Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Έτσι θα γκρεμίσει το Ισλαμικό ΝΑΤΟ η Ελλάδα


Ραφαήλ Καλυβιώτης

Το τρίγωνο Τουρκία – Σαουδική Αραβία – Πακιστάν δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή αλλά απλώνεται ήδη μέσα στην ίδια την Ευρώπη. Πακιστανικά και τουρκικά δίκτυα τζαμιών στη Γερμανία, στο Βέλγιο και στη Βρετανία αναπτύσσονται χωρίς εμπόδια. Η χρηματοδότηση ισλαμιστικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εντός της ΕΕ με τουρκικές επιρροές μέσω της Diyanet πάνω στις μουσουλμανικές κοινότητες της Δυτικής Ευρώπης προκαλεί έντονο προβληματισμό στη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών λαών.

Η άνοδος των ταυτοτικών κομμάτων δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, αποτελεί την άμεση συνέπεια αυτής ακριβώς της αιτιώδους σχέσης. Η Ελλάδα λοιπόν αντί να περιφέρεται ως woke συμπλήρωμα των Αμερικανών Δημοκρατικών που προωθούν ισλαμιστές οφείλει να ενισχύει τα ταυτοτικά στοιχεία στην Ευρώπη αναδεικνύοντας μέσα από ψυχολογικές και όχι μόνον επιχειρήσεις την Τουρκία ως τον κυρίαρχο μοχλό αυτής της πίεσης. Δε χρειάζεται δε ιδιαίτερη προσπάθεια. Είναι η αλήθεια. Έχοντας άμεση εμπειρία από τη λειτουργία τέτοιων δικτύων στη Θράκη και στις μεταναστευτικές ροές η Ελλάδα μπορεί να γίνει ευρωπαϊκός κόμβος τεχνογνωσίας πάνω στην ισλαμιστική επιρροή.

Η συμμαχία Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας – Πακιστάν δεν είναι βέβαια ομοιογενής. Πρόκειται για ένα σύστημα αλληλοεπικαλυπτόμενων συμφερόντων με κρυφές τάσεις τριβής. Ο βασικός κανόνας στη γεωπολιτική εκμετάλλευση των αδυναμιών ενός αντιπάλου δεν είναι να ακούς τι διακηρύσσει φωναχτά αλλά να εντοπίζεις τι αποφεύγει επιμελώς να πει. Κάθε συμμαχία κατασκευάζει επίσημες αφηγήσεις ενότητας ακριβώς στα σημεία όπου υπάρχει διαφωνία. Το τρίγωνο Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας – Πακιστάν δεν αποτελεί εξαίρεση.

Η ισλαμική αλληλεγγύη που επικαλείται η κάθε πλευρά λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο και όχι ως οργανική πραγματικότητα. Πίσω της κρύβονται ηγεμονικοί ανταγωνισμοί, θεολογικές εχθρότητες και οικονομικές ανισότητες που αν κατανοηθούν σωστά μετατρέπονται σε μοχλούς για την ανάπτυξη μιας έξυπνης ελληνικής στρατηγικής.

Ρωγμή πρώτη : Η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία δεν μιλούν την ίδια ισλαμική γλώσσα

Η Τουρκία του Ερντογάν έχει υιοθετήσει την ισλαμιστική πολιτική της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ένα κίνημα που πιστεύει στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τα κάτω προς τα πάνω μέσω εκλογικής συμμετοχής και κινητοποίησης των μαζών και μέσω οργανωμένης πολιτικής δράσης. Αυτό το μοντέλο συνιστά υπαρξιακή απειλή για τους Σαούντ.

Οι ίδιοι στηρίζονται στο βασιλικό καθεστώς που αντλεί νομιμοποίηση από το θεϊκό δικαίωμα και τη φυλετική κληρονομιά. Τοιουτοτρόπως, δεν μπορούν να ανεχθούν ένα ρεύμα που ισχυρίζεται πως ο απλός πιστός έχει δικαίωμα να εκλέγει ηγέτη. Ο Ερντογάν έχει τοποθετηθεί ρητά απέναντι στο σαουδαραβικό ορθόδοξο Ισλάμ και υπέρ της υποστήριξης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας εκ μέρους του Κατάρ.

Η Αθήνα δύναται να καλλιεργεί διακριτικά αλλά ταυτόχρονα αξιόπιστα τη διμερή σχέση με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως σταθερή δύναμη στη Μεσόγειο που δεν φλερτάρει με ισλαμιστικά κινήματα. Φυσικά τα ΗΑΕ και η Σαουδική Αραβία διατηρούν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους. Η Ελλάδα ωστόσο μπορεί να αναδειχθεί σε πόλο διαμεσολάβησης όταν η τουρκική επεκτατικότητα θα λειτουργήσει αργά ή γρήγορα ως καταλύτης αντισυσπείρωσης.

Ειδικότερα η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτύξει με τα ΗΑΕ σημαντική συνεργασία στην αντιμετώπιση της Diyanet και των τουρκικών δικτύων θρησκευτικής επιρροής στην Αφρική και στα Βαλκάνια. Πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο τα ΗΑΕ έχουν έντονο ιδιοτελές ενδιαφέρον καθώς ανταγωνίζονται ενεργά την τουρκική παρουσία στο ίδιο γεωγραφικό τόξο. Η Ελλάδα διαθέτει τη γεωγραφική θέση, την ευρωπαϊκή νομιμοποίηση και την ιστορική παρουσία στα Βαλκάνια. Τα ΗΑΕ προσφέρουν χρήμα, δίκτυα και πολιτική πρόσβαση στον αραβικό κόσμο. Αυτή είναι η λογική της βυζαντινής συμμαχίας η οποία επιτάσσει να βρεις τον αντίπαλο του αντιπάλου σου και να του δώσεις εκείνο που πραγματικά χρειάζεται.

Ρωγμή δεύτερη: Η Σαουδική Αραβία δεν θέλει μία ισχυρή Τουρκία αλλά μία προβλέψιμη Τουρκία

Μία από τις πιο διαδεδομένες παρεξηγήσεις για τη σαουδαραβική εξωτερική πολιτική είναι ότι το Ριάντ επιθυμεί την ενίσχυση της ισχύος της Άγκυρας. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Σαουδική Αραβία φοβάται μια ισχυρή Τουρκία για τον ίδιο λόγο που φοβόταν ιστορικά την Αίγυπτο του Νάσερ. Μία ισχυρή λαϊκιστική και κινηματική ισλαμική δύναμη που προσελκύει μουσουλμανικούς πληθυσμούς μέσω ιδεολογίας και όχι διά του πλούτου αποτελεί τον απόλυτο υπαρξιακό ανταγωνιστή για το δυναστικό καθεστώς.

Το Ριάντ συνεργάζεται με την Άγκυρα εκεί όπου έχει άμεσο συμφέρον κυρίως στην αντιμετώπιση του Ιράν αλλά σε κανένα επίπεδο δεν επενδύει στη μακροπρόθεσμη τουρκική ισχύ. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Σημαίνει ότι το Ριάντ είναι δεκτικό σε αφηγήσεις που υπονομεύουν την τουρκική γεωστρατηγική φιλοδοξία αρκεί αυτές να μην ταυτίζονται με δυτικές αντισαουδαραβικές ατζέντες.

Πρακτικά λοιπόν η Ελλάδα θα μπορούσε να επενδύσει σε υψηλού επιπέδου επαφές με τον σαουδαραβικό μηχανισμό πληροφοριών και άμυνας προσφέροντας ανάλυση των τουρκικών δικτύων εντός της ΕΕ και των Βαλκανίων, πεδίο στο οποίο διαθέτει ή οφείλει να διαθέτει άμεση εποπτεία. Ο ρόλος της Ελλάδας ως τεκμηριωτής της τουρκικής επεκτατικότητας σε κοινούς διπλωματικούς χώρους αποτελεί ακριβώς εκείνο το πλεονέκτημα που παραμένει αναξιοποίητο. Η Σαουδική Αραβία θα ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τέτοιου είδους δεδομένα. Όμως, κανείς μέχρι σήμερα δεν σκέφτηκε να τα προσφέρει συστηματικά.

Ρωγμή τρίτη: Η στρατιωτική συνεργασία Τουρκίας – Πακιστάν έχει οροφή

Η τουρκο-πακιστανική στρατιωτική σχέση η πιο ορατή έκφραση της οποίας είναι η πώληση Bayraktar TB2 και η μεταφορά τεχνολογίας για drones παρουσιάζεται συχνά ως απόδειξη μιας αμυντικής συμμαχίας με βάθος. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το Πακιστάν διαθέτει δικό του ανεξάρτητο αμυντικό βιομηχανικό σύμπλεγμα με ισχυρές ρίζες στην Κίνα και όχι στην Τουρκία. Η Κίνα παρέχει πυρηνική τεχνολογία, προηγμένα μαχητικά JF 17 υποβρύχια και μεγάλες υποδομές μέσω του CPEC. Σε σύγκριση με αυτά η τουρκική σχέση παραμένει συμπληρωματική και χρήσιμη αλλά προς το παρόν όχι υπαρξιακή.

Αυτό σημαίνει πως το Πακιστάν δεν πρόκειται να θυσιάσει τη σχέση του με την Κίνα ή τη σχέση του με τη Σαουδική Αραβία για να προστατεύσει τα τουρκικά συμφέροντα εκείνα που δεν το αφορούν άμεσα. Αν η Ελλάδα δεχόταν ποτέ άμεση επιθετικότητα με πακιστανική εμπλοκή σε επίπεδο πληροφοριών ή τεχνολογικής μεταφοράς διαθέτει σημαντικά μέσα αποτροπής μέσω της Ινδίας και των ΗΑΕ που μπορούν να ανεβάσουν το κόστος μιας τέτοιας εμπλοκής πολύ πέρα από ότι το Πακιστάν θα ήταν διατεθειμένο να πληρώσει για ελληνοτουρκικά ζητήματα.

Το συνθετικό συμπέρασμα: Η Ελλάδα ως αρχιμήδειο σημείο

Αν υπάρχει ένα πρακτικό συμπέρασμα από όλη αυτή την ανάλυση είναι ότι η ισχύς της Ελλάδας δεν βρίσκεται σε ότι μπορεί να κάνει μόνη της αλλά στο πού ακριβώς στέκεται στον γεωπολιτικό χάρτη. Είναι το μοναδικό κράτος στον κόσμο που ανήκει ταυτόχρονα στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ βρίσκεται εντός Σένγκεν, στα όρια της ισλαμικής επεκτατικότητας με πρόσβαση στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο και με ενεργό ιστορική παρουσία σε χώρους όπως η Αίγυπτος, η Κύπρος, το Ισραήλ που είναι κρίσιμοι για όλους τους παίκτες.

Αυτή η θέση αποτελεί το αρχιμήδειο σημείο, το σημείο από το οποίο αν κουνηθεί σωστά ο μοχλός μπορούν να μετακινηθούν βάρη δυσανάλογα μεγαλύτερα από τη δική μας ισχύ. Ο Αρχιμήδης ήταν Έλληνας. Το σημείο παραμένει εκεί. Το μόνο που μένει να αποφασιστεί είναι αν η Ελλάδα θα επιλέξει να σταθεί πάνω του.

Ο Νικηφόρος Φωκάς θα έλεγε πως η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει την τουρκική απειλή μόνο στο Αιγαίο αλλά σε όλα τα πεδία όπου η Τουρκία είναι εκτεθειμένη. Ο Βελισσάριος θα προσέθετε ότι η χρήση εποικοδομητικών συμμάχων λειτουργεί ως δύναμη πολλαπλασιαστή. Ο ίδιος ενσωμάτωνε εχθρικούς πολεμιστές ως foederati. Σήμερα η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη Σερβία, την Αρμενία, τους Κούρδους πολιτικούς δρώντες, τους Αιγύπτιους και τους Ρωμιούς Ορθόδοξους σε όλον τον κόσμο χτίζοντας ασύμμετρα δίκτυα στις περιφέρειες της τουρκικής επιρροής. Η Ορθοδοξία αποτελεί δίκτυο περίπου 300 εκατομμυρίων ανθρώπων (Ρωσία, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία, Αιθιοπία) που ποτέ μέχρι σήμερα δεν αξιοποιήθηκε ως στρατηγικό εργαλείο.

Είναι διατεθειμένη η Ελλάδα να αποκτήσει ξανά αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ή θα παραμείνει το αποτέλεσμα της απουσίας φιλοδοξιών της μεταπολίτευσης;

ΠΗΓΗ newsbreak 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου