταν ότι η Εκκλησία του Δήμου στην αθηναϊκή πολιτεία, ενώ για θέματα τεχνικά συμβουλευόταν συγκεκριμένους τεχνίτες και δεν ανεχόταν κάποιον άσχετο με το θέμα να πάρει τον λόγο, στα θέματα που αφορούσαν την πολική, άφηνε τον καθένα να μιλήσει ελεύθερα, σαν να πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι κατέχουν εκ φύσεως την πολιτική αρετή και άρα δεν χρειάζονται να την διδαχθούν όπως οι ειδικοί τεχνίτες διδάσκονται την τέχνη την οποία εξασκούν.


Ορμώμενος από αυτό το επιχείρημα του Σωκράτη, ο Πρωταγόρας επιλέγει να του απαντήσει με έναν μύθο. Και ο μύθος αυτός είναι η ιστορία του πώς οι θεοί δημιούργησαν τα έμβια όντα, του πώς μοιράστηκαν οι δυνάμεις-ικανότητες-γενετικά χαρακτηριστικά στα όντα αυτά, του πώς ο άνθρωπος κατάφερε να επιβιώσει και να κυριαρχήσει αποκτώντας την φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις που ως τότε κατείχαν μόνο οι θεοί και του πώς του δόθηκε η πολιτική αρετή και, ως εκ τούτου, η δυνατότητα να θεμελιώσει μακρόβιες κοινωνίες.




Προτομή του μεγάλου αρχαίου
Έλληνα σοφιστή Πρωταγόρα.






Αν και το περιεχόμενο του μύθου φαντάζει – και λογικά καθώς πρόκειται για μύθο παρμένο από την αρχαία ελληνική παράδοση – αμιγώς θρησκευτικού περιεχομένου, αυτό απλά δεν ισχύει.
Στοιχείο δε που αποδεικνύει ότι πίσω από τον μύθο κρύβεται και κάτι άλλο είναι το γεγονός ότι ο Πλάτωνας τον βγάζει μέσα από το στόμα του Πρωταγόρα που ήταν αγνωστικιστής, δηλαδή δεν πίστευε σε καμία θρησκεία, χωρίς να δέχεται ή να απορρίπτει την ύπαρξη μιας θεϊκής δημιουργικής δύναμης και χωρίς να αμφισβητεί την ανάγκη του ανθρώπου για θρησκευτική πίστη.

Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο ο Πλάτωνας βάζει έναν μη θρήσκο – αλλά ούτε και άθεο – διανοούμενο της εποχής του να επιχειρηματολογεί με έναν συγκεκριμένο μύθο της δωδεκαθεϊστικής θρησκευτικής παράδοσης, κάνουν τον αναγνώστη – και ειδικά αυτόν που γνωρίζει εις βάθος την αγνωστικιστική κοσμοθεωρία της εποχής – να καταλάβει ότι η επιλογή του Πλάτωνα – η και του ίδιου του Πρωταγόρα, αν υποθέσουμε πως πρόκειται για μία συζήτηση που όντως συνέβη και που αργότερα ο Σωκράτης διηγήθηκε στον Πλάτωνα που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι και ο ανώνυμος φίλος του Σωκράτη που εμφανίζεται στην αρχή του έργου – να χρησιμοποιήσει τον μύθο αυτό, μόνο τυχαία που δεν ήταν.


Διαβάζοντας λοιπόν τον μύθο σήμερα, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλά στοιχεία τα οποία αναφέρονται στις γνώσεις του Πλάτωνα που κανονικά κανείς εκείνη την εποχή, αν δεχτούμε τα όσα λέει η συμβατική ιστορία, δεν θα μπορούσε να έχει…


Ο μύθος αρχίζει ως εξής: «Ἦν γάρ ποτε χρόνος ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν, θνητὰ δὲ γένη οὐκ ἦν. ἐπειδὴ δὲ καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως, τυποῦσιν αὐτὰ θεοὶ γῆς ἔνδον ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μείξαντες καὶ τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται.» (Πρωταγόρας 320c-320d). Αυτό το μικρό χωρίο των δύο περιόδων που αποτελεί την αρχή του μύθου που αφηγείται ο Πρωταγόρας, αφού πρώτα, στην πρώτη περίοδο, προσδιορίζει τον χρόνο στον οποίο ο μύθος αναφέρεται, στον καιρό δηλαδή που υπήρχαν μεν θεοί, αλλά δεν υπήρχαν τα είδη των θνητών όντων – και ασφαλώς ούτε και το γένος των ανθρώπων, στην δεύτερη περίοδο, μας μιλά για την δημιουργία της ζωής, η οποία και κρύβει και την πρώτη σημαντική πληροφορία περί γενετικής του μύθου αυτού. Πριν περάσω όμως στην ανάλυσή του, θα ήθελα, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, να τονίσω ένα μικρό λάθος – το οποίο όμως είναι αρκετά σημαντικό – που έχουν πολλές από τις μεταφράσεις του κειμένου· η φράση «θνητὰ γένη» που από πολλούς μεταφραστές έχει μεταφραστεί ως «είδη ζώων» θα ήταν καλύτερα, για να φαίνεται και ευκολότερα αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας, να μεταφραστεί – σε μία πιο «κατά λέξη» μετάφραση – ως «θνητά είδη».
Οι λόγοι για τους οποίους προτείνω αυτήν την δεύτερη μετάφραση είναι δύο· πρώτον διότι μέσα στα «θνητά είδη», συγκαταλέγεται και ο άνθρωπος και οι αρχαίοι Έλληνες κάθε άλλο παρά ζώο τον θεωρούσαν και δεύτερον διότι ο Πλάτωνας στο σημείο αυτό – όπως θα αναλύσουμε και στην συνέχεια – δεν μας μιλά άμεσα για την δημιουργία των ζώων – στην οποία και αναφέρεται στην συνέχεια – αλλά για την δημιουργία της πρώτης ζωής, η οποία και στην συνέχεια διαφοροποιήθηκε ώστε να σχηματιστούν τα διάφορα είδη των «θνητών όντων».


Σύμφωνα με τον μύθο λοιπόν, οι θεοί – με τον όρο «θεοί» ένας αγνωστικιστής όπως ο Πρωταγόρας σίγουρα δεν εννοεί το δωδεκάθεο όπως το εννοούν οι σύγχρονοί του, αλλά χρησιμοποιεί τον όρο αυτό για να δηλώσει την ανώνυμη δύναμη της δημιουργίας την οποία και θεωρεί από πιθανό ως και λογικό να υπάρχει – έφτιαξαν την ζωή μέσα στην γη αναμειγνύοντας γη και φωτιά και ό,τι μπορεί να αναμειχθεί με γη ή φωτιά.
Οι πληροφορίες που μας δίνονται και που πρέπει να εξετάσουμε είναι δύο· το ότι η δημιουργία της ζωής έγινε υπόγεια και το ότι για να λάβει χώρα χρησιμοποιήθηκαν γη, φωτιά και ό,τι μπορεί να αναμειχθεί μαζί τους.


Τρισδιάστατη αναπαράσταση ενός μορίου αδενίνης (Α). Η
αδενίνη είναι ένα νουκλεοτίδιο απαραίτητο για τον σχηματισμό
του DNA, αλλά για να συντεθεί χρειάζεται θερμοκρασίες
χαμηλές, όπως αυτές των υπόγειων σπηλαίων.



Όσο για το αν η δημιουργία της ζωής έγινε υπόγεια ή όχι, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι ο όρος «υπόγεια» θα μπορούσε να ερμηνευτεί σαν «μέσα σε σπήλαια».
Έπειτα θα πρέπει να παρατηρήσουμε τις συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον ενός σπηλαίου που βρίσκεται σε σχετικά μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια της Γης.
Το κύριο χαρακτηριστικό ενός τέτοιου σπηλαίου είναι συνήθως οι κρύες θερμοκρασίες που επικρατούν σταθερά στο εσωτερικό του.
Θα μπορούσε όμως να σχηματιστεί ζωή σε ένα τέτοιο ψυχρό περιβάλλον, σαν αυτό ενός σπηλαίου;
Η επιστήμη στις ημέρες μας έχει αποδείξει ότι η αδενίνη (A) και η γουανίνη (G) για να συντεθούν χρειάζονται θερμοκρασίες ψύχους, ακριβώς όπως αυτές των σπηλαίων. Και, ως γνωστόν, οι δύο αυτές χημικές ενώσεις είναι δύο απαραίτητα για την ύπαρξη ζωής νουκλεοτίδια καθώς αποτελούν δομικά στοιχεία του γενετικού υλικού (DNA ή RNA) όλων των ζωντανών οργανισμών!
Για να υπάρξει όμως ζωή με βάση το DNA, δύο είδη νουκλεοτιδίων δεν επαρκούν καθώς θα έπρεπε να υπάρχουν επίσης και οι συμπληρωματικές τους αζωτούχες βάσεις, η θυμίνη (Τ) και η κυτοσίνη (C), οι οποίες δεν θα μπορούσαν να σχηματιστούν το ίδιο εύκολα εκεί κάτω.
Αν όμως στα σπήλαια αυτά υπήρχε νερό – που είναι σίγουρο το ότι θα υπήρχε καθώς η ζωή βασίζεται στο νερό – δεν θα ήταν καθόλου παράξενο να ήρθαν με αυτό τα άλλα δύο νουκλεοτίδια που χρειάζονται περισσότερη ζέστη για να σχηματιστούν από το εξωτερικό του σπηλαίου. 


Η λέξη "πυρ" εκτός από την έννοια της φωτιάς μπορεί να έχει
και την έννοια της ενέργειας. Στον "Πρωταγόρα" αναφέρεται
ότι, για την δημιουργεία της ζωής, χρησιμοποιήθηκε πυρ, κάτι
που συμφωνεί με την σύγχρονη επιστήμη που θέλει, τον καιρό
της δημιουργίας της ζωής, η ατμόσφαιρα της Γης να ήταν
έντονα φορτισμένη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται
πολυάριθμοι ηλεκτρικοί σπινθήρες που συνέβαλλαν στην
δημιουργία της πρώτης ζωής στην Γη.



Η δημιουργία όμως της ζωής, καθώς και η σύνθεση των χημικών ενώσεων που την αποτελούν χρειάζονται ενέργεια για να λάβουν χώρα.
Ο Πλάτωνας όμως το είπε και αυτό· είπε δηλαδή ότι η ζωή προήλθε από την ανάμειξη γης, δηλαδή στέρεας ύλης – που θα μπορούσε στο κρύο περιβάλλον του σπηλαίου να διατηρήσει την στερεά της κατάσταση – φωτιάς – δηλαδή ενέργειας, καθώς και η λέξη «ενέργεια» αποτελεί μετάφραση της αρχαίας λέξης «πὺρ» – και με ό,τι αναμειγνύεται με τα στοιχεία αυτά, δηλαδή, κατά την κοσμοθεωρία της εποχής, από νερό (ύλη σε υγρή μορφή) και αέρα (ύλη σε αέρια μορφή).
Από όλα αυτά, δεν υπάρχει κάτι που να μην είναι χρήσιμο στην δημιουργία της ζωής. Το νερό σε υγρή μορφή είναι στοιχείο απαραίτητο για την ζωή, αλλά και για την διάδοση της ενέργειας που με την μορφή ηλεκτρικών σπινθήρων, όπως υποστηρίζεται από την σύγχρονη επιστήμη, εκλυόταν
από την έντονα ηλεκτρικά φορτισμένη ατμόσφαιρα (αέρα) που υπήρχε τον καιρό που στην Γη πρωτοεμφανίστηκε η ζωή.
Έχοντας λοιπόν κρύες – αλλά όχι παγωμένες – θερμοκρασίες, σχηματισμένα νουκλεοτίδια, νερό, αέρα – που μεταξύ των άλλων περιείχε υδρογόνο, μεθάνιο και αμμωνία – και ισχυρούς ηλεκτρικούς σπινθήρες για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο δηλώνεται στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα με την φράση: «ἐπειδὴ δὲ καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως», θα ήταν πάρα πολύ πιθανό, μέσα στα υγρά σπήλαια να δημιουργήθηκε η ζωή στην Γη, πράγμα το οποίο στις μέρες μας θεωρείται πολύ πιθανό.


Οι επόμενες πληροφορίες περί γενετικής μας δίνονται στο απόσπασμα του κειμένου που ακολουθεί αυτό που ήδη μελετήσαμε.
Συνεχίζοντας την αφήγηση του μύθου του, ο Πρωταγόρας λέει: «ἐπειδὴ δ’ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον, προσέταξαν Προμηθεῖ καὶ Ἐπιμηθεῖ κοσμῆσαί τε καὶ νεῖμαι δυνάμεις ἑκάστοις ὡς πρέπει. Προμηθέα δὲ παραιτεῖται Ἐπιμηθεὺς αὐτὸς νεῖμαι, «Νείμαντος δέ μου», ἔφη, «ἐπίσκεψαι»• καὶ οὕτω πείσας νέμει.» (Πρωταγόρας 320d).
Όταν δηλαδή ήρθε ο καιρός να «οδηγηθούν στο φως» τα «θνητά είδη», οι θεοί – που όπως είπαμε, σύμφωνα με τις αγνωστικιστικές αντιλήψεις του Πρωταγόρα, δεν αποτελούν παρά ένα σύμβολο με το οποίο οι άνθρωποι συμβολίζουν την δημιουργό δύναμη – διέταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα, ο ένας (ο Προμηθέας) να μοιράσει τις δυνάμεις-ιδιότητες-γενετικά χαρακτηριστικά στα διάφορα «θνητά είδη», ενώ ο άλλος (ο Επιμηθέας) να επιθεωρήσει την δουλειά του πρώτου για να διορθώσει τυχόν λάθη που μπορεί να έγιναν κατά την μοιρασιά των δυνάμεων-ιδιοτήτων-γενετικών χαρακτηριστικών.
Ο Επιμηθέας όμως θέλησε να αλλάξουν ρόλους με τον αδελφό του, τον Προμηθέα, και ο Προμηθέας δέχτηκε να αφήσει τον Επιμηθέα να κάνει την μοιρασιά και αυτός μετά να ελέγξει το έργο του για τυχόν λάθη.


Στο παραπάνω απόσπασμα του μύθου, όσο κι αν λόγω της προφορικής μετάδοσης του μύθου από γενιά σε γενιά για πολλούς αιώνες, οι κρυμμένες γνώσεις δεν είναι ξεκάθαρες, αν είμαστε προσεκτικοί, μπορούμε να εντοπίσουμε τρείς πληροφορίες γενετικής – εφ όσον βέβαια δεν περιλάβουμε την πληροφορία της διανομής των ιδιοτήτων-δυνάμεων-γενετικών χαρακτηριστικών σε αυτές, λόγω του ότι, επειδή θα μπορούσε να βασίζεται καθαρά σε θρησκευτικές και μυθολογικές αντιλήψεις, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αμιγώς επιστημονικού περιεχομένου πληροφορία.


Κύτταρα, όπως φαίνονται από μικροσκόπιο. Η ζωή στην Γη
είναι κατά κύριο λόγο κυτταρική, δηλαδή οι περισότερες
μορφές ζωής (πλην των ιών) αποτελούνται από κύτταρα.
Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι η πρώτη κυτταρική
μορφή ζωής στην Γη ήταν μονοκύτταρη.
Αργότερα αυτήεξελίχθηκε, διαφοροποιήθηκε και, από αυτήν την
διαφοροποίση προέκυψαν όλες οι πιο σύνθετες μορφές ζωής.
Το ίδιο ακριβώς, με άλλα όμως λόγια, αναφέρει και ο
Πλάτωνας, στο έργο του "Πρωταγόρας".



Η πρώτη πληροφορία περί γενετικής του αποσπάσματος αυτού είναι κρυμμένη στην φράση «ἐπειδὴ δ’ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον», η οποία σημαίνει σε μία «κατά λέξη» μετάφραση: «και όταν επρόκειτο να τα φέρουν αυτά [εν. τα θνητά είδη] στο φως». Με μία πρώτη ανάγνωση, η φράση αυτή δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Η λέξη όμως «φῶς» θα μπορούσε να μην έχει στο σημείο αυτό του κειμένου την κυριολεκτική της σημασία, αλλά να σημαίνει μεταφορικά «ύπαρξη».
Αν λοιπόν αντικαταστήσω στην μετάφραση την λέξει «φως» με την λέξη «ύπαρξη», τότε η μετάφραση παίρνει την εξής μορφή: «και όταν επρόκειτο να τα φέρουν αυτά [εν. τα θνητά είδη] στην ύπαρξη» ή - ακόμα καλύτερα – και: «και όταν επρόκειτο να τα φέρουν αυτά [εν. τα θνητά είδη] στην κατάσταση της ύπαρξης».
Με αυτήν την μικρή τροποποίηση στην μετάφραση, η οποία συμφωνεί με το νόημα του μύθου, η πληροφορία περί γενετικής που κρύβεται στην φράση αυτή γίνεται πολύ πιο εμφανής.
Τα διάφορα πολυκύτταρα «θνητά» είδη που έπρεπε να σχηματιστούν από τις προϋπάρχουσες πιο απλοϊκές μορφές ζωής για να περάσουν από την κατάσταση της δυνάμει ύπαρξης, στην κατάσταση της (ενεργεία) ύπαρξης, έπρεπε, εξελισσόμενα, πρώτα να διαφοροποιηθούν γενετικά από τις προϋπάρχουσες μορφές ζωής. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Με την διανομή των δυνάμεων-ιδιοτήτων-γενετικών χαρακτηριστικών του κάθε είδους που επίσης αναφέρεται μέσα στο ίδιο κείμενο.
Και για να πούμε το ίδιο σε μια πιο επιστημονική γλώσσα, έπρεπε το DNA τους – ή το RNA τους σύμφωνα με την θεωρία που το θέλει να αποθήκευε αυτό τις γενετικές πληροφορίες στους πρώτους οργανισμούς – να εξελιχθεί-μεταλλαχθεί, συμπεριλαμβάνοντας περισσότερες γενετικές πληροφορίες, οι οποίες θα καθόριζαν τα γενετικά χαρακτηριστικά του νέου είδους, τα οποία η αρχική μορφή ζωής ποτέ δεν είχε. Αυτό όμως, εκτός από το γεγονός ότι συμφωνεί απόλυτα με το αρχαίο κείμενο, συμφωνεί επίσης και με τις σύγχρονες επιστήμες της βιολογίας και της γενετικής. Ως εκ τούτου η πρώτη αυτή γενετική πληροφορία του αρχαίου κειμένου, σύμφωνα με την σύγχρονη επιστήμη, ισχύει.


Η δεύτερη γενετική πληροφορία του αποσπάσματος αυτού αναφέρεται στο εξής σημείο του αρχαίου κειμένου: «προσέταξαν Προμηθεῖ καὶ Ἐπιμηθεῖ κοσμῆσαί τε καὶ νεῖμαι δυνάμεις ἑκάστοις ὡς πρέπει. Προμηθέα δὲ παραιτεῖται Ἐπιμηθεὺς αὐτὸς νεῖμαι, «Νείμαντος δέ μου», ἔφη, «ἐπίσκεψαι»».
Στο κομμάτι αυτό του κειμένου, μας δίνονται δύο αλληλοσυμπληρούμενες πληροφορίες· η μία είναι ότι ο ένας από τους δύο Τιτάνες (δηλαδή τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα) θα έπρεπε να μοιράσει τις δυνάμεις-ιδιότητες-γενετικά χαρακτηριστικά και η άλλη είναι το κύριο χαρακτηριστικό του κάθε ενός Τιτάνα το οποίο και θα συνδεόταν με την δουλειά που οι θεοί – δηλαδή η δύναμη της δημιουργίας – τον ήθελαν να κάνει.
Η δεύτερη πληροφορία προκύπτει από την ετυμολογική ανάλυση των ονομάτων των δύο Τιτάνων. Πριν ωστόσο κάποιος που δεν γνωρίζει καλά το θέμα, βιαστεί να κρίνει ως αυθαίρετη την λήψη ενός δεδομένου από την ετυμολογία των ονομάτων, ξεκαθαρίζω ότι στην αρχαία Ελλάδα το όνομα θεωρείτο κάτι σαν ένα είδος «ορισμού» των σωματικών ή/και των ψυχικών χαρακτηριστικών του ονομαζόμενου – γι’ αυτόν δε τον λόγο και οι αρχαίοι Έλληνες έπαιρναν το κανονικό τους όνομα σε μεγαλύτερη ηλικία απ’ ότι συνηθίζεται σήμερα – και ότι τα ονόματα των θεών και των άλλων υπερφυσικών θρησκευτικών οντοτήτων είχαν πάντα και συμβολικό χαρακτήρα.
Πλην τούτου και ο ίδιος ο Πλάτωνας, σε άλλα έργα του, αναγνωρίζει την σημασία των ονομάτων και φτάνει στο σημείο να δώσει σε ένα ξένο πρόσωπο ένα όνομα που είχε στα ελληνικά την ίδια σημασία με το πραγματικό του όνομα, στην δικιά του γλώσσα.
Θεωρώντας λοιπόν αξιόπιστη την ετυμολογία των ονομάτων, μπορούμε να πούμε ότι το όνομα «Προμηθεύς» είναι λέξη σύνθετή από την πρόθεση «προ» που σημαίνει «πριν» και από το ουσιαστικό «μήτις» που σημαίνει «σκέψη» και ότι το όνομα «Επιμηθεύς» είναι επίσης λέξη σύνθετη από την πρόθεση «επί» που σημαίνει «μετά» και από το ουσιαστικό «μήτις» που – όπως ήδη είπαμε – σημαίνει «σκέψη»· ο Προμηθέας δηλαδή είναι «αυτός που σκέφτεται πριν», ενώ ο Επιμηθέας είναι «αυτός που σκέφτεται μετά».
Και στις δύο περιπτώσεις όμως, από τα ονόματά τους, δεν διασαφηνίζεται το «σε σχέση με τι», ο ένας (πρέπει να/είναι καλός στο να) σκέφτεται πριν και ο άλλος (πρέπει να/είναι καλός στο να) σκέφτεται μετά και έτσι προκύπτει το ερώτημα τι είναι τελικά το γεγονός με το οποίο συσχετίζονται τα δύο «ονόματα».
Η απάντηση όμως σε αυτό είναι απλή· όπως προκύπτει από την φράση «ἐπειδὴ δ’ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον», τα δύο ονόματα σχετίζονται
με το «πέρασμα» των «θνητών ειδών» από την κατάσταση της δυνάμει στην κατάσταση της ενεργεία ύπαρξης ή με επιστημονικά λόγια με την μετάλλαξη-εξέλιξη του DNA – ή του RNA – των αρχικών μορφών ζωής ώστε να δημιουργηθούν τα πιο σύνθετα «θνητά είδη».Ο Προμηθέας δηλαδή ήταν αυτός που θα έπρεπε να μοιράσει τις δυνάμεις-ιδιότητες-γενετικά χαρακτηριστικά στα «θνητά είδη», δηλαδή να ασχοληθεί με τον σχηματισμό του νέου DNA, ενώ ο Επιμηθέας ήταν αυτός που θα έπρεπε να διορθώσει αν εντόπιζε τυχόν λάθη – προφανώς με την χρήση ρετροϊών. Αυτό όμως ταιριάζει απόλυτα με την περιγραφή των εργασιών που ανατέθηκαν στον κάθε ένα από τους δύο Τιτάνες – ασχέτως του ότι αυτοί αργότερα αντάλλαξαν μεταξύ τους τα καθήκοντα αυτά – και παράλληλα συμφωνεί με τις βιολογικές-γενετικές διεργασίες που η ίδια η γενετική επιστήμη ορίζει πως θα έπρεπε να γίνουν – και μάλιστα με την σειρά αυτή – προκειμένου οι πρώτες μορφές ζωής να εξελιχθούν σε πιο σύνθετους οργανισμούς («θνητά είδη»).
ν
Τρισδιάστατη αναπαράσταση της δομής ενός μορίου RNA.
Η σύγχρονη βιολογία έχει παραδεχτεί ότι, τον καιρό που
δημιουργήθηκαν οι πρώτες μορφές ζωής, τον ρόλο του
"βασιλιά του κυττάρου", δεν έπαιζε το DNA, όπως συμβαίνει
σήμερα, αλλά το RNA, ενώ κάποια στιγμή αυτό άλλαξε,
όταν τα δύο αυτά είδη νουκλεϊκού οξέως "αντάλλαξαν"
λειτουργίες στο εσωτερικό του κυττάρου. Θα μπορούσε όμως
κάτι τέτοιο να συσχετιστεί με την ανταλλαγή των εργασιών
του Προμηθέα και του Επιμηθέα, για την οποία μας μιλά
ο Πλάτωνας, μέσα από τον μύθο του Πρωταγόρα;


Η τρίτη πληροφορία περί γενετικής του αποσπάσματος αυτού του κειμένου του Πλάτωνα, η οποία και έχει δεχτεί σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι οι άλλες δύο την αλλοίωση που επιφέρει η προφορική παράδοση, όταν αυτή λαμβάνει χώρα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, βρίσκεται στο κομμάτι εκείνο του κειμένου που λέει: «Προμηθέα δὲ παραιτεῖται Ἐπιμηθεὺς αὐτὸς νεῖμαι, «Νείμαντος δέ μου», ἔφη, «ἐπίσκεψαι»• καὶ οὕτω πείσας νέμει.». Πριν μελετήσουμε το κομμάτι αυτό που μας μιλά για το πώς οι δύο Τιτάνες
αντάλλαξαν τις καθορισμένες από τους θεούς – την ενέργεια της δημιουργίας – εργασίες που, όπως είπαμε, αφορούσαν τον μετασχη-ματισμό του γενετικού κώδικα των πρώτων μορφών ζωής που δημιουργήθηκαν «κάτω από την γη» ώστε να λάβει χώρα η εξέλιξή τους σε πιο σύνθετα «θνητά είδη» (≅ μορφές ζωής), θα πρέπει να μελετήσουμε κάτι άλλο· την πιθανότητα – ακριβώς λόγο της αγνωστικιστικής αντίληψης του Πρωταγόρα – ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας να αποτελούν και αυτοί σύμβολα κάποιας «φυσικής δύναμης», υπεύθυνης για την εξέλιξη των «θνητών ειδών» – αργότερα θα εξηγήσω και το πώς, είτε ο Πρωταγόρας , είτε ο Πλάτωνας, είτε και οι δύο είναι δυνατόν να γνώριζαν τέτοιες γνώσεις, «αδικαιολόγητα προχωρημένες» και «ανεξήγητα επιστημονικά ορθές» για την εποχή τους.
Το να αποτελούν οι δύο Τιτάνες σύμβολα κάποιας «φυσικής δύναμης» ή ορθότερα κάποιου «φυσικού μηχανισμού» που σχετίζεται με την εξέλιξη των ειδών – και όχι μόνο – είναι κάτι στο οποίο ο Πρωταγόρας, σαν αγνωστικιστής και σαν σοφιστής που ήταν, λογικά θα συμφωνούσε.
Ο συμβολισμός όμως που θα χρησιμοποιείτο – ή κατ’ άλλους η συγχώνευση του προσώπου που ενεργεί με την ενέργεια που παράγει ή με τον τρόπο με τον οποίο την παράγει – λογικά θα αφορούσε τις εργασίες που τελικά έκαναν οι δύο Τιτάνες – ασχέτως του τι θα έπρεπε να κάνουν· με άλλα – επιστημονικά – λόγια, ο συμβολισμός του Επιμηθέα θα έπρεπε να σχετίζεται με τον σχηματισμό του DNA των νέων, πιο σύνθετων «θνητών ειδών», ενώ αυτός του Προμηθέα θα έπρεπε να σχετίζεται με την «διόρθωση» των πιθανών λαθών η οποία, σύμφωνα με την σύγχρονη γενετική, μπορεί να επιτευχθεί – ή ορθότερα στο μέλλον θα μπορέσει να επιτευχθεί – με την χρήση ειδικών ρετροϊών.

…Τα μέσα λοιπόν με τα οποία θα έπρεπε οι δύο Τιτάνες να εργαστούν, είτε λόγω της αλλοίωσης του μύθου, είτε και εσκεμμένα, θα μπορούσαν να συμβολίζονται από τον τελικό – όχι απαραίτητα τον οριζόμενο από τους «θεούς» (δημιουργική δύναμη) – χρήστη τους· δηλαδή, ο Επιμηθέας που τελικά ανέλαβε την εργασία του Προμηθέα, να εργαστεί δηλαδή πάνω στο DNA για την δημιουργία των σύνθετων «θνητών ειδών», θα μπορούσε να συμβολίζει εκτός από την φυσική δύναμη της εξέλιξης των «θνητών ειδών» και το DNA, ενώ ο Προμηθέας που τελικά ανέλαβε την δουλειά του Επιμηθέα να διορθώσει τα τυχόν λάθη – πιθανώς χρησιμοποιώντας ειδικούς ρετροϊούς που δεν είναι παρά ακυτταρικές μορφές ζωής που αποτελούνται από RNA (και όχι από DNA, όπως οι υπόλοιποι ιοί) – θα μπορούσε να συμβολίζει, εκτός από την δύναμη της φύσης για περαιτέρω εξέλιξη, και τους ρετροϊούς, ή πιο συγκεκριμένα το RNA από το οποίο αποτελούνται.
Έτσι οι δύο αδελφοί Τιτάνες θα μπορούσαν να συμβολίζουν τα δύο διαφορετικά είδη νουκλεϊκού οξέος – το DNA και το RNA – που και τα δύο σχετίζονται άμεσα με την γενετική πληροφορία, την διαιώνιση της, αλλά και την σταδιακή εξέλιξή της και που χωρίς αυτά – όπως λέει η σύγχρονη γενετική επιστήμη – θα ήταν αδύνατη η δημιουργία της ζωής, δηλαδή των «θνητών ειδών», άρα και η εκτέλεση των εργασιών που, κατά τον μύθο, ανέλαβαν οι δύο Τιτάνες να εκτελέσουν…
Με το να καταλήξει όμως με τον τρόπο αυτό κάποιος στο συμπέρασμα αυτό, το συμπέρασμα αυτό θα μπορούσε να κριθεί ως αβέβαιο ή ακόμα και ως αυθαίρετο. Και όντως θα ήταν, αν δεν το επιβεβαίωνε και το τελευταίο στοιχείο που αντλούμε από το κείμενο, το οποίο επίσης συμφωνεί απόλυτα με τα όσα μας λέει η γενετική επιστήμη.
Συγκεκριμένα, ο μύθος μας λέει ότι οι δύο Τιτάνες ανέλαβαν κάποιες εργασίες από τους θεούς – δηλαδή από την δύναμη της δημιουργίας – αλλά αποφάσισαν να τις ανταλλάξουν και να κάνει ο ένας την δουλειά του άλλου. Αν κάτι τέτοιο μπορούσε να επιβεβαιωθεί επιστημονικά από την σύγχρονη επιστήμη ότι συνέβη σε σχέση με τις εργασίες του DNA και του RNA, μέσα στα κύτταρα των πρώτων μορφών ζωής, τότε το αρχικό μας συμπέρασμα θα μπορούσε να είναι πολύ πιο βάσιμο.
Και όντως, σύμφωνα με την σύγχρονη επιστήμη, στις πρώτες μορφές ζωής «βασιλιάς του κυττάρου», δηλαδή φορέας των γενετικών πληροφοριών και υπεύθυνος για την αντιγραφή τους δεν ήταν το DNA, όπως είναι σήμερα, αλλά το RNA, ενώ ο ρόλος του DNA ήταν τότε δευτερεύον, ενώ δεν αποκλείεται και να εισήλθε στις κυτταρικές μορφές ζωής – θυμίζω πως η ανταλλαγή των εργασιών συνέβη κατόπιν συνεννόησης και «παραίτησης» του Προμηθέα-RNA υπέρ του Επιμηθέα-DNA από την αρχική του εργασία – από τους ιούς – όχι όμως τους ρετροϊούς – οι οποίοι εμφανίστηκαν επίσης την ίδια εποχή με τις πρώτες κυτταρικές μορφές ζωής και που ανέκαθεν είχαν γενετικό υλικό αποτελούμενο από DNA.
Η επιστήμη της βιολογίας μας λέει επίσης ότι υπήρξε κάποια εποχή, όσο ακόμα οι κυτταρικές μορφές ζωής ήταν απλές και αποτελούνταν από λίγα – αν όχι από ένα – μόνο κύτταρα, κατά την οποία το DNA εκτόπισε το RNA στο εσωτερικό του κυττάρου, με αποτέλεσμα να είναι πλέον αυτό υπεύθυνο για την φύλαξη και την αντιγραφή των γενετικών πληροφοριών…
Με άλλα λόγια συνέβη ακριβώς αυτό που, μέσα βέβαια από συμβολισμό και προσωποποίηση των «φυσικών μηχανισμών», αναφέρεται στον μύθο! Με άλλα λόγια συνέβη ακριβώς αυτό που, μέσα βέβαια από συμβολισμό και προσωποποίηση των «φυσικών μηχανισμών», αναφέρεται στον μύθο!


Πριν περάσω στο επόμενο απόσπασμα του κειμένου που διαθέτει στοιχεία γενετικής, θα αναφέρω εν συντομία το τι παρεμβάλλεται μεταξύ αυτού και του αποσπάσματος που μόλις εξετάσαμε.
Αφού οι δύο Τιτάνες αντάλλαξαν μεταξύ τους τις εργασίες που τους ανατέθηκαν, ο Επιμηθέας προχώρησε στην διανομή των δυνάμεων-ιδιοτήτων-γενετικών χαρακτηριστικών στις νέες μορφές «θνητών ειδών», με κύριο κριτήριο την εξασφάλιση της δυνατότητας διαιώνισης όλων των ειδών. Αμέλησε όμως να δώσει κάποιες ιδιαίτερες δυνάμεις-ιδιότητες-γενετικά χαρακτηριστικά στο γένος των ανθρώπων οι οποίες θα του εξασφάλιζαν την επιβίωση σε έναν άγριο και αφιλόξενο κόσμο, γεμάτο με άγρια θηρία. Τότε, όπως μας λέει το κείμενο στην συνέχεια: «ἀποροῦντι δὲ αὐτῷ ἔρχεται Προμηθεὺς ἐπισκεψόμενος τὴν νομήν, καὶ ὁρᾷ τὰ μὲν ἄλλα ζῷα ἐμμελῶς πάντων ἔχοντα, τὸν δὲ ἄνθρωπον γυμνόν τε καὶ ἀνυπόδητον καὶ ἄστρωτον καὶ ἄοπλον· ἤδη δὲ καὶ ἡ εἱμαρμένη ἡμέρα παρῆν, ἐν ᾗ ἔδει καὶ ἄνθρωπον ἐξιέναι ἐκ γῆς εἰς φῶς. ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί ―ἀμήχανον γὰρ ἦν ἄνευ πυρὸς αὐτὴν κτητήν τῳ ἢ χρησίμην γενέσθαι― καὶ οὕτω δὴ δωρεῖται ἀνθρώπῳ» (Πρωταγόρας, 321c-321d).
Με άλλα λόγια, όταν ο Προμηθέας ήρθε για να επιθεωρήσει την δουλειά του αδερφού του – κάνοντας την δουλειά που κανονικά αντιστοιχούσε σε εκείνον – είδε από την μία τα διάφορα είδη ζώων – εδώ ο όρος «ζώα» έχει την κανονική του σημασία – να είναι εφοδιασμένα με όλα τα κατάλληλα για την επιβίωσή τους μέσα και από την άλλη τον άνθρωπο να είναι «γυμνός» (χωρίς πυκνό τρίχωμα), «ανυπόδητος» (με ευαίσθητο πέλμα), «άστρωτος» (χωρίς προστασία από τις ραγδαίες μεταβολές της θερμοκρασίας) και «άοπλος» (χωρίς κάποια ιδιαίτερη δυνατότητα φυσικής άμυνας).
Όμως έφτανε πια η καθορισμένη από την «εἱμαρμένη» (≅ μοίρα) μέρα (με την έννοια του «χρόνος») που ο άνθρωπος έπρεπε να βγει από την γη στο φως (δηλαδή στην ύπαρξη, όπως είπαμε και παραπάνω). Επειδή λοιπόν ο Προμηθέας βρισκόταν σε αμηχανία γιατί δεν ήξερε τι είδους προστασίας να βρει για τον άνθρωπο, αποφασίζει να κλέψει την «ἔντεχνον σοφίαν» του Ηφαίστου και της Αθηνάς «σὺν πυρί» (πυρ: κυριολεκτικά: η φωτιά, μεταφορικά: η ενέργεια, η τεχνολογία) – γιατί ήταν αδύνατον ν’ αποκτηθούν αυτές από κάποιον «ἄνευ πυρὸς» – και έτσι λοιπόν τα δωρίζει στον άνθρωπο.


Όταν οου Προμηθέας ανακάλυψε το λάθος του αδερφού τ
σχετικά με το DNA του ανθρώπινου είδους, πλησίαζε ο
καιρός που οι άνθρωποι έπρεπε "να βγουν στο φως", δηλαδή
στην κατάσταση της ύπαρξης. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι
που δημιουργήθηκαν ήταν ήδη σχεδόν έτοιμοι να γεννηθούν
και ως εκ τούτου ήταν πολυκύτταροι οργανισμοί, το σώμα των οποίων είχε ήδη σχηματιστεί. Επειδή λοιπόν θα ήταν πολύ επικίνδυνο σε αυτήν την φάση να γίνουν γενετικές
τροποποιήσεις σχετικά με την μορφή του σώματος, αυτές
θα έπρεπε να αφορούν κυρίως τις νοητικές ικανότητες των
ανθρώπων, οι οποίες και, σύμφωνα με την επιστήμη,
συνεχίζουν να εξελίσονται και μετά την γέννηση του
ανθρώπου.
 


Η πρώτη πληροφορία περί γενετικής αυτού του αποσπάσματος του κειμένου, κρύβεται στην φράση «ἤδη δὲ καὶ ἡ εἱμαρμένη ἡμέρα παρῆν, ἐν ᾗ ἔδει καὶ ἄνθρωπον ἐξιέναι ἐκ γῆς εἰς φῶς.», η οποία χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τον χρόνο.
Η λέξη-κλειδί της φράσης αυτής είναι η λέξη «εἱμαρμένη» η οποία, αν και συνήθως μεταφράζεται ως «μοίρα», η λέξη αυτή δεν αποδίδει απόλυτα το νόημά της. «Εἱμαρμένη», κατά τους αρχαίους, θεωρείτο ως μία δύναμη ανώτερη τόσο των ανθρώπων όσο και των θεών που δεν μπορεί να ανατραπεί με καμία δύναμη και που ορίζει πράγματα σχετικά με την φύση του καθ’ ενός, όπως την γέννηση, τον θάνατο και – γιατί όχι – στην περίπτωσή μας την φυσική γενετική εξέλιξη των ειδών.
Όταν λοιπόν ο Προμηθέας εντόπισε το λάθος του Επιμηθέα στην δημιουργία του ανθρώπου, πλησίαζε η ημέρα (κατ’ άλλους ο καιρός) που ο άνθρωπος (σαν είδος) θα έπρεπε «ἐξιέναι ἐκ γῆς εἰς φῶς», δηλαδή να βγει από την γη στο φως, ή αλλιώς, όπως το εννοούσαν αυτό οι αρχαίοι, να εξέλθει από την μητέρα-γη στην ύπαρξη αυτού του κόσμου, ή – σε μία τελείως απλοϊκή απόδοση – να γεννηθεί.
Για να πλησίαζε ο καιρός όμως, όπως υποδηλώνει και η λέξη «εἱμαρμένη», να γεννηθούν οι πρώτοι άνθρωποι – δεν διευκρινίζεται με ποιον ακριβώς τρόπο – αυτό θα συνεπαγόταν ότι ο Προμηθέας είχε να κάνει με έναν ήδη πολυκύτταρο και ήδη εν ζωή οργανισμό, πιθανώς όπως είναι ένα έμβρυο κατά τον ένατο μήνα της κύησης ή – δεν αποκλείεται λόγω του ότι μιλάμε για τους πρώτους ανθρώπους που δεν θα είχαν γονείς για να τους μεγαλώσουν – όπως είναι ένας άνθρωπος στην ύστερη παιδική ή ακόμα και στην πρώιμη εφηβική ηλικία.
Σε όλες τις περιπτώσεις όμως, οι άνθρωποι αυτοί θα είχαν ήδη πάμπολλα κύτταρα κάτι το οποίο και θα έκανε, όπως παραδέχεται η επιστήμη της γενετικής, πολύ δύσκολη την μετάλλαξη του συνόλου του γενετικού υλικού όλων – ανεξαιρέτως – των κυττάρων όλων των πρώτων ανθρώπων κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο, πέραν της χρήσης των ρετροϊών. Λογικά λοιπόν, ο τρόπος με τον οποίο υποθέσαμε πως έπρεπε να δράσει ο Προμηθέας προκειμένου να διορθώσει το λάθος του αδερφού του, δεν ήταν άλλος από το να χρησιμοποιήσει τους αποτελούμενους από RNA ρετροϊούς που θα μπορούσαν να προκαλέσουν συγκεκριμένη μετάλλαξη στο σύνολο των κυττάρων όλων των ανθρώπινων οργανισμών.


Η επόμενη γενετική πληροφορία η οποία επίσης επιβεβαιώνει την υπόθεσή μας ότι η δουλειά του Επιμηθέα, την οποία όμως ανέλαβε τελικά ο Προμηθέας, είχε όντως να κάνει με την δυνατότητα μετάλλαξης του συνόλου των μεμονωμένων οργανισμών ενός συγκεκριμένου – κάθε φορά – «θνητού γένους», προέρχεται από την φράση: «ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι». Στην φράση αυτή φαίνεται η απορία του Προμηθέα – ο οποίος, όπως είπαμε δεν ήταν ο πιο «κατάλληλος» για αυτήν την δουλειά – σχετικά με το πώς θα μπορούσε να βρει «σωτηρίαν», τρόπο δηλαδή επιβίωσης για το ανθρώπινο γένος.
Οι λόγοι για τους οποίους ήταν δύσκολο για τον Προμηθέα να βρει κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό ήταν αφ ενός πως δεν επρόκειτο για ένα ασήμαντο και μικρό λάθος γενετικής φύσεως το οποίο θα μπορούσε εύκολα να διορθωθεί, αλλά για κάτι πολύ πιο σημαντικό και αφ εταίρου ότι τα σωματικά χαρακτηριστικά των πρώτων ανθρώπων είχαν ήδη σχηματιστεί και έτσι, η χρήση ενός ρετροϊού που θα μπορούσε να τα (μετ)αλλάξει θα μπορούσε να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα και δεν υπήρχε χρόνος για δοκιμές καθώς ο καιρός που οι πρώτοι άνθρωποι θα έπρεπε να «γεννηθούν» είχε σχεδόν φτάσει…
Το κομμάτι αυτό του κειμένου λοιπόν μας δίνει ακόμα περισσότερα στοιχεία σχετικά με την χρήση των ρετροϊών, την οποία και δέχτηκε να αναλάβει ο Προμηθέας-RNA, τα οποία μάλιστα συμφωνούν για ακόμα μία φορά με τα όσα μας λέει η σύγχρονη γενετική επιστήμη.


Ο μύθος αναφέρει ότι ο Προμηθέας έδωσε στον
άνθρωπο την φωτιά και τον δίδαξε τις τεχνικές
γνώσεις. Η απλοϊκή αυτή εικόνα του καλού Τιτάνα
που ευεργετεί τους ανθρώπους δίνοντάς τους την
φωτιά και τις βάσεις του ανθρώπινου πολιτισμού,
σίγουρα λειτουργεί συμβολικά. Ο Προμηθέας-RNA
ποτέ δεν δίδαξε στους ανθρώπους, με τον τρόπο
που το ενοούμε και το καταλαβαίνουμε σήμερα,
τα μυστικά της φωτιάς και τις τεχνικές γνώσεις.
Φρόντισε όμως ώστε ο ανθρώπινος εγκέφαλος
να εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε, σε αντίθεση
με τα ζώα, οάνθρωπος να μπορεί εκ φύσεως να
ανακαλύψει τόσο την φωτιά-τεχνολογία, όσο και
τις τεχνικές γνώσεις που του χρειάζονται για να
κάνει την ζωή του καλύτερη.




Ητρίτη και σημαντικότερη τώρα γενετική πληροφορία του αποσπάσματος αυτού, προέρχεται από το εξής κομμάτι του: «ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί ―ἀμήχανον γὰρ ἦν ἄνευ πυρὸς αὐτὴν κτητήν τῳ ἢ χρησίμην γενέσθαι― καὶ οὕτω δὴ δωρεῖται ἀνθρώπῳ».
Με άλλα λόγια και σε σύνδεση και με τα όσα προηγήθηκαν, ο Προμηθέας, αναζητώντας για μια λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης του ανθρώπου, ξέροντας – όπως είπαμε – πως είναι πια αργά για παρεμβάσεις στα σωματικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου τα οποία σχηματίζονται ήδη πριν την γέννησή του, αποφάσισε να παρέμβει στο μυαλό του ανθρώπου, του οποίου η εξέλιξη συνεχίζεται για αρκετά χρόνια μετά την γέννησή του και που ακόμα θα μπορούσε να επιδεχτεί μεταβολές χωρίς να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα. «Κλέπτει» λοιπόν «τὴν ἔντεχνον σοφίαν» του Ηφαίστου και της Αθηνάς «σὺν πυρί» και τα δίνει – με την μορφή ρετροϊού – στο ανθρώπινο γένος.
Η «ἔντεχνος σοφία» που συχνά μεταφράζεται σαν «τεχνικές γνώσεις», θα μπορούσε, για να βγαίνει καλύτερα το νόημα του κειμένου – και συμφωνώντας πάντα με τις αγνωστικιστικές πεποιθήσεις του Πρωταγόρα – να μεταφραστεί σαν «δυνατότητα ανάπτυξης τεχνικών γνώσεων»· και η δυνατότητα αυτή όντως εξασφαλίζεται στον άνθρωπο από τον εγκέφαλό του, για τον σχηματισμό του οποίου ευθύνεται το γενετικό του υλικό, μέσα στο οποίο εμπεριέχεται η δυνατότητα ανάπτυξης τεχνικών γνώσεων.
Το «πὺρ» έπειτα, το οποίο κυριολεκτικά μεταφράζεται ως φωτιά, είναι κοινώς αποδεκτό ότι αποτελεί σύμβολο της τεχνολογίας, καθώς η φωτιά ήταν το πρώτο τεχνολογικό επίτευγμα του ανθρώπου.
Πολύ εύκολα λοιπόν το «πὺρ», δεδομένης της γενικότερης σημασίας του κειμένου θα μπορούσε να μεταφραστεί και ως «δυνατότητα ανάπτυξης τεχνολογίας» και η οποία, όπως η σύγχρονη επιστήμη της βιολογίας παραδέχεται, οφείλεται επίσης στον ανθρώπινο εγκέφαλο και στον σχηματισμό του από το ανθρώπινο γενετικό υλικό. 


Η αναφορά της θεάς Αθηνάς στον
συγκεκριμένο μύθο δεν είναι καθόλου
τυχαία, καθώς ο εν λόγω μύθος μας
μιλά για την γενετική τροποποίηση
του ανθρώπου κατά τέτοιον τρόπο
ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί
τεχνολογικά και πνευματικά. Η θεά
Αθηνά άλλωστε είναι η θεά του
αρχαιοελληνικού πανθέου που
σχετίζεται περισσότερο από κάθε
άλλη θεότητα με την γενετική.




Η δε επιλογή του Ηφαίστου και της Αθηνάς, ως κατόχων των δύο αυτών «δυνατοτήτων», μόνο τυχαία που δεν είναι.
Ο Ήφαιστος, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση, από την μία είναι ο θεός της φωτιάς και – ουσιαστικά – ο πατέρας της τεχνολογίας και θα ήταν παράλογο η φωτιά και οι υλικές τεχνικές γνώσεις να αποδοθούν σε οποιονδήποτε άλλο θεό· αν και αυτό ελάχιστη σημασία είχε για τον Πρωταγόρα που δεν πίστευε στο δωδεκάθεο, είχε μεγάλη σημασία για το ακροατήριο του, στο οποίο, σαν σοφιστής που ήταν, ήθελε να είναι αρεστός.
Η αναφορά στην Αθηνά, όμως, από την άλλη, είχε έναν κάπως πιο σημαντικό ρόλο, μέσα στο κείμενο· στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφοροι μύθοι – δεν αποκλείεται να αναφερθώ σε αυτούς σε κάποια άλλη περίσταση – οι οποίοι θέλουν την Αθηνά να επεμβαίνει η ίδια σε διάφορους οργανισμούς προκαλώντας τους μικρότερες ή μεγαλύτερες γενετικής φύσεως αλλαγές· δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως – κατά πολλούς – η Αθηνά ήταν η «γενετιστής» των θεών του Ολύμπου!
Η αναφορά της Αθηνάς λοιπόν παίζει διπλό ρόλο στο κείμενο· από την μία καλεί τους αναγνώστες να συνδέσουν τον μύθο με την γενετική και από την άλλη καθιστά λογικό ο Προμηθέας-RNA να βρήκε έτοιμες τις αλληλουχίες των ριβονουκλεοτιδίων που του χρειάζονταν, οι οποίες αλληλουχίες ήταν στην ουσία γενετικές πληροφορίες και – σε φιλοσοφικό επίπεδο – πληροφορία ίσον γνώση, γνώση ίσον σοφία και σοφία ίσον Αθηνά.
Αφού λοιπόν ο Πρωταγόρας, αγνωστικιστής όντας, δεν πίστευε στο δωδεκάθεο, είναι πολύ πιθανόν να ανέφερε την Αθηνά ως σύμβολο της γνώσης και κατ’ επέκταση της πληροφορίας και της αλληλουχίας των νουκλεοτιδίων του RNA των φυσικών ρετροϊών που πιθανώς οφείλονται για την ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Ωστόσο δεν πρέπει να παραλείψουμε και το γεγονός ότι ο Πρωταγόρας, σαν σοφιστής που ήταν, δεν αποκλείεται να ανέφερε τους δύο αυτούς συγκεκριμένους θεούς και διότι, λόγω του ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι τους θεωρούσαν προστάτες και προπάτορές τους, με τον τρόπο αυτό θα γινόταν πιο συμπαθής στο αθηναϊκό του ακροατήριο και κατά συνέπεια τα λόγια του θα ακούγονταν πιο πειστικά στο ακροατήριο αυτό.


Η τελευταία τέλος πληροφορία περί γενετικής που δίνεται από το απόσπασμα αυτό εμφανίζεται στην φράση που παρεμβάλλεται μεταξύ των δύο παυλών: «―ἀμήχανον γὰρ ἦν ἄνευ πυρὸς αὐτὴν κτητήν τῳ ἢ χρησίμην γενέσθαι―». Αν και η πληροφορία που απορρέει από την φράση αυτή δεν είναι τόσο σημαντική καθώς και από την απλή λογική θα μπορούσε να εξηγηθεί και, σε σχέση με τις άλλες πληροφορίες που πήραμε από το υπόλοιπο κείμενο, φαντάζει σχετικά ασήμαντη, κατά την γνώμη μου,
είναι κι αυτή εξίσου αξιοσημείωτη.
Η φράση αυτή λέει – σε σχέση και με το υπόλοιπο κείμενο – ότι, χωρίς την φωτιά (δηλαδή την δυνατότητα ανάπτυξης τεχνολογίας), θα ήταν αδύνατη η ύπαρξη της «δυνατότητας ανάπτυξης (και εφαρμογής) των τεχνικών γνώσεων». Κάτι τέτοιο είναι απολύτως λογικό καθώς είναι αδύνατον κάποιος να βρίσκει εφαρμογές των τεχνικών γνώσεων, άμα δεν έχει την δυνατότητα να αναπτύξει την τεχνολογία. Και οι επιστήμες της βιολογίας και της γενετικής θα συμφωνήσουν όμως στο ότι είναι πρακτικά – εκτός από λογικά – αδύνατον ένα ον – όχι απαραίτητα ανθρώπινο – να έχει εγκέφαλο ανεπτυγμένο αρκετά για να έχει την δυνατότητα να αναπτύξει τεχνικές γνώσεις, την στιγμή που είναι ανίκανος να αναπτύξει τεχνολογία.


Όλες αυτές όμως οι πληροφορίες τις οποίες μπορεί κανείς να αντλήσει από τον διάλογο του Πλάτωνα «Πρωταγόρας» και οι οποίες παρουσιάζουν εκπληκτικές ομοιότητες με τα όσα λέει η σύγχρονη επιστήμη, παρά την επιστημονική ορθότητά τους, παραμένουν γνώσεις που, σύμφωνα με την συμβατική ιστορία, θα ήταν λογικά αδύνατον να κατείχε ο Πλάτωνας. Το πλήθος όμως των παραδειγμάτων τέτοιων «ανεξήγητων» γνώσεων – και όχι μόνο στον «Πρωταγόρα» – μας κάνει να αναζητήσουμε πιο βαθειά την αλήθεια σχετικά με το από πού προήλθαν οι γνώσεις αυτές.


Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να εξετάσουμε δύο πιθανές περιπτώσεις· η μία είναι ο διάλογος του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα να είναι – εν μέρει τουλάχιστον – πλαστός και οι γνώσεις αυτές να προέρχονται από τον ίδιο τον Πλάτωνα, ο οποίος, απ’ ότι φαίνεται και από άλλα έργα του (βλέπε «Τίμαιος» και «Κριτίας»), όντως κατείχε γνώσεις πολύ «προχωρημένες» για την εποχή του και η άλλη είναι ο εν λόγω διάλογος να είναι αληθινός και το δυνατόν πιστότερα καταγεγραμμένος και οι γνώσεις περί γενετικής να έρχονται από τον ίδιο τον Πρωταγόρα.


Αναμφισβήτητα, η πιο πιθανή εκδοχή είναι αυτή που θέλει τον Πλάτωνα να περνά τις γνώσεις αυτές μέσα στον διάλογο αυτό. Και αυτό συμβαίνει, όχι μόνο γιατί το να αποδοθεί τόσο πιστά από τον Πλάτωνα ένας διάλογος που έγινε και μάλιστα ενώ εκείνος δεν ήταν μπροστά ήταν κάτι πολύ δύσκολο, αλλά και γιατί και σε άλλα του βιβλία, ο Πλάτωνας κάνει αναφορές σε γνώσεις που λογικά κανείς εκείνη την εποχή δεν θα μπορούσε να έχει.


Προτομή του αρχαίου Αθηναίου
νομοθέτη Σόλωνα που φιλοξενείται
στο Museo Nazionale στην Νάπολη
της Ιταλίας. Ο Σόλων είχε κάνει
πολλά ταξίδια σε πολλά μέρη του
κόσμου. Στην Σάιδα της Αιγύπτου,
ο Πλάτωνας υποστηρίζει πως
Αιγύπτιοι ιερείς του
μεταλαμπάδευσαν διάφορες
πανάρχαιες γνώσεις, από τον καιρό
πριν τον ελληνοατλαντικό πόλεμο.
Δεδομένου λοιπόν του ότι ο Πλάτων
καταγόταν από την γενιά του
Σόλωνα, θα ήταν λογικό οι τόσο
επιστημονικά ορθές γνώσεις του
περί γενετικής να προέρχονται
από εκείνο το ταξίδι του Σόλωνα
στην Σάιδα.



ΟΠλάτωνας, δεδομένων και των άλλων «ανεξήγητων» για την εποχή γνώσεων που μπορούμε να εντοπίσουμε στα βιβλία του, θα μπορούσε, σύμφωνα με την απλή λογική να γνώριζε και την ουσία των όσων αναφέρονται από τον Πρωταγόρα στον ομώνυμο διάλογό του.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως ο Πλάτωνας καταγόταν από την γενιά του νομοθέτη Σόλωνα, ο οποίος είχε ταξιδεύσει στην Αίγυπτο και στην Μέση Ανατολή.
Στα ταξίδια του, όπως ο ίδιος ο Πλάτωνας αναφέρει στον διάλογό του «Τίμαιος», έμαθε διάφορα πράγματα σχετικά με το μακρινό παρελθόν την ανθρωπότητας – και όχι μόνο. Για παράδειγμα, από τους ιερείς της Σάιδας της Αιγύπτου, ο Πλάτωνας αναφέρει πως ο Σόλων έμαθε για τον πανάρχαιο ελληνοατλαντικό πόλεμο και για την χαμένη ήπειρο της Ατλαντίδας.
Αν λοιπόν, όπως ο ίδιος ο Πλάτων ισχυρίζεται στον «Τίμαιο» και στον «Κριτία», υπήρξε κάποτε ένας τόσο προηγμένος πολιτισμός που θα μπορούσε να κατέχει αυτές τις επιστημονικές γνώσεις, αν τα ιερατεία της Αιγύπτου – και ίσως όχι μόνο – διατήρησαν την γνώση αυτή, αν ο Σόλων όντως πήρε την γνώση αυτή από την Σάιδα και ίσως και από αλλού και, γυρνώντας στην Ελλάδα την έγραψε σε χειρόγραφα, θα ήταν λογικό ο Πλάτωνας, σαν απόγονός του, να τα διαβάσει και, είτε μόνος του, είτε με την βοήθεια του δασκάλου του Σωκράτη, ο οποίος θεωρείτο ο σοφότερος των ανθρώπων, να προσπάθησε να καταλάβει τι ακριβώς σήμαιναν οι γνώσεις αυτές.
Μετά δε, μην μπορώντας να καταλάβει πλήρως – και λογικά – το τι σήμαιναν τα όσα έμαθε ο Σόλωνας στην Αίγυπτο, πήρε την σωστή απόφαση να περάσει τις γνώσεις αυτές μέσα από τους διαλόγους του στις επόμενες γενιές, ώστε, όταν οι άνθρωποι θα κατέχουν τις απαραίτητες γνώσεις, να μπορέσουν να καταλάβουν ό,τι απέμεινε από την πανάρχαια εκείνη γνώση. Και να μην ισχύει όμως το ότι ο Πλάτωνας κατείχε τα χειρόγραφα του Σόλωνα ή – έστω – ότι είχε ακούσει για τις ιστορίες του, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να πήγε ο ίδιος στην Αίγυπτο και να έμαθε τις γνώσεις αυτές και να τις απέδωσε στον Σόλωνα, φοβούμενος μην πάθει ό,τι και ο Σωκράτης που του επέβαλλαν να πιει το κώνειο.
Από τις δύο ωστόσο εκδοχές, η προσωπική μου γνώμη είναι πως ισχύει μάλλον αυτή που θέλει τον Σόλωνα και όχι τον ίδιο τον Πλάτωνα να παίρνει τις αρχαίες γνώσεις από την Αίγυπτο· δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο το ότι ο Σόλωνας ήταν ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας… [ο νοών νοείτω]






Μοντέλο ενός ατόμου. Η σύγχρονη επιστήμη ατάφερε
να ανακαλύψει την ύπαρξη των ατόμων κατά τον 19ο αιώνα,
λόγω του πολύ μικρού μεγέθους τους. Ήδη όμως από την
αρχαιότητα, ο Δημόκριτος από τα Άβδηρα είχε πρώτος
διατυπώσει την θεωρία ότι τα πάντα αποτελούνται από
άτομα και κενό, δύο χιλιετίες πριν κάτι τέτοιο αποδειχθεί.
Μήπως λοιπόν και ο Δημόκριτος κατείχε κάποια αρχαία
γνώση; Και, δεδομένου του ότι ο Πρωταγόρας υπήρξε
μαθητής του, μήπως τα όσα εμφανίζεται να λέει ο σοφιστής
στον ομόνυμο διάλογο του Πλάτωνα εμπεριέχουν γνώσεις
περί γενετικής που ο Δημόκριτος είχε αντλήσει από την
ίδια πηγή αρχαίας γνωσης;




Όσον αφορά την περίπτωση τώρα οι γνώσεις να προέρχονται από τον Πρωταγόρα και όχι από τον Σωκράτη, αν και προσωπικά δεν συμφωνώ, οφείλω να πω ότι είναι και αυτή αρκετά πιθανό να ισχύει…
Ο Πρωταγόρας ήταν ένας από τους κορυφαίους σοφιστές της εποχής του και όντως ήταν πολύ σοφός. Δάσκαλός του υπήρξε ο Δημόκριτος από τα Άβδηρα που πίστευε πως τα πάντα αποτελούνταν από άτομα και κενό κάτι που η επιστήμη της φυσικής θα χρειαζόταν πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια – από τότε – για να ανακαλύψει και να παραδεχτεί.
Και ας μην ξεχνάμε ότι ο Δημόκριτος είχε επίσης ταξιδεύσει και μάλιστα πάρα πολύ, καθώς επισκέφτηκε σίγουρα την Αίγυπτο, την Βαβυλώνα και την Περσία, ενώ φημολογείται πως έφτασε μέχρι την Αιθιοπία και την Ινδία· όλες αυτές οι περιοχές δε, βρίσκονται σε κράτη όπου υπήρχε αρχαία υπερτεχνολογία…
Θα ήταν λοιπόν λογικό, αν υποθέσουμε πως οι γνώσεις που εντοπίσαμε στο κείμενο του Πλάτωνα προέρχονται όντως από τον Πρωταγόρα, σε αυτόν να τις μεταλαμπάδευσε ο Δημόκριτος, αφού πρώτα τις έμαθε κατά την διάρκεια των ταξιδιών του. Ο Πλάτωνας πάλι που ξέρει για την ύπαρξη του προηγμένου πολιτισμού που υπήρξε την εποχή πριν τον ελληνοατλαντικό πόλεμο, ίσως, επειδή υπέθεσε ότι και οι γνώσεις αυτές κατάγονται από τα χρόνια εκείνα, αποφάσισε να φιλοξενήσει στον διάλογό του «Πρωταγόρας» και αυτές τις γνώσεις του ομώνυμου σοφιστή.


Απ’ όπου όμως κι αν προέρχονται οι γνώσεις αυτές, το σίγουρο είναι ότι η ομοιότητά τους με τα όσα παραδέχεται η σύγχρονη επιστήμη είναι εκπληκτική. Αυτό συνεπάγεται πως είναι πάρα πολύ πιθανό, αν όχι βέβαιο, όχι απλά οι γνώσεις αυτές να προέρχονται από έναν πανάρχαιο προηγμένο πολιτισμό, αλλά και ότι ο Πλάτωνας κατείχε αρκετές απ’ αυτές και έκανε μεγάλη και οργανωμένη προσπάθεια – αν και ανολοκλήρωτη – να μεταδώσει σε εμάς το σύνολο αυτών των γνώσεων. Το μόνο λοιπόν που εμείς έχουμε να κάνουμε είναι να διαβάσουμε ξανά τα κείμενά του, όχι με το μάτι του φιλοσόφου ή του λογοτέχνη, αλλά με το μάτι του ερευνητή.


ΠΗΓΗ erevnw

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου