Την πρωτοχρονιά του 1068 ο 45χρονος Ρωμανός Διογένης εστέφθη Αυτοκράτωρ Ρωμαίων, ονειροπολώντας να αναβιώσει τη δόξα και τη χαμένη δύναμη της Αυτοκρατορίας, σχεδιάζοντας να απαλλάξει τα Θέματα (επαρχίες) της Μικράς Ασίας από τις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, χωρίς να διαθέτει τα αξιόμαχα φουσάτα των προηγούμενων Στρατηγών –Αυτοκρατόρων, ή την υποστήριξη των πολιτικών της Βασιλεύουσας, οι οποίοι διέκοψαν απρόθυμα την ηθική και υλική καταστροφή του στρατού και του κράτους για να τον εκθρονίσουν.
Ο προηγούμενος Αυτοκράτωρ, Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας, είχε πεθάνει σε προχωρημένη ηλικία στις 21 Μαΐου 1067, αφήνοντας ως ανήλικο διάδοχο, τον γιό του Μιχαήλ και την 30χρονη όμορφη σύζυγό του Ευδοκία Μακρεμβολίτισα, η οποία ασκούσε την αντιβασιλεία προς χάριν του γιού της. Η Αυγούστα είχε απομείνει πλέον μόνη, ανασφαλής και περιστοιχισμένη από μία φατρία δολοπλόκων πολιτικών, για να κυβερνήσει μία τεράστια Αυτοκρατορία της οποίας οι επαρχίες μαστίζονταν από εχθρικές επιδρομές.

