![]() |
Σειρά άρθρων: ΤΑ 7 ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (5/7)
Του Νικόλαου Μενελάου
Τέως Προέδρου Σωματείου Ταχυδρόμων Νομού Αχαΐας
Υπήρξαν μνημεία που χρειάστηκαν δεκαετίες για να αποκτήσουν τη φήμη τους.
Ο Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο χρειάστηκε αιώνες.
Χτίστηκε, μεγάλωσε, καταστράφηκε και ξαναγεννήθηκε. Συνδέθηκε με βασιλιάδες, μεγάλους αρχιτέκτονες και γλύπτες, με έναν άνθρωπο που θέλησε να κερδίσει την αθανασία καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορούσε να δημιουργήσει, αλλά και με τον άνθρωπο που λίγα χρόνια αργότερα θα άλλαζε την ιστορία του αρχαίου κόσμου: τον Μέγα Αλέξανδρο.
Και ίσως αυτή να είναι η πρώτη μεγάλη έκπληξη στην ιστορία του.
Ο περίφημος ναός που πυρπόλησε ο Ηρόστρατος δεν ήταν ακριβώς ο ίδιος ναός που έμεινε στην Ιστορία ως ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου.
Για να φτάσουμε όμως εκεί, πρέπει να επιστρέψουμε πολλούς αιώνες πίσω.
Μια διαφορετική Άρτεμις
«Άγαλμα της Εφεσίας Αρτέμιδος. Οι χαρακτηριστικές ωοειδείς προεξοχές έχουν ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους και η σημασία τους παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Μουσείο Εφέσου.»
Η Έφεσος υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Μικράς Ασίας και το μεγάλο ιερό της Αρτέμιδος εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του αρχαίου κόσμου.
Όμως η Άρτεμις που λατρευόταν εκεί δεν πρέπει να ταυτίζεται απλοϊκά με την εικόνα που έχουμε συνήθως για την ελληνική θεά.
Δεν είναι απλώς η παρθένος κυνηγός των βουνών και των δασών, με το τόξο και τα βέλη της.
Η Εφεσία Άρτεμις απέκτησε ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά μέσα στο μικρασιατικό περιβάλλον. Η λατρεία της συνδέθηκε τόσο στενά με την πόλη, ώστε η θεά και η Έφεσος έγιναν σχεδόν αδιαχώριστες.
Ακόμη και η χαρακτηριστική μορφή με την οποία απεικονίστηκε στους μεταγενέστερους χρόνους εξακολουθεί να δημιουργεί συζητήσεις.
Στο στήθος της εμφανίζονται πολυάριθμες ωοειδείς προεξοχές. Για πολλά χρόνια επικράτησε η άποψη ότι πρόκειται για πολλούς μαστούς και ότι η εικόνα συμβόλιζε τη γονιμότητα. Η ερμηνεία αυτή, όμως, δεν θεωρείται βέβαιη. Έχουν προταθεί διαφορετικές εξηγήσεις για το τι ακριβώς παριστάνουν τα παράξενα αυτά στοιχεία.
Γι' αυτό και ο χαρακτηρισμός της Εφεσίας Αρτέμιδος ως «πολύμαστης θεάς» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ήθελαν να αποδώσουν οι αρχαίοι καλλιτέχνες.
Και αυτή θα είναι μόνο η πρώτη από τις πολλές περιπτώσεις όπου, στην ιστορία του Αρτεμισίου, ο μύθος και η πραγματικότητα δεν είναι τόσο εύκολο να ξεχωρίσουν.
Ένα ιερό πολύ παλαιότερο από το Θαύμα
Ο Ναός της Αρτέμιδος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τον 6ο αιώνα π.Χ.
Οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν αποκαλύψει διαδοχικές οικοδομικές φάσεις και λατρευτική δραστηριότητα πολύ πριν από την κατασκευή του περίφημου μεγάλου ναού.
Ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν ναϊκές κατασκευές στον χώρο.
Όλα όμως άλλαξαν τον 6ο αιώνα π.Χ.
Τότε άρχισε να δημιουργείται ένας ναός που θα ξεπερνούσε κατά πολύ όσα είχαν προηγηθεί. Ένα μνημείο τεραστίων διαστάσεων, κατασκευασμένο σε μεγάλη έκταση από μάρμαρο και σχεδιασμένο έτσι ώστε να κάνει σαφές σε κάθε επισκέπτη ότι δεν βρισκόταν μπροστά σε ένα συνηθισμένο ιερό.
Και σε αυτή την ιστορία εμφανίζεται ένας άνθρωπος που γνωρίζουμε πολύ καλά από την αρχαία ελληνική ιστορία.
Ο Κροίσος, βασιλιάς της Λυδίας.
Ο Κροίσος και ο μεγάλος ναός
Η σχέση του Κροίσου με το Αρτεμίσιο δεν αποτελεί απλώς έναν μεταγενέστερο θρύλο.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Λυδός βασιλιάς αφιέρωσε στην Έφεσο τους περισσότερους από τους κίονες του ναού, ενώ η αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φως αρχιτεκτονικά μέλη με επιγραφές που συνδέονται με τις αφιερώσεις του.
Έχουμε επομένως έναν εξαιρετικά ισχυρό συνδυασμό:
αρχαία γραπτή μαρτυρία και αρχαιολογικά ευρήματα.
Ο άνθρωπος του οποίου ο πλούτος έμεινε παροιμιώδης μέχρι τις μέρες μας συνέβαλε στη δημιουργία ενός από τα πλουσιότερα και εντυπωσιακότερα ιερά της αρχαιότητας.
Ένας ναός που όμοιός του δεν είχε ξαναχτιστεί
Για να αντιληφθούμε την εντύπωση που προκαλούσε το Αρτεμίσιο, πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε για λίγο όσα γνωρίζουμε από τους μεγάλους κλασικούς ναούς της Ελλάδας.
Βρισκόμαστε στον 6ο αιώνα π.Χ.
Ο Παρθενώνας δεν υπάρχει ακόμη.
Και στην Έφεσο υψώνεται ένα οικοδόμημα πρωτοφανών διαστάσεων.
Ο αρχαϊκός ναός ήταν δίπτερος: γύρω από τον σηκό αναπτυσσόταν διπλή σειρά κιόνων, δημιουργώντας ένα πραγματικό δάσος από κίονες γύρω από το εσωτερικό οικοδόμημα.
Η επιλογή δεν ήταν μόνο εντυπωσιακή αισθητικά. Μετέτρεπε την προσέγγιση προς τον σηκό σε εμπειρία. Ο πιστός δεν περνούσε απλώς από μια πρόσοψη για να βρεθεί μπροστά στη θεά. Προχωρούσε ανάμεσα σε σειρές τεράστιων κιόνων, μέσα σε έναν χώρο όπου η αρχιτεκτονική δημιουργούσε σταδιακά την αίσθηση ότι άφηνε πίσω του τον καθημερινό κόσμο και πλησίαζε το ιερό.
Και το υλικό του έκανε ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση.
Μάρμαρο.
Σε μια εποχή κατά την οποία οι μεγάλες λίθινες κατασκευές βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη, το Αρτεμίσιο αποτέλεσε ένα από τα πρώιμα μνημειακά επιτεύγματα της ιωνικής αρχιτεκτονικής σε μάρμαρο.
Οι κίονές του ήταν ιωνικού ρυθμού, ψηλοί και λεπτότεροι στις αναλογίες τους από τους βαρύτερους δωρικούς κίονες. Στις κορυφές τους τα χαρακτηριστικά ιωνικά κιονόκρανα με τις έλικες ενίσχυαν την αίσθηση ύψους και κομψότητας.
Αλλά υπήρχε και κάτι ακόμη πιο ασυνήθιστο.
Ορισμένοι κίονες έφεραν γλυπτή διακόσμηση στο κατώτερο τμήμα τους.
Δεν επρόκειτο επομένως απλώς για τεράστια αρχιτεκτονικά στηρίγματα. Η γλυπτική γινόταν μέρος της ίδιας της αρχιτεκτονικής.
Ο επισκέπτης που πλησίαζε το Αρτεμίσιο έβλεπε μπροστά του ένα οικοδόμημα που συνδύαζε μέγεθος, μάρμαρο, γλυπτική και θρησκευτικό συμβολισμό σε κλίμακα που για την εποχή του πρέπει να ήταν συγκλονιστική.
Και στο εσωτερικό βρισκόταν το σημαντικότερο στοιχείο όλων:
η λατρευτική εικόνα της Εφεσίας Αρτέμιδος.
Το κτίριο δεν ήταν ένα γιγαντιαίο έργο κατασκευασμένο απλώς για να εντυπωσιάζει.
Ήταν το σπίτι της θεάς.
Χερσίφρων και Μεταγένης
Με την κατασκευή αυτού του τεράστιου αρχαϊκού ναού συνδέθηκαν δύο Κρήτες:
ο Χερσίφρων από την Κνωσό και ο γιος του, Μεταγένης.
Το έργο που είχαν αναλάβει ήταν εξαιρετικά δύσκολο.
Η μεταφορά τεράστιων μαρμάρινων μελών και η ανύψωσή τους σε μεγάλο ύψος απαιτούσαν τεχνικές λύσεις που εντυπωσίασαν τόσο τους μεταγενέστερους, ώστε ο Πλίνιος διέσωσε σχετικές παραδόσεις.
Και μία από αυτές ξεπερνά τα όρια της μηχανικής και περνά στον θρύλο.
Όταν η ίδια η Άρτεμις βοήθησε τον αρχιτέκτονα
Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος διέσωσε μια υπέροχη ιστορία σχετικά με την κατασκευή του ναού.
Ο Χερσίφρων προσπαθούσε να τοποθετήσει έναν τεράστιο λίθο επάνω από την είσοδο του ναού. Παρά τις προσπάθειές του, δεν μπορούσε να τον φέρει στην κατάλληλη θέση.
Η απογοήτευσή του, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν τόσο μεγάλη ώστε έφθασε σε απόγνωση.
Τότε αποκοιμήθηκε.
Και στον ύπνο του εμφανίστηκε η ίδια η Άρτεμις.
Η θεά τού είπε να μην ανησυχεί, γιατί εκείνη είχε ήδη φροντίσει για το πρόβλημα.
Όταν ο αρχιτέκτονας ξύπνησε, ο τεράστιος λίθος είχε καθίσει σωστά στη θέση του από το ίδιο του το βάρος.
Συνέβη πραγματικά;
Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε — και ασφαλώς δεν μπορούμε να το παρουσιάσουμε ως ιστορικό γεγονός.
Μας δείχνει όμως κάτι ίσως σημαντικότερο:
πόσο γρήγορα το ίδιο το χτίσιμο του Αρτεμισίου είχε αρχίσει να περνά από την Ιστορία στον θρύλο.
Για περίπου δύο αιώνες το μεγάλο ιερό συνέχισε να δεσπόζει στην Έφεσο.
Ώσπου φτάνουμε στο 356 π.Χ.
Και τότε εμφανίζεται ένας άνθρωπος που δεν ήταν βασιλιάς.
Δεν ήταν αρχιτέκτονας.
Δεν ήταν γλύπτης.
Δεν δημιούργησε τίποτα που θα μπορούσε να κρατήσει το όνομά του ζωντανό.
Και γι' αυτό αποφάσισε να μείνει στην Ιστορία καταστρέφοντας το δημιούργημα των άλλων.
Το όνομά του ήταν Ηρόστρατος.
Ηρόστρατος — ο άνθρωπος που ήθελε να τον θυμούνται
Το 356 π.Χ. ο μεγάλος ναός της Αρτέμιδος παραδόθηκε στις φλόγες.
Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, υπεύθυνος για τον εμπρησμό ήταν ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ηρόστρατος.
Δεν ήθελε να κατακτήσει την Έφεσο.
Δεν επεδίωκε να αρπάξει τον πλούτο του ιερού.
Δεν γνωρίζουμε να τον κινούσε κάποια θρησκευτική ή πολιτική σύγκρουση.
Το κίνητρο που του αποδίδει η μεταγενέστερη αρχαία παράδοση ήταν πολύ πιο παράξενο:
ήθελε να μείνει στην Ιστορία.
Ο Βαλέριος Μάξιμος διηγείται ότι ο Ηρόστρατος επέλεξε να καταστρέψει ένα έργο γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, ώστε η φήμη της πράξης του να κάνει γνωστό παντού και το δικό του όνομα.
Αν δεν μπορούσε να δημιουργήσει κάτι αθάνατο, θα κατέστρεφε κάτι αθάνατο που είχαν δημιουργήσει άλλοι.
Οι Εφέσιοι κατάλαβαν ακριβώς τι επιδίωκε.
Και αποφάσισαν να του επιβάλουν ίσως τη μοναδική τιμωρία που θα μπορούσε πραγματικά να τον πλήξει.
Να τον ξεχάσουν.
Σύμφωνα με την παράδοση, απαγόρευσαν την αναφορά του ονόματός του, προσπαθώντας να του στερήσουν αυτό ακριβώς για το οποίο είχε διαπράξει το έγκλημά του: την υστεροφημία.
Απέτυχαν.
Σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα γνωρίζουμε ακόμη το όνομά του.
Ηρόστρατος.
Η ιστορία δημιούργησε έτσι μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της αρχαιότητας.
Ο άνθρωπος που κατέστρεψε ένα μνημείο για να μην ξεχαστεί πέτυχε τον σκοπό του.
Και εκείνοι που προσπάθησαν να εξαφανίσουν το όνομά του από τη μνήμη των ανθρώπων συνέβαλαν άθελά τους στη δημιουργία μιας ιστορίας που εξακολουθεί να διηγείται μέχρι σήμερα.
Η νύχτα που γεννήθηκε ο Αλέξανδρος
Και τότε η Ιστορία συναντά τον θρύλο.
Η αρχαία παράδοση συνέδεσε την πυρκαγιά του Αρτεμισίου με ένα άλλο γεγονός:
τη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ο Πλούταρχος διέσωσε ένα περίφημο ευφυολόγημα σχετικά με τη σύμπτωση.
Η Άρτεμις, έλεγαν, δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον ίδιο της τον ναό από τις φλόγες επειδή εκείνη τη νύχτα βρισκόταν αλλού.
Βοηθούσε στη γέννηση του Αλεξάνδρου.
Η ιστορία είναι υπέροχη.
Ιστορική απόδειξη όμως δεν είναι.
Δεν μπορούμε επομένως να ισχυριστούμε ότι «ο ναός κάηκε ακριβώς την ώρα που γεννήθηκε ο Αλέξανδρος». Αυτό που μπορούμε να πούμε με ασφάλεια είναι ότι η αρχαία παράδοση συνέδεσε τα δύο γεγονότα και δημιούργησε μία από τις πιο γνωστές ιστορίες γύρω από το Αρτεμίσιο.
Και η σύνδεση του Αλεξάνδρου με τον ναό δεν σταματά εδώ.
Γιατί το βρέφος της παράδοσης θα επέστρεφε χρόνια αργότερα στην Έφεσο ως κατακτητής της περσικής αυτοκρατορίας.
«Δεν αρμόζει σε έναν θεό να αφιερώνει σε άλλον θεό»
Όταν ο Αλέξανδρος πέρασε από την Έφεσο κατά την εκστρατεία του στην Ασία, η ανοικοδόμηση του Αρτεμισίου βρισκόταν σε εξέλιξη.
Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Μακεδόνας βασιλιάς προσφέρθηκε να αναλάβει τα έξοδα του έργου — ακόμη και όσα είχαν ήδη δαπανηθεί.
Υπήρχε όμως ένας όρος.
Να αναγραφεί στο νέο οικοδόμημα ότι ο ίδιος ήταν ο αφιερωτής του ναού.
Οι Εφέσιοι βρέθηκαν μπροστά σε ένα δύσκολο πρόβλημα.
Δεν ήθελαν να δεχθούν.
Αλλά έπρεπε να αρνηθούν στον άνθρωπο που εκείνη την εποχή κατακτούσε την Ασία.
Και βρήκαν μία από τις εξυπνότερες διπλωματικές απαντήσεις που μας παρέδωσε η αρχαιότητα:
δεν αρμόζει σε έναν θεό να κάνει αφιερώματα σε άλλον θεό.
Με μία μόνο φράση κατάφεραν δύο πράγματα.
Να του πουν όχι.
Και ταυτόχρονα να τον αποκαλέσουν θεό.
Η ανοικοδόμηση συνεχίστηκε με πόρους των ίδιων των Εφεσίων. Ο Στράβων αναφέρει μεταξύ άλλων προσφορές κοσμημάτων από τις γυναίκες της πόλης και χρήματα που συγκεντρώθηκαν από την πώληση υλικών του παλαιότερου ναού.
Και από τις στάχτες του ναού που είχε πυρπολήσει ο Ηρόστρατος άρχισε να υψώνεται ένα ακόμη πιο μνημειακό οικοδόμημα
Το Θαύμα γεννιέται
Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μία σημαντική διάκριση.
Ο μεγάλος αρχαϊκός ναός του Κροίσου, του Χερσίφρονα και του Μεταγένη ήταν εκείνος που καταστράφηκε από την πυρκαγιά του 356 π.Χ.
Στον ίδιο χώρο οι Εφέσιοι οικοδόμησαν έναν νέο μνημειακό ναό.
Αυτός ο μεταγενέστερος ναός του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ. —ο λεγόμενος από τη σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα Dipteros 2— είναι το οικοδόμημα που συνδέθηκε ιδιαίτερα με την παράδοση των Επτά Θαυμάτων του Αρχαίου Κόσμου.
Με άλλα λόγια, ο Ηρόστρατος δεν έβαλε τέλος στην ιστορία του Αρτεμισίου.
Χωρίς φυσικά να το επιδιώκει, στάθηκε στο σημείο που χωρίζει δύο μεγάλες εποχές του.
Πριν από αυτόν υπήρχε ένας από τους εντυπωσιακότερους ναούς της αρχαϊκής εποχής.
Μετά από αυτόν θα υψωνόταν...
ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου.
Ένα δάσος από μάρμαρο
Ο νέος ναός δεν ήταν απλώς η αποκατάσταση εκείνου που είχε χαθεί.
«Οι Εφέσιοι δημιούργησαν ένα μνημείο αντάξιο —και ίσως ακόμη λαμπρότερο— της φήμης που είχε ήδη αποκτήσει το ιερό τους.»
Και οι αριθμοί που μας παραδίδει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος είναι εντυπωσιακοί.
Ο ναός είχε μήκος 425 ρωμαϊκά πόδια και πλάτος 225 πόδια — περίπου 126 επί 67 μέτρα.
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος, δεν αρκεί να δούμε τους αριθμούς.
Μπροστά στον επισκέπτη απλωνόταν ένα τεράστιο μαρμάρινο οικοδόμημα, πολύ μεγαλύτερο σε κάτοψη από τον Παρθενώνα.
Και γύρω του υψωνόταν ένα πραγματικό δάσος από κίονες.
Ο Πλίνιος αναφέρει 127 κίονες, καθένας ύψους 60 ποδών, δηλαδή περίπου 18 μέτρων.
Σχεδόν όσο ένα σημερινό εξαώροφο κτίριο.
Ο άνθρωπος που στεκόταν στη βάση ενός τέτοιου κίονα θα έπρεπε να σηκώσει το βλέμμα πολύ ψηλά για να φτάσει μέχρι το κιονόκρανο.
Και δεν υπήρχε ένας.
Υπήρχαν εκατόν είκοσι επτά.
Ο δίπτερος ναός
Όπως και ο μεγάλος προκάτοχός του, το νέο Αρτεμίσιο ήταν δίπτερο.
Δύο σειρές κιόνων περιέβαλλαν το κεντρικό οικοδόμημα, δημιουργώντας πλατιές στοές γύρω από τον σηκό.
Η πρόσοψη ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή.
Ο επισκέπτης δεν αντίκριζε έναν απλό τοίχο με μια είσοδο. Μπροστά του αναπτυσσόταν ένα βαθύ σύστημα κιόνων, το οποίο δημιουργούσε διαδοχικά επίπεδα φωτός και σκιάς.
Καθώς προχωρούσε ανάμεσά τους, το εξωτερικό τοπίο εξαφανιζόταν σταδιακά πίσω του.
Το μάρμαρο, οι κίονες και οι σκιές δημιουργούσαν την αίσθηση ενός ξεχωριστού κόσμου.
Στο κέντρο βρισκόταν ο χώρος της θεάς.
Δεν γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια της ανωδομής του ναού με απόλυτη βεβαιότητα. Τα κατάλοιπα που έφτασαν μέχρι εμάς είναι πολύ περιορισμένα και μεγάλο μέρος του μνημείου αποσυναρμολογήθηκε στους αιώνες που ακολούθησαν.
Γι' αυτό οι σύγχρονες αναπαραστάσεις του Αρτεμισίου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν φωτογραφίες του αρχαίου οικοδομήματος.
Μπορούμε όμως να αντιληφθούμε την κλίμακά του.
Και μόνο αυτή αρκεί για να εξηγήσει ένα μέρος της φήμης του.
Οι κίονες που ήταν και γλυπτά
Το Αρτεμίσιο όμως δεν εντυπωσίαζε μόνο με το μέγεθός του.
Ο Πλίνιος αναφέρει ότι από τους 127 κίονες οι 36 ήταν διακοσμημένοι με γλυπτά ανάγλυφα.
Εδώ αρχιτεκτονική και γλυπτική ενώνονταν.
Στα κατώτερα τμήματα ορισμένων κιόνων υπήρχαν ανάγλυφες ανθρώπινες μορφές. Ο κίονας δεν λειτουργούσε επομένως μόνο ως στήριγμα του οικοδομήματος.
Γινόταν ο ίδιος έργο τέχνης.
Και ο Πλίνιος μάς δίνει ένα όνομα που έχουμε ήδη συναντήσει σε ένα άλλο Θαύμα:
Σκόπας.
Ο μεγάλος γλύπτης του 4ου αιώνα π.Χ., τον οποίο συναντήσαμε ανάμεσα στους καλλιτέχνες που συνδέθηκαν με το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, εμφανίζεται ξανά.
«Στην παραδοσιακή ανάγνωση του χωρίου του Πλινίου, ένας από τους γλυπτούς κίονες αποδίδεται στον Σκόπα, αν και η ακριβής ανάγνωση του αρχαίου κειμένου έχει προκαλέσει φιλολογική συζήτηση.».
Έτσι δύο από τα Επτά Θαύματα ενώνονται μέσα από το όνομα ενός από τους σημαντικότερους γλύπτες της αρχαιότητας.
Και ένα κομμάτι του βρίσκεται ακόμη ανάμεσά μας
«Ένα κομμάτι από ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου.»
Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν γνωρίζουμε αυτούς τους γλυπτούς κίονες μόνο από τις αρχαίες περιγραφές.
Τμήματά τους σώζονται.
Στο Βρετανικό Μουσείο βρίσκεται ένα μεγάλο ανάγλυφο τύμπανο κίονα από το μεταγενέστερο Αρτεμίσιο, χρονολογημένο στον 4ο αιώνα π.Χ.
Πάνω στο μάρμαρο διακρίνονται ανθρώπινες μορφές.
Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας μια μεταγενέστερη καλλιτεχνική αναπαράσταση.
Έχουμε τμήμα του ίδιου του μνημείου.
Ένα κομμάτι από ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου.
Και στην Έφεσο έχουν επίσης σωθεί και καταγραφεί γλυπτά και αρχιτεκτονικά θραύσματα του μεγάλου ναού.
Το μνημείο που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξαφανισμένο δεν χάθηκε επομένως ολοκληρωτικά.
Τα κομμάτια του διασκορπίστηκαν.
Γιατί θεωρήθηκε Θαύμα;
Ίσως όμως οι αριθμοί να μην αρκούν.
Ένας τεράστιος ναός δεν γίνεται αυτομάτως Θαύμα μόνο επειδή είναι μεγάλος.
Το Αρτεμίσιο συνδύαζε πολλά διαφορετικά στοιχεία.
Την κλίμακα.
Το μάρμαρο.
Την ιωνική αρχιτεκτονική.
Τη γλυπτική.
Τον πλούτο ενός ιερού που ήταν γνωστό πολύ πέρα από τα όρια της Εφέσου.
Και πάνω απ' όλα, τη σχέση ενός ολόκληρου λαού με τη θεά του.
Δεν ήταν ένα μνημείο που ένας βασιλιάς κατασκεύασε αποκλειστικά για να δοξάσει τον εαυτό του.
Ο δεύτερος μεγάλος ναός γεννήθηκε μετά από μια καταστροφή και οικοδομήθηκε ξανά από την πόλη που αρνήθηκε ακόμη και την πρόταση του Μεγάλου Αλεξάνδρου να χρηματοδοτήσει το έργο με αντάλλαγμα το όνομά του.
Οι Εφέσιοι ήθελαν το Αρτεμίσιο να παραμείνει πρωτίστως ο ναός της θεάς και της πόλης τους.
Και όταν ολοκληρώθηκε, το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο ώστε οι αρχαίοι συγγραφείς το τοποθέτησαν ανάμεσα στα μεγαλύτερα ανθρώπινα δημιουργήματα.
Υπάρχει μάλιστα μία αρχαία μαρτυρία που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πόσο βαθιά εντύπωση προκαλούσε.
Ο Αντίπατρος ο Σιδών, όταν απαριθμεί τα θαυμαστά έργα που είχε αντικρίσει —τα τείχη της Βαβυλώνας, το άγαλμα του Δία, τους Κρεμαστούς Κήπους, τον Κολοσσό, τις Πυραμίδες και το Μαυσωλείο— καταλήγει ότι όταν είδε τον ναό της Αρτέμιδος να υψώνεται προς τα σύννεφα, τα υπόλοιπα Θαύματα έχασαν τη λάμψη τους στα μάτια του.
Ήταν η υπερβολή ενός ποιητή.
Αλλά ήταν και ένας από τους μεγαλύτερους επαίνους που μπορούσε να δεχθεί ένα μνημείο της αρχαιότητας.
Το Αρτεμίσιο είχε φτάσει στο απόγειό του.
Όμως η ιστορία του δεν είχε τελειώσει.
Αιώνες αργότερα νέοι εισβολείς θα έφταναν στην Έφεσο.
Και για πολλά χρόνια θα επικρατούσε η απλή αφήγηση ότι εκεί, μέσα σε μία ακόμη καταστροφή, τελείωσε και το Θαύμα.
Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περίπλοκη.
Οι Γότθοι — το τέλος του Θαύματος;
Για αιώνες το Αρτεμίσιο παρέμεινε ένα από τα διασημότερα ιερά του αρχαίου κόσμου.
Όμως τον 3ο αιώνα μ.Χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια βαθιά περίοδο κρίσης. Εμφύλιες συγκρούσεις, οικονομικά προβλήματα και επιδρομές έπλητταν πολλές περιοχές της.
Ανάμεσα στους λαούς που εισέβαλαν στα εδάφη της αυτοκρατορίας ήταν και οι Γότθοι.
Και κάποια στιγμή μέσα στον 3ο αιώνα η Έφεσος δέχθηκε την επίθεσή τους.
Οι αρχαίες και νεότερες πηγές συνδέουν τη γοτθική επιδρομή με σοβαρή καταστροφή του Αρτεμισίου. Ακόμη και η ακριβής χρονολογία παρουσιάζεται διαφορετικά στη βιβλιογραφία, όπου συναντώνται διαφορετικές χρονολογήσεις μέσα στη δεκαετία του 260 μ.Χ.
Γι' αυτό χρειάζεται προσοχή.
Για πολλά χρόνια η ιστορία του ναού παρουσιαζόταν με έναν πολύ απλό τρόπο:
Οι Γότθοι κατέστρεψαν το Αρτεμίσιο και ένα από τα Επτά Θαύματα έπαψε να υπάρχει.
Η πραγματικότητα φαίνεται ότι ήταν περισσότερο σύνθετη.
Η γοτθική επιδρομή αποτέλεσε αναμφίβολα ένα βαρύ πλήγμα. Δεν έχουμε όμως λόγο να φανταστούμε ότι μέσα σε μία ημέρα εξαφανίστηκε ολόκληρο το τεράστιο οικοδόμημα και δεν απέμεινε τίποτε όρθιο.
Η εξαφάνιση του Αρτεμισίου υπήρξε διαδικασία αιώνων.
Ένας κόσμος που άλλαζε
Και στο μεταξύ άλλαζε κάτι πολύ μεγαλύτερο από την ίδια την Έφεσο.
Άλλαζε ο θρησκευτικός κόσμος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο Χριστιανισμός εξαπλωνόταν και η Έφεσος απέκτησε σημαντική θέση στη χριστιανική ιστορία. Στην πορεία της Ύστερης Αρχαιότητας οι παλαιές ειδωλολατρικές λατρείες έχαναν σταδιακά τη θέση που κατείχαν επί αιώνες.
Το Αρτεμίσιο δεν έχασε επομένως μόνο την παλαιά του αίγλη εξαιτίας μιας στρατιωτικής καταστροφής.
Άρχισε να χάνει και τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο είχε δημιουργηθεί.
Τη λατρεία της θεάς.
Και ένας τεράστιος ναός που δεν λειτουργεί πλέον ως ζωντανό ιερό μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι διαφορετικό:
σε μια τεράστια αποθήκη πολύτιμου οικοδομικού υλικού.
Όταν το Θαύμα έγινε οικοδομικό υλικό
Οι κίονες, οι μαρμάρινες πλάκες και τα υπόλοιπα αρχιτεκτονικά μέλη του Αρτεμισίου ήταν εξαιρετικά πολύτιμα.
Γιατί να λατομήσει κάποιος καινούργιο μάρμαρο, να το μεταφέρει και να το επεξεργαστεί, όταν δίπλα του υπήρχε ήδη ένα εγκαταλελειμμένο μνημείο γεμάτο έτοιμο υλικό;
Έτσι άρχισε η σταδιακή απογύμνωση του ναού.
Και εδώ η αρχαιολογία μάς δίνει πραγματικά εντυπωσιακά στοιχεία.
Αρχιτεκτονικά μέλη που προέρχονταν από το Αρτεμίσιο έχουν εντοπιστεί επαναχρησιμοποιημένα σε μεταγενέστερες κατασκευές της περιοχής.
Τμήματα του Θαύματος απέκτησαν δεύτερη ζωή.
Όχι πλέον ως μέρος του ναού της Αρτέμιδος.
Αλλά ως υλικό μέσα σε έναν διαφορετικό κόσμο.
Και μερικά έγιναν... ασβέστης
Υπήρχε όμως ακόμη χειρότερη μοίρα για το μάρμαρο.
Οι σύγχρονες αρχαιολογικές έρευνες έχουν δείξει ότι πολλά γλυπτά τμήματα του μεταγενέστερου Αρτεμισίου σώζονται σήμερα σε εξαιρετικά μικρά θραύσματα.
Και υπάρχει λόγος.
Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους μαρμάρινα μέλη σπάστηκαν σκόπιμα για να καούν σε ασβεστοκαμίνους.
Το μάρμαρο μετατρεπόταν σε ασβέστη που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε νέες οικοδομές.
Η εικόνα είναι σχεδόν συμβολική.
Ένα μνημείο που οι αρχαίοι είχαν κατατάξει ανάμεσα στα μεγαλύτερα δημιουργήματα της ανθρωπότητας έφτασε, αιώνες αργότερα, να αντιμετωπίζεται ως πρώτη ύλη.
Κίονες που κάποτε υψώνονταν περίπου δεκαοκτώ μέτρα πάνω από το έδαφος διαλύονταν.
Γλυπτά που είχαν δημιουργήσει μεγάλα εργαστήρια κομματιάζονταν.
Το Θαύμα δεν κατέρρευσε απλώς.
Αποσυναρμολογήθηκε.
Και η φύση ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωση
Ο χώρος όμως συνέχισε να υπάρχει και να χρησιμοποιείται με διαφορετικούς τρόπους ακόμη και μετά την αρχαιότητα.
Με το πέρασμα των αιώνων άλλαξε και το ίδιο το τοπίο.
Οι προσχώσεις και οι πλημμυρικές αποθέσεις κάλυψαν σταδιακά μεγάλο μέρος της περιοχής. Κατά τον Μεσαίωνα το τέμενος βρέθηκε θαμμένο κάτω από πολλά μέτρα ιζημάτων.
Εκεί όπου κάποτε υψωνόταν ένα δάσος 127 μαρμάρινων κιόνων, το τοπίο είχε πλέον αλλάξει τόσο πολύ ώστε η εικόνα του αρχαίου ιερού είχε σχεδόν εξαφανιστεί.
Και έτσι συνέβη κάτι παράξενο.
Ένα από τα πιο διάσημα οικοδομήματα του αρχαίου κόσμου χάθηκε από το τοπίο.
Όχι σε μία νύχτα.
Όχι από έναν μόνο εχθρό.
Όχι από μία μόνο καταστροφή.
Ο Ηρόστρατος έκαψε τον προγενέστερο ναό.
Οι Εφέσιοι τον ξανάχτισαν.
Οι Γότθοι έδωσαν ένα ακόμη βαρύ πλήγμα.
Ο κόσμος που τον είχε δημιουργήσει άλλαξε.
Τα μάρμαρά του αφαιρέθηκαν.
Ορισμένα επαναχρησιμοποιήθηκαν.
Άλλα έγιναν ασβέστης.
Και η γη κάλυψε ό,τι απέμεινε.
Ώσπου, πολλούς αιώνες αργότερα, κάποιοι άρχισαν να αναζητούν ξανά το χαμένο Θαύμα.
Αναζητώντας έναν χαμένο ναό
Τον 19ο αιώνα η θέση του περίφημου Αρτεμισίου δεν ήταν πλέον αυτονόητη.
Οι αρχαίες πηγές μιλούσαν για έναν από τους μεγαλύτερους ναούς που είχε δημιουργήσει ποτέ ο άνθρωπος.
Αλλά πού ακριβώς βρισκόταν;
Την απάντηση αναζήτησε ένας Άγγλος μηχανικός και αρχιτέκτονας:
ο John Turtle Wood.
Ο Wood εργαζόταν στην περιοχή για το Βρετανικό Μουσείο και αφιέρωσε χρόνια στην αναζήτηση του χαμένου ιερού.
Δεν είχε σύγχρονες γεωφυσικές μεθόδους.
Δεν είχε δορυφορικές εικόνες.
Είχε αρχαίες επιγραφές, αρχιτεκτονικά ίχνη και επιμονή.
Και η αναζήτηση κράτησε χρόνια.
Το 1869, ύστερα από μακρές έρευνες, εντόπισε τελικά τα κατάλοιπα του Αρτεμισίου.
Ένα από τα Επτά Θαύματα είχε επιστρέψει στην αρχαιολογία.
Οι ανασκαφές που ακολούθησαν αποκάλυψαν ότι κάτω από τα κατάλοιπα του μεγάλου μεταγενέστερου ναού υπήρχαν ίχνη των παλαιότερων οικοδομικών φάσεων.
Το Αρτεμίσιο άρχισε έτσι να αποκαλύπτει κάτι που οι απλές αφηγήσεις της ιστορίας του είχαν σχεδόν κρύψει:
δεν υπήρξε ποτέ μόνο ένας Ναός της Αρτέμιδος.
Κάτω από το Θαύμα υπήρχαν οι πρόγονοί του.
Και μέσα στα ερείπιά του υπήρχαν ακόμη κομμάτια από την εποχή του Κροίσου, του Ηρόστρατου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τι βλέπει σήμερα ο επισκέπτης;
«Ένας κίονας εκεί όπου κάποτε υπήρχαν εκατόν είκοσι επτά.»
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίθεση ολόκληρης της ιστορίας.
Αν κάποιος επισκεφθεί σήμερα τον χώρο του Αρτεμισίου περιμένοντας να αντικρίσει κάτι αντίστοιχο με την Πυραμίδα του Χέοπα, θα απογοητευτεί.
Από το κολοσσιαίο οικοδόμημα δεν σώζεται σήμερα όρθιο ένα αντίστοιχο μνημειακό σύνολο.
Η εικόνα που έχει γίνει χαρακτηριστική του αρχαιολογικού χώρου είναι ένας αναστηλωμένος κίονας, αποτελούμενος από αρχαία και συμπληρωμένα τμήματα, που υψώνεται μόνος πάνω από τα χαμηλά κατάλοιπα.
Ένας κίονας εκεί όπου κάποτε υπήρχαν εκατόν είκοσι επτά.
Και όμως αυτή η εικόνα ίσως αφηγείται καλύτερα από οποιαδήποτε αναπαράσταση την ιστορία του Αρτεμισίου.
Γιατί το Θαύμα δεν εξαφανίστηκε εντελώς.
Κομμάτια του βρίσκονται ακόμη στην Έφεσο.
Άλλα φυλάσσονται σε μουσεία.
Άλλα εντοπίστηκαν ενσωματωμένα σε μεταγενέστερα κτίσματα.
Και ορισμένα χάθηκαν για πάντα μέσα στις ασβεστοκαμίνους των αιώνων που ακολούθησαν.
Το Αρτεμίσιο δεν σώθηκε όπως η Μεγάλη Πυραμίδα.
Σώθηκε διασκορπισμένο.
Και ίσως γι' αυτό, για να καταλάβουμε πραγματικά τι ήταν, πρέπει σήμερα να το ξανασυναρμολογήσουμε όχι μόνο με πέτρες αλλά με την αρχαιολογία, τις αρχαίες μαρτυρίες και τη φαντασία μας.
Μύθος και πραγματικότητα
Λίγα από τα Επτά Θαύματα έχουν συγκεντρώσει γύρω τους τόσες ιστορίες, παραδόσεις και απλουστεύσεις όσες ο Ναός της Αρτέμιδος.
Και στην περίπτωση του Αρτεμισίου το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, επειδή ο μύθος πολλές φορές περιέχει ένα κομμάτι αλήθειας.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να τα ξεχωρίσουμε.
Μύθος 1: «Ο Ηρόστρατος έκαψε ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου»
Όχι ακριβώς.
Ο Ηρόστρατος πυρπόλησε το 356 π.Χ. τον μεγάλο αρχαϊκό ναό, εκείνον που συνδεόταν με τον Κροίσο, τον Χερσίφρονα και τον Μεταγένη.
Μετά την καταστροφή οι Εφέσιοι οικοδόμησαν έναν νέο μνημειακό ναό, τον λεγόμενο σήμερα Dipteros 2.
Αυτός ο μεταγενέστερος ναός είναι εκείνος που συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον κατάλογο των Επτά Θαυμάτων.
Ο Ηρόστρατος λοιπόν δεν κατέστρεψε το τέλος της ιστορίας του Αρτεμισίου.
Χωρίς να το θέλει, βρέθηκε στην αρχή ενός νέου κεφαλαίου της.
Μύθος 2: «Υπήρξε ένας Ναός της Αρτέμιδος»
Κάθε άλλο.
Το Αρτεμίσιο είχε μακρά οικοδομική ιστορία.
Στον χώρο υπήρχε λατρευτική δραστηριότητα και παλαιότερες κατασκευές πριν από τον μεγάλο ναό του 6ου αιώνα π.Χ.
Ακολούθησε ο μνημειακός αρχαϊκός ναός που συνδέθηκε με τον Κροίσο.
Και μετά την πυρκαγιά του 356 π.Χ. οικοδομήθηκε ο ακόμη πιο περίφημος διάδοχός του.
Όταν λοιπόν λέμε «Ναός της Αρτέμιδος», στην πραγματικότητα μιλάμε για μια ιστορία πολλών αιώνων και διαδοχικών οικοδομικών φάσεων.
Μύθος 3: «Η Εφεσία Άρτεμις ήταν η γνωστή Ελληνίδα θεά με το τόξο»
Όχι τόσο απλά.
Η Εφεσία Άρτεμις είχε ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά, διαμορφωμένα μέσα στο μικρασιατικό περιβάλλον της Εφέσου.
Δεν πρέπει επομένως να παίρνουμε την κλασική εικόνα της παρθένου κυνηγού των βουνών και να τη μεταφέρουμε αυτούσια στο Αρτεμίσιο.
Η θεά της Εφέσου είχε τη δική της εικονογραφία και μια λατρεία τόσο στενά δεμένη με την πόλη, ώστε έγινε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολά της.
Μύθος 4: «Η Εφεσία Άρτεμις είχε πολλούς μαστούς»
Ίσως — αλλά δεν το γνωρίζουμε.
Οι πολυάριθμες ωοειδείς προεξοχές που εμφανίζονται στο στήθος μεταγενέστερων αγαλμάτων της θεάς ερμηνεύθηκαν επί μακρόν ως πολλοί μαστοί και συνδέθηκαν με τη γονιμότητα.
Η ερμηνεία αυτή όμως δεν θεωρείται βέβαιη.
Έχουν προταθεί διαφορετικές εξηγήσεις για το τι παριστάνουν τα στοιχεία αυτά και δεν υπάρχει οριστική συμφωνία.
Επομένως η γνωστή εικόνα της «πολύμαστης Αρτέμιδος» δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως λυμένο αρχαιολογικό ζήτημα.
Μύθος 5: «Ο Ηρόστρατος ήθελε να καταστρέψει τη λατρεία της Αρτέμιδος»
Δεν είναι αυτό το κίνητρο που μας παραδίδει η αρχαία παράδοση.
Σύμφωνα με τον Βαλέριο Μάξιμο, ο στόχος του ήταν πολύ πιο προσωπικός.
Ήθελε να γίνει διάσημος.
Κατέστρεψε ένα από τα διασημότερα οικοδομήματα του κόσμου ώστε το όνομά του να γίνει εξίσου γνωστό.
Οι Εφέσιοι προσπάθησαν να του στερήσουν ακριβώς αυτό, απαγορεύοντας την αναφορά του ονόματός του.
Και απέτυχαν εντυπωσιακά.
Σχεδόν 2.400 χρόνια αργότερα...
Ηρόστρατος.
Τελικά πέτυχε ακριβώς αυτό που ήθελε.
Μύθος 6: «Ο Ναός κάηκε επειδή η Άρτεμις είχε πάει να βοηθήσει στη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου»
Εδώ βρισκόμαστε πλέον ολοκληρωτικά στον χώρο της αρχαίας παράδοσης.
Ο Πλούταρχος διέσωσε το περίφημο ευφυολόγημα ότι η Άρτεμις δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον ναό της από τη φωτιά επειδή ήταν απασχολημένη βοηθώντας στη γέννηση του Αλεξάνδρου.
Πρόκειται για θαυμάσια ιστορία.
Όχι για ιστορική εξήγηση της καταστροφής.
Η ασφαλής διατύπωση είναι ότι η αρχαία παράδοση συνέδεσε την πυρκαγιά του Αρτεμισίου με τη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Μύθος 7: «Ο Μέγας Αλέξανδρος ξανάχτισε τον Ναό»
Όχι.
Ο Αλέξανδρος προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει την ανοικοδόμηση, ακόμη και να καλύψει σύμφωνα με τον Στράβωνα όσα είχαν ήδη δαπανηθεί.
Ζήτησε όμως να αναγραφεί ότι εκείνος ήταν ο αφιερωτής.
Οι Εφέσιοι αρνήθηκαν με μια αριστουργηματικά διπλωματική απάντηση:
δεν αρμόζει σε έναν θεό να αφιερώνει ναό σε άλλον θεό.
Έτσι κατάφεραν να απορρίψουν την πρότασή του και ταυτόχρονα να τον κολακέψουν.
Ο ναός ανοικοδομήθηκε με πόρους που συγκέντρωσαν οι ίδιοι οι Εφέσιοι.
Μύθος 8: «Οι 127 κίονες που αναφέρει ο Πλίνιος ανήκαν στον ναό που έκαψε ο Ηρόστρατος»
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Οι περίφημες πληροφορίες του Πλινίου για ναό μήκους 425 ποδών και πλάτους 225, με 127 κίονες ύψους 60 ποδών, καθώς και για τους 36 γλυπτούς κίονες, συνδέονται με τη μνημειακή εικόνα του Αρτεμισίου που γνώρισε η μεταγενέστερη αρχαιότητα.
Δεν πρέπει λοιπόν να παίρνουμε στοιχεία από διαφορετικές οικοδομικές φάσεις και να κατασκευάζουμε έναν φανταστικό «ενιαίο» ναό.
Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους λόγους που οι σύγχρονες αναπαραστάσεις του Αρτεμισίου παρουσιάζουν μεταξύ τους διαφορές.
Μύθος 9: «Οι Γότθοι κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τον Ναό και το 267 μ.Χ. τελείωσαν όλα»
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη απλούστευση από όλες.
Η γοτθική επιδρομή του 3ου αιώνα μ.Χ. αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για το Αρτεμίσιο.
Όμως η εξαφάνιση του μνημείου δεν ήταν ένα γεγονός μιας ημέρας.
Ήταν διαδικασία αιώνων.
Καθώς η παλαιά λατρεία υποχωρούσε, το εγκαταλελειμμένο μνημείο απογυμνωνόταν από τα πολύτιμα οικοδομικά υλικά του.
Μάρμαρα επαναχρησιμοποιήθηκαν σε μεταγενέστερες κατασκευές.
Γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη τεμαχίστηκαν.
Και κατά τον Μεσαίωνα τμήματα του μαρμάρου κατέληξαν ακόμη και σε ασβεστοκαμίνους.
Οι Γότθοι λοιπόν αποτελούν κεφάλαιο της καταστροφής.
Όχι ολόκληρη την ιστορία της.
Μύθος 10: «Από το Θαύμα δεν σώζεται τίποτα»
Λάθος.
Στον ίδιο τον αρχαιολογικό χώρο τα κατάλοιπα είναι πράγματι ελάχιστα σε σύγκριση με το μέγεθος του αρχαίου οικοδομήματος.
Αλλά αυθεντικά τμήματα του Αρτεμισίου σώζονται.
Γλυπτά και αρχιτεκτονικά θραύσματα βρίσκονται στην Έφεσο και σε μουσεία, ενώ στο Βρετανικό Μουσείο φυλάσσεται, μεταξύ άλλων, μεγάλο ανάγλυφο τύμπανο ενός από τους περίφημους γλυπτούς κίονες του μεταγενέστερου ναού.
Δεν σώζεται το οικοδόμημα.
Σώζονται όμως κομμάτια του ίδιου του Θαύματος.
Ποιος τελικά νίκησε τη λήθη;
Η ιστορία του Ναού της Αρτέμιδος είναι γεμάτη παράξενες αντιθέσεις.
Ένας άνθρωπος προσπάθησε να γίνει αθάνατος καταστρέφοντας.
Μια ολόκληρη πόλη απάντησε δημιουργώντας.
Ο Ηρόστρατος έβαλε φωτιά στον μεγάλο ναό για να σώσει το όνομά του από τη λήθη.
Οι Εφέσιοι έχτισαν ξανά το ιερό τους και δημιούργησαν ένα μνημείο που οι αρχαίοι θα τοποθετούσαν ανάμεσα στα μεγαλύτερα έργα που είχε κατασκευάσει ποτέ ο άνθρωπος.
Και οι δύο, με έναν παράξενο τρόπο, πέτυχαν.
Το όνομα του Ηρόστρατου επέζησε, παρά την προσπάθεια των Εφεσίων να το εξαφανίσουν.
Το Αρτεμίσιο επίσης επέζησε στη μνήμη, παρότι το ίδιο το οικοδόμημα σχεδόν εξαφανίστηκε.
Οι 127 κίονες έπεσαν.
Τα μάρμαρα διασκορπίστηκαν.
Τα γλυπτά κομματιάστηκαν.
Μέρος του ναού χρησιμοποιήθηκε σε άλλα οικοδομήματα και μέρος του χάθηκε για πάντα.
Σήμερα ένας μοναχικός κίονας υψώνεται στον χώρο όπου κάποτε στεκόταν ένα από τα μεγαλύτερα ιερά της αρχαιότητας.
Κι όμως, σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά τη φωτιά του Ηρόστρατου, εξακολουθούμε να μιλάμε για εκείνον.
Αλλά πολύ περισσότερο εξακολουθούμε να μιλάμε για εκείνο που προσπάθησε να καταστρέψει.
Ίσως αυτή να ήταν τελικά η πραγματική νίκη των Εφεσίων.
Ο Ηρόστρατος κατάφερε να σώσει το όνομά του.
Οι Εφέσιοι κατάφεραν να σώσουν το Θαύμα τους από τη λήθη.
Στο επόμενο μέρος του αφιερώματος:
Ο Κολοσσός της Ρόδου — ο γίγαντας που έμεινε όρθιος μόλις λίγες δεκαετίες, αλλά έγινε αιώνιο σύμβολο ενός ολόκληρου νησιού.
Αρχαίες πηγές
Ηρόδοτος, Ιστορίαι, I.92. Για τις αφιερώσεις του Κροίσου στο Αρτεμίσιο και ιδιαίτερα για τους κίονες που προσέφερε στο μεγάλο ιερό της Εφέσου.
Στράβων, Γεωγραφικά, XIV.1.22. Μία από τις σημαντικότερες αρχαίες μαρτυρίες για το Αρτεμίσιο, την πυρπόλησή του από τον Ηρόστρατο, την ανοικοδόμηση και την προσφορά του Μεγάλου Αλεξάνδρου να αναλάβει τη δαπάνη.
Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Φυσική Ιστορία, XXXVI.95–97 (κεφ. 21).Βασική αρχαία πηγή για την αρχιτεκτονική του ναού, τις διαστάσεις του, τους 127 κίονες, τους 36 γλυπτούς κίονες και τις παραδόσεις που συνδέθηκαν με την κατασκευή του.
Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 3.5–6. Για την αρχαία παράδοση που συνέδεσε την πυρκαγιά του Αρτεμισίου με τη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το περίφημο ευφυολόγημα για την απουσία της Αρτέμιδος.
Βαλέριος Μάξιμος, Αξιομνημόνευτα έργα και λόγοι, VIII.14 ext.5. Για το κίνητρο που αποδόθηκε στον Ηρόστρατο — την επιθυμία να αποκτήσει αιώνια φήμη μέσω της καταστροφής του περίφημου ναού.
Αντίπατρος ο Σιδών, Ελληνική Ανθολογία, IX.58. Για την περίφημη ποιητική σύγκριση των Επτά Θαυμάτων και τον θαυμασμό που προκαλούσε το Αρτεμίσιο σε σχέση με τα υπόλοιπα μνημεία.
Νεότερη βιβλιογραφία – αρχαιολογικές και ιστορικές πηγές
Österreichisches Archäologisches Institut (Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο) – Έρευνες στην Έφεσο και στο Αρτεμίσιο. Σύγχρονες αρχαιολογικές έρευνες για τις διαδοχικές οικοδομικές φάσεις του ιερού, τον αρχαϊκό ναό και το μεταγενέστερο Dipteros 2, καθώς και για την ιστορία του χώρου κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα.
British Museum – Temple of Artemis at Ephesus Collection. Αρχιτεκτονικά και γλυπτά κατάλοιπα του Αρτεμισίου, ανάμεσά τους τμήματα των περίφημων ανάγλυφων κιόνων του μεταγενέστερου ναού.
John Turtle Wood, Discoveries at Ephesus. Η δημοσίευση των ερευνών του 19ου αιώνα που οδήγησαν στον εντοπισμό του χαμένου Αρτεμισίου και στις πρώτες μεγάλες ανασκαφές του χώρου.
Σύγχρονες αρχαιολογικές έρευνες του Αρτεμισίου της Εφέσου. Μελέτες για την αρχιτεκτονική, τη λατρεία της Εφεσίας Αρτέμιδος, την ιδιαίτερη εικονογραφία της θεάς, την καταστροφή και εγκατάλειψη του ιερού, καθώς και την επαναχρησιμοποίηση των μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών του κατά τους μεταγενέστερους αιώνες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου