Σειρά άρθρων: 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 Από την προετοιμασία στο Έπος (5/10)
Του Νικόλαου Μενελάου
Τέως Προέδρου Σωματείου Ταχυδρόμων Νομού Αχαΐας
Πριν ακουστεί το «ΟΧΙ»
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα βρέθηκε σε πόλεμο.
Μέσα σε λίγες ώρες οι καμπάνες χτυπούσαν, οι πρώτες διαταγές επιστράτευσης έφθαναν σε πόλεις και χωριά και χιλιάδες άνδρες άφηναν σπίτια, οικογένειες και δουλειές για να παρουσιαστούν στις μονάδες τους.
Η εικόνα εκείνων των ημερών έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη: οι έφεδροι στους δρόμους, οι γεμάτοι σιδηροδρομικοί σταθμοί, τα τραγούδια, οι αποχαιρετισμοί και τα τρένα που αναχωρούσαν προς το μέτωπο.
Όμως πίσω από αυτή την εικόνα υπήρχε κάτι πολύ μεγαλύτερο και λιγότερο ορατό.
Ένας στρατός εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών δεν δημιουργείται μέσα σε ένα πρωινό.
Για να μπορέσει ο έφεδρος που παρουσιάστηκε στις 28 Οκτωβρίου να ενταχθεί σε μια μονάδα, να παραλάβει ιματισμό και οπλισμό και στη συνέχεια να μεταφερθεί προς το μέτωπο, έπρεπε να υπάρχει ήδη ένας ολόκληρος μηχανισμός. Σχέδια επιστράτευσης, αποθήκες, στελέχη, όπλα και πυρομαχικά, σιδηρόδρομοι και οχήματα, επιτάξεις ζώων, εφόδια, νοσοκομεία και υγειονομικό υλικό.
Και αυτός ο μηχανισμός δεν δημιουργήθηκε ούτε σε μία νύχτα ούτε μέσα σε λίγους μήνες.
Η προσπάθεια ανασυγκρότησης και πολεμικής προπαρασκευής του Ελληνικού Στρατού είχε αρχίσει ήδη από τα χρόνια που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πέρασε από διαφορετικές κυβερνήσεις, οικονομικές δυσκολίες και περιόδους κατά τις οποίες οι δυνατότητες της χώρας ήταν περιορισμένες. Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του 1930 η προσπάθεια εντάθηκε, ενώ η κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία τον Απρίλιο του 1939 άλλαξε δραματικά τα δεδομένα: η ιταλική στρατιωτική παρουσία είχε πλέον φθάσει στα ελληνικά σύνορα.
Από εκείνη τη στιγμή η προετοιμασία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Τα σχέδια αναθεωρήθηκαν. Μονάδες ενισχύθηκαν. Έφεδροι εκπαιδεύτηκαν ξανά. Οπλισμός και πυρομαχικά συγκεντρώθηκαν. Δημιουργήθηκαν αποθέματα. Δρόμοι και μεταφορές εντάχθηκαν στον σχεδιασμό της επιστράτευσης. Και τους τελευταίους μήνες πριν από την ιταλική επίθεση άρχισε, χωρίς να κηρυχθεί γενική επιστράτευση, η σταδιακή ενίσχυση κρίσιμων μονάδων στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία.
Η Ελλάδα δεν είχε δημιουργήσει έναν τέλειο στρατό.
Υπήρχαν παλαιά όπλα, διαφορετικά διαμετρήματα, σοβαρές ελλείψεις στη μηχανοκίνηση και στην αντιαρματική άμυνα, περιορισμένοι οικονομικοί πόροι και ένας μηχανισμός που στην πραγματική δοκιμασία του πολέμου θα παρουσίαζε προβλήματα και θα αναγκαζόταν πολλές φορές να αυτοσχεδιάσει.
Όμως στις 28 Οκτωβρίου 1940 δεν ξεκινούσε από το μηδέν.
Πίσω από τον στρατιώτη που ανέβαινε στο τρένο υπήρχαν χρόνια σχεδιασμού και προετοιμασίας.
Και για να καταλάβουμε πώς ο Ελληνικός Στρατός μπόρεσε να δεχθεί το πρώτο πλήγμα στα σύνορα, να επιστρατεύσει τις δυνάμεις του και μέσα σε λίγες εβδομάδες να περάσει στην αντεπίθεση, πρέπει πρώτα να δούμε τι είχε γίνει πριν ακουστεί το «ΟΧΙ».
Από το 1923 στην ανασυγκρότηση του Στρατού
![]() |
| Αξιωματικοί της Στρατιάς του Έβρου, 1923. Η συγκρότηση της Στρατιάς μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσε ένα από τα πρώτα βήματα για την ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού και ενίσχυσε τη θέση της Ελλάδας κατά τις διαπραγματεύσεις της Λωζάννης. Πηγή: Ψηφιακό Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου. |
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 άφησε πίσω της έναν Ελληνικό Στρατό που έπρεπε ουσιαστικά να αναδιοργανωθεί μέσα σε μια χώρα εξαντλημένη από μια δεκαετία σχεδόν συνεχών πολέμων.
Η πρώτη αντίδραση υπήρξε άμεση. Ήδη από τα τέλη του 1922 συγκροτήθηκε η Στρατιά του Έβρου και μέσα στους επόμενους μήνες δημιουργήθηκε μια αξιόμαχη δύναμη, η ύπαρξη της οποίας ενίσχυσε σημαντικά την ελληνική θέση κατά τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στη Συνθήκη της Λωζάννης. Μετά όμως την υπογραφή της ειρήνης, το πρόβλημα άλλαζε χαρακτήρα: η Ελλάδα χρειαζόταν πλέον έναν στρατό οργανωμένο για τις ανάγκες της νέας εποχής και των νέων συνόρων.
Η προσπάθεια που ακολούθησε δεν υπήρξε ούτε συνεχής ούτε εύκολη. Οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες της χώρας, η πολιτική αστάθεια και οι συνεχείς μεταβολές στη διεθνή κατάσταση επηρέασαν αναπόφευκτα τον ρυθμό της στρατιωτικής ανασυγκρότησης. Παρ’ όλα αυτά, κατά την περίοδο 1923–1935 έγιναν διαδοχικές προσπάθειες αναδιοργάνωσης των μονάδων, ανανέωσης του οπλισμού, εκπαίδευσης του προσωπικού και κατάρτισης σχεδίων επιστράτευσης.
Έτσι, όταν από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 η διεθνής κατάσταση άρχισε να γίνεται ολοένα περισσότερο απειλητική, η Ελλάδα δεν ξεκινούσε από λευκό χαρτί.
Το 1936 αποτελεί περισσότερο σημείο επιτάχυνσης παρά αφετηρία.
Κατά τα επόμενα χρόνια η πολεμική προπαρασκευή εντάθηκε σημαντικά. Η πολιτική ηγεσία υπό τον Ιωάννη Μεταξά και η στρατιωτική ηγεσία με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπάγο προχώρησαν στην ενίσχυση μιας προσπάθειας που είχε ήδη αρχίσει: εξοπλιστικά προγράμματα, οχυρωματικά έργα, αναδιοργάνωση και εκπαίδευση μονάδων, ανανέωση των σχεδίων επιστράτευσης και δημιουργία αποθεμάτων για έναν ενδεχόμενο πόλεμο.
Αρχικά, το μεγαλύτερο βάρος του ελληνικού στρατιωτικού σχεδιασμού εξακολουθούσε να βρίσκεται προς τη Βουλγαρία. Εκεί εντάσσεται και η κατασκευή της μεγάλης οχυρωματικής γραμμής στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, που έμεινε γνωστή ως «Γραμμή Μεταξά».
Όμως τον Απρίλιο του 1939 συνέβη κάτι που άλλαξε ριζικά τα δεδομένα.
Η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία.
Για πρώτη φορά οι ένοπλες δυνάμεις της φασιστικής Ιταλίας βρίσκονταν ακριβώς απέναντι από τα βορειοδυτικά σύνορα της Ελλάδας. Το ενδεχόμενο πολέμου με την Ιταλία έπαψε πλέον να αποτελεί ένα μακρινό σενάριο.
Ο ελληνικός στρατιωτικός σχεδιασμός έπρεπε να προσαρμοστεί — και μάλιστα γρήγορα.
Από εκείνο το σημείο αρχίζει ουσιαστικά η τελική φάση της προετοιμασίας που θα δοκιμαζόταν στις 28 Οκτωβρίου 1940.
Και το πρώτο μεγάλο ερώτημα ήταν απλό:
Πώς θα μπορούσε, μέσα σε λίγες ημέρες, ο στρατός της ειρηνικής περιόδου να μετατραπεί σε στρατό πολέμου;
Η επιστράτευση – Πώς ένας στρατός ειρήνης μετατράπηκε σε στρατό πολέμου
![]() |
«Έλληνες στρατιώτες αναχωρούν με τρένο για το μέτωπο μετά την κήρυξη της επιστράτευσης. Ο σιδηρόδρομος αποτέλεσε βασικό κρίκο στη γρήγορη μεταφορά των επιστρατευμένων μονάδων προς τις περιοχές συγκέντρωσης.»
|
Η γενική επιστράτευση της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν ήταν μια διαδικασία που σχεδιάστηκε εκείνο το πρωινό.
Πίσω από τις εικόνες των εφέδρων που κατευθύνονταν στους σταθμούς κατατάξεως υπήρχε ένας μηχανισμός προετοιμασμένος πολύ νωρίτερα.
Το σχέδιο επιστράτευσης που εφαρμόστηκε με την έναρξη του πολέμου είχε συνταχθεί το 1939 και συνοδευόταν από δεκάδες επιμέρους σχέδια. Δεν αφορούσε μόνο την πρόσκληση των εφέδρων. Προέβλεπε επιτάξεις, μεταφορές, διασπορά μονάδων και υλικού, συγκρότηση νέων σχηματισμών και τη σταδιακή μετάβαση του Στρατού από την ειρηνική στην πολεμική του σύνθεση.
Μέχρι την έναρξη του πολέμου είχαν καταρτιστεί 31 επιμέρους σχέδια επιστράτευσης. Από αυτά, τα 21 είχαν ήδη εφαρμοστεί μυστικά στο σύνολό τους και ορισμένα ακόμη κατά ένα μέρος. Μονάδες που σε περίπτωση πολέμου επρόκειτο να επιστρατευθούν σε διαφορετικό τόπο από την ειρηνική τους έδρα είχαν ήδη μετακινηθεί εκεί, ενώ στους χώρους όπου προβλεπόταν να δημιουργηθούν νέες μονάδες είχαν εγκατασταθεί οι διοικήσεις και μικρά τμήματα που θα αποτελούσαν τον αρχικό τους πυρήνα.
Η επιστράτευση είχε ουσιαστικά αρχίσει πριν από τον πόλεμο
Η διαδικασία επιταχύνθηκε ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1940.
Ήδη από την άνοιξη είχαν κληθεί διαδοχικά έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες για μετεκπαίδευση στα νέα όπλα. Μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης», στις 15 Αυγούστου, άρχισε μια προσεκτική και ουσιαστικά μυστική μερική επιστράτευση.
Έφεδροι αξιωματικοί καλούνταν ατομικά με την αιτιολογία της μετεκπαίδευσης, ενώ πραγματοποιούνταν και ατομικές προσκλήσεις οπλιτών. Όσοι είχαν κληθεί για εκπαίδευση τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο παρέμειναν υπό τα όπλα καθώς η κατάσταση γινόταν ολοένα πιο κρίσιμη.
Με αυτόν τον τρόπο η VIII Μεραρχία στην Ήπειρο, η IX Μεραρχία και η IV Ταξιαρχία στη Δυτική Μακεδονία, καθώς και το Απόσπασμα Πίνδου, είχαν φθάσει σχεδόν στην πολεμική τους σύνθεση πριν ακόμη αρχίσει η ιταλική επίθεση.
Η σημασία αυτής της προετοιμασίας ήταν τεράστια.
Οι δυνάμεις που βρίσκονταν ήδη κοντά στα σύνορα έπρεπε να δεχθούν το πρώτο πλήγμα και να κερδίσουν τον χρόνο που χρειαζόταν ώστε να επιστρατευθεί και να συγκεντρωθεί ο κύριος όγκος του Ελληνικού Στρατού.
Τι συνέβαινε όταν παρουσιαζόταν ο έφεδρος
![]() |
| «Επιστράτευση στο 34ο Σύνταγμα, Γουδί, Αθήνα, 1940. Οι έφεδροι παρουσιάζονται για την ένταξή τους στις μονάδες του Στρατού. Φωτογραφία: Βούλα Παπαϊωάννου. Πηγή: Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη, FA_6_1843.» |
Για τον απλό στρατιώτη όλα άρχιζαν με την πρόσκληση για κατάταξη.
Για τον μηχανισμό της επιστράτευσης όμως είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα.
Ο έφεδρος έπρεπε να παρουσιαστεί στον προκαθορισμένο τόπο επιστράτευσης. Εκεί έπρεπε να αναγνωριστεί, να ενταχθεί στη μονάδα και στην ειδικότητά του και να παραλάβει τον απαραίτητο ιματισμό, εξάρτυση και οπλισμό.
Ταυτόχρονα έπρεπε να συγκεντρωθούν τα στελέχη, να παραληφθούν τα υλικά από τις αποθήκες, να επιταχθούν οχήματα και κτήνη και να συγκροτηθούν οι λόχοι, τα τάγματα και τα συντάγματα.
Μόνο τότε μια μονάδα μπορούσε να θεωρηθεί έτοιμη να αναχωρήσει.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική διάκριση:
άλλο επιστράτευση και άλλο συγκέντρωση.
Η επιστράτευση δημιουργούσε τη μονάδα στην πολεμική της σύνθεση. Η συγκέντρωση ήταν το επόμενο στάδιο: η μεταφορά της συγκροτημένης πλέον μονάδας προς την περιοχή όπου θα επιχειρούσε.
Σιδηρόδρομοι, αυτοκίνητα, πλοία, δρόμοι και χιλιάδες επιταγμένα ζώα αποτελούσαν επομένως αναπόσπαστο μέρος του ίδιου σχεδίου.
28 Οκτωβρίου – Ο μηχανισμός τίθεται σε κίνηση
Με την κήρυξη της γενικής επιστράτευσης στις 28 Οκτωβρίου ο μηχανισμός ενεργοποιήθηκε σε ολόκληρη τη χώρα.
Η σχετική διαταγή δεν απευθυνόταν μόνο στις στρατιωτικές αρχές. Κινητοποιήθηκαν διοικητικές, δημοτικές και κοινοτικές αρχές, η Χωροφυλακή και η Αστυνομία, καθώς και άλλες κρατικές υπηρεσίες που έπρεπε να συμμετάσχουν στην εφαρμογή του σχεδίου.
Η κλίμακα του εγχειρήματος ήταν τεράστια για τις δυνατότητες της Ελλάδας του 1940.
Μέσα στις πρώτες δεκαπέντε ημέρες κινητοποιήθηκαν και προωθήθηκαν περίπου 300.000 άνδρες και 125.000 κτήνη προς τις παραμεθόριες περιοχές απέναντι στην Αλβανία και τη Βουλγαρία.
Και όλα αυτά πραγματοποιούνταν ενώ ο πόλεμος είχε ήδη αρχίσει.
Στην Ήπειρο και στην Πίνδο οι μονάδες προκαλύψεως πολεμούσαν για να συγκρατήσουν την ιταλική επίθεση, την ίδια στιγμή που στα μετόπισθεν ένας ολόκληρος στρατός συγκροτούνταν, εξοπλιζόταν και μεταφερόταν προς το μέτωπο.
Ο αρχικός σχεδιασμός υπολόγιζε ότι η διαδικασία επιστράτευσης, μεταφοράς και συγκέντρωσης θα απαιτούσε έως 22 ημέρες για το αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων και 15 για το βουλγαρικό.
Στην πράξη, η κρίσιμη συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων πραγματοποιήθηκε αρκετά γρήγορα ώστε, αφού αποκρούστηκε η πρώτη ιταλική επίθεση, ο Ελληνικός Στρατός να μπορέσει από τις 14 Νοεμβρίου να περάσει στη γενική αντεπίθεση.
Η επιτυχία της επιστράτευσης δεν βρισκόταν επομένως μόνο στον αριθμό των ανδρών που παρουσιάστηκαν.
Βρισκόταν κυρίως στο γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες μετατράπηκαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο σε οργανωμένες στρατιωτικές μονάδες και οι μονάδες αυτές έφθασαν εκεί όπου τις χρειαζόταν το μέτωπο.
Αυτό όμως προϋπέθετε κάτι ακόμη.
Οι άνδρες που παρουσιάζονταν έπρεπε να γνωρίζουν να πολεμούν και οι αξιωματικοί να μπορούν να τους διοικήσουν.
Και γι’ αυτό, παράλληλα με τα σχέδια επιστράτευσης, είχε προηγηθεί μια μεγάλη προσπάθεια εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης του ενεργού στρατού και των εφέδρων.
Εκπαίδευση – Ο στρατός πριν φτάσει στο μέτωπο
Η επιστράτευση μπορούσε να συγκεντρώσει εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες.
Δεν μπορούσε όμως από μόνη της να δημιουργήσει στρατιώτες.
Ένας μεγάλος αριθμός από εκείνους που θα καλούνταν στα όπλα σε περίπτωση πολέμου είχε ολοκληρώσει τη θητεία του πολλά χρόνια νωρίτερα. Στο μεταξύ ο οπλισμός, οι κανονισμοί και οι απαιτήσεις του σύγχρονου πολέμου είχαν αλλάξει. Η επανεκπαίδευση των εφέδρων και η διαρκής κατάρτιση των στελεχών αποτελούσαν επομένως αναγκαίο μέρος της πολεμικής προπαρασκευής.
Η προσπάθεια είχε αρχίσει αρκετά χρόνια πριν. Από τη δεκαετία του 1920 είχαν δημιουργηθεί ή αναδιοργανωθεί στρατιωτικές σχολές και σχολεία εφαρμογής και μετεκπαίδευσης, ενώ σταδιακά επιχειρήθηκε να αποκτήσει η εκπαίδευση περισσότερο ενιαίο χαρακτήρα.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 όμως η προσπάθεια έγινε εντονότερη και, κυρίως, περισσότερο πρακτική.
Δεν αρκούσε πλέον η εκπαίδευση μέσα στις σχολές και στα στρατόπεδα. Οι μονάδες έπρεπε να ασκηθούν σε συνθήκες που πλησίαζαν όσο ήταν δυνατόν εκείνες μιας πραγματικής επιχείρησης.
Οι μεγάλες ασκήσεις
![]() |
| «Σχηματισμοί αεροσκαφών της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας κατά τα μεγάλα γυμνάσια του Στρατού στις Σέρρες, το 1937. Οι ασκήσεις περιλάμβαναν συνεργασία των Όπλων και συμμετοχή της Αεροπορίας. Πηγή: “Αεροπλοΐα”, 5 Νοεμβρίου 1937.» |
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι μεγάλες ασκήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1937 στη Μακεδονία.
Μονάδες Πεζικού και Πυροβολικού ασκήθηκαν σε επίπεδο μεγάλων σχηματισμών, ενώ στις ασκήσεις συμμετείχε και η Αεροπορία, με αποστολές αναγνώρισης, συνεργασίας με το Πεζικό και παρατήρησης και διόρθωσης των πυρών του Πυροβολικού.
Τη σημασία που αποδιδόταν σε αυτές τις ασκήσεις δείχνει και η παρουσία της ανώτατης πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας. Στις μεγάλες ασκήσεις των Σερρών, τον Οκτώβριο του 1937, μετέβησαν για να παρακολουθήσουν από κοντά την εξέλιξή τους τόσο ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ όσο και ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς.
Το σημαντικό δεν ήταν μόνο η εκπαίδευση του στρατιώτη στον χειρισμό του όπλου του.
Έπρεπε να δοκιμαστεί η συνεργασία διαφορετικών Όπλων, η λειτουργία των διοικήσεων, οι επικοινωνίες, οι μετακινήσεις και η δυνατότητα των μονάδων να ενεργούν ως τμήματα ενός μεγαλύτερου σχηματισμού.
Παράλληλα ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στους εφέδρους.
Κατά τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο πραγματοποιήθηκαν επανειλημμένες προσκλήσεις εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών για μετεκπαίδευση. Η ανάγκη γινόταν ακόμη μεγαλύτερη καθώς νέα όπλα εισέρχονταν σε υπηρεσία και άνδρες που είχαν απολυθεί χρόνια πριν έπρεπε να εξοικειωθούν με αυτά.
Η μεθόριος εκπαιδευόταν για τη δική της μάχη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε το σύστημα που οργανώθηκε στις παραμεθόριες περιοχές.
Οι δυνάμεις προκαλύψεως που υπήρχαν εκεί σε περίοδο ειρήνης δεν ήταν αρκετές για να αντιμετωπίσουν μόνες τους μια αιφνιδιαστική επίθεση. Έπρεπε επομένως να μπορούν να ενισχυθούν μέσα σε ελάχιστο χρόνο από εφέδρους που κατοικούσαν κοντά στα σύνορα.
Οι έφεδροι κατανεμήθηκαν εκ των προτέρων σε συγκεκριμένες μονάδες και τμήματα προκαλύψεως ανάλογα με τον τόπο κατοικίας τους. Καλούνταν περιοδικά σε ημερήσιες συγκεντρώσεις, συνήθως μία φορά τον μήνα, και εκπαιδεύονταν μαζί με τους άνδρες και τους αξιωματικούς με τους οποίους θα πολεμούσαν σε περίπτωση επιστράτευσης.
Κατά διαστήματα πραγματοποιούνταν και αιφνιδιαστικές προσκλήσεις.
Έτσι ο έφεδρος της παραμεθορίου δεν γνώριζε μόνο σε ποια μονάδα θα παρουσιαζόταν. Εξοικειωνόταν με το έδαφος στο οποίο πιθανότατα θα πολεμούσε, με τα καθήκοντά του και με τους άνδρες της μονάδας του.
Ήταν μια μορφή προετοιμασίας που αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία επειδή, σε περίπτωση αιφνιδιαστικής εισβολής, αυτές ακριβώς οι μονάδες θα έπρεπε να πολεμήσουν πρώτες.
Η δοκιμή του 1939
Τον Αύγουστο του 1939, καθώς η κατάσταση στα ελληνοαλβανικά σύνορα είχε γίνει ιδιαίτερα ανησυχητική μετά την ιταλική κατάληψη της Αλβανίας, διατάχθηκε μερική επιστράτευση της VIII Μεραρχίας στα Ιωάννινα και της IX Μεραρχίας στην Κοζάνη.
Ο πόλεμος τότε δεν ήρθε.
Η επιστράτευση όμως αποδείχθηκε πολύτιμη ως πραγματική δοκιμή του μηχανισμού.
Η εφαρμογή των σχεδίων αποκάλυψε ατέλειες, καθυστερήσεις και προβλήματα που δύσκολα θα φαίνονταν μόνο επάνω στον χάρτη. Μετά την αποστράτευση άρχισε νέος κύκλος ελέγχων και διορθώσεων.
Από τις αρχές του 1940 πραγματοποιήθηκαν επιθεωρήσεις μονάδων, αρχών επιστράτευσης και αποθηκών, αρχίζοντας από τις παραμεθόριες περιοχές. Στόχος ήταν όσα είχαν φανεί στην πράξη το 1939 να διορθωθούν πριν χρειαστεί να εφαρμοστεί πραγματικά η γενική επιστράτευση.
Και ο χρόνος που απέμενε ήταν ελάχιστος.
1940 – Οι έφεδροι επιστρέφουν στα όπλα
Από την άνοιξη του 1940 οι προσκλήσεις έγιναν ακόμη συχνότερες.
Διαδοχικές κλάσεις εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών καλούνταν για εκπαίδευση, ιδιαίτερα στον χειρισμό των νέων όπλων. Καθώς όμως η ένταση με την Ιταλία αυξανόταν, η εκπαίδευση άρχισε να μετατρέπεται σταδιακά σε πραγματική πολεμική προετοιμασία.
Όσοι κλήθηκαν για μηνιαία εκπαίδευση τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο δεν απολύθηκαν.
Παρέμειναν υπό τα όπλα.
Μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης» ακολούθησαν νέες ατομικές προσκλήσεις εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών, ενώ κρίσιμες μονάδες της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας πλησίαζαν πλέον σταδιακά την πολεμική τους σύνθεση.
Έτσι, όταν έφθασε η 28η Οκτωβρίου, ένα μέρος του στρατού που θα αντιμετώπιζε πρώτο την ιταλική εισβολή δεν συγκεντρωνόταν για πρώτη φορά εκείνο το πρωί.
Είχε ήδη εκπαιδευτεί, είχε δοκιμάσει διαδικασίες επιστράτευσης και, σε κρίσιμες περιοχές, βρισκόταν ήδη στις θέσεις όπου θα έδινε την πρώτη μάχη.
Όμως η εκπαίδευση των στρατιωτών ήταν μόνο η μία πλευρά του προβλήματος.
Για να μετατραπούν εκατοντάδες χιλιάδες επιστρατευμένοι σε πραγματικό στρατό χρειάζονταν άνθρωποι που θα τους διοικούσαν.
Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και έφεδροι αξιωματικοί αποτελούσαν τον σκελετό επάνω στον οποίο θα στηριζόταν ο στρατός της επιστράτευσης.
Τα στελέχη – Ο σκελετός του στρατού της επιστράτευσης
![]() |
| «Εκπαίδευση Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών Πυροβολικού στη Θεσσαλονίκη, 1936. Οι έφεδροι αξιωματικοί αποτέλεσαν κρίσιμο κρίκο για τη στελέχωση των μονάδων που συγκροτήθηκαν με την επιστράτευση. Φωτογραφία από το αρχείο του τότε ΔΕΑ Ιωάννη Ευγενίδη.» |
Η επιστράτευση μπορούσε να γεμίσει τα στρατόπεδα με άνδρες.
Για να μετατραπούν όμως αυτοί οι άνδρες σε λόχους, τάγματα και συντάγματα, χρειάζονταν διοικητές.
Η προετοιμασία των στελεχών αποτελούσε επομένως ένα ακόμη κρίσιμο μέρος της πολεμικής προπαρασκευής. Δίπλα στους μόνιμους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, ιδιαίτερη σημασία είχαν οι έφεδροι αξιωματικοί, αφού με τη γενική επιστράτευση ο Ελληνικός Στρατός θα πολλαπλασίαζε μέσα σε λίγες ημέρες τη δύναμή του και θα δημιουργούσε δεκάδες νέες μονάδες.
Η οργανωμένη εκπαίδευσή τους είχε αρχίσει πολύ πριν από το 1940.
Από το 1926 οι υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί των διαφόρων Όπλων εκπαιδεύονταν σε ειδική σχολή, αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Χαλκίδα, με φοίτηση που αρχικά ήταν ετήσια και αργότερα εννεάμηνη. Το 1934 δημιουργήθηκαν δύο ακόμη σχολές για το Πεζικό, στη Σύρο και στην Κέρκυρα.
Παράλληλα λειτουργούσαν σχολές εφαρμογής και μετεκπαίδευσης για τα μόνιμα στελέχη. Η Σχολή Εφαρμογής Πεζικού, που είχε ιδρυθεί το 1928, μεταφέρθηκε το 1936 στη Θεσσαλονίκη και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι την έναρξη του πολέμου.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η εκπαίδευση των αξιωματικών που θα στελέχωναν τα επιτελεία των μεγάλων μονάδων.
Μέχρι το 1940 η Ανωτέρα Σχολή Πολέμου είχε εκπαιδεύσει 15 σειρές και συνολικά 431 αξιωματικούς επιτελείς. Η 16η σειρά, αποτελούμενη από 28 αξιωματικούς, αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτησή της τον Οκτώβριο του 1940, όταν ξέσπασε ο πόλεμος.
Όμως η εκπαίδευση δεν σταματούσε με την αποφοίτηση από μια σχολή.
Οι έφεδροι αξιωματικοί αποτελούσαν μέρος του ίδιου συστήματος μετεκπαίδευσης που εφαρμόστηκε εντονότερα τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Καλούνταν ξανά στα όπλα, συμμετείχαν σε ασκήσεις και εξοικειώνονταν με τις μονάδες και τον νεότερο οπλισμό που θα καλούνταν να χρησιμοποιήσουν.
Το καλοκαίρι του 1940 αυτή η διαδικασία απέκτησε πλέον άμεσο επιχειρησιακό χαρακτήρα. Μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης», έφεδροι αξιωματικοί κλήθηκαν ατομικά, επισήμως για «μετεκπαίδευση», στο πλαίσιο της μυστικής μερικής επιστράτευσης που ενίσχυσε τις μονάδες της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας.
Έτσι, όταν στις 28 Οκτωβρίου άρχισε η γενική επιστράτευση, ο μηχανισμός δεν έπρεπε απλώς να συγκεντρώσει στρατιώτες.
Έπρεπε να τους εντάξει σε μονάδες που είχαν διοικήσεις, αξιωματικούς και υπαξιωματικούς και μπορούσαν, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, να αποκτήσουν πολεμική συνοχή.
Η σημασία των στελεχών φάνηκε ακόμη περισσότερο μετά την έναρξη των επιχειρήσεων. Οι ανάγκες ήταν τόσο μεγάλες ώστε κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου δημιουργήθηκαν νέοι ουλαμοί εφέδρων αξιωματικών στην Καβάλα και στα κτήρια της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στην Αθήνα.
Ο στρατός που δημιουργούσε η επιστράτευση χρειαζόταν συνεχώς νέους άνδρες.
Χρειαζόταν όμως και ανθρώπους που θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν στη μάχη.
Ο οπλισμός – Ένας στρατός ανάμεσα στο παλαιό και το νέο
![]() |
| «Έλληνες στρατιώτες σε χιονισμένη θέση μάχης κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Διακρίνεται το τυφέκιο Mannlicher–Schönauer των 6,5 χιλ., βασικό όπλο του Ελληνικού Πεζικού το 1940–1941.» |
Η εκπαίδευση και η επιστράτευση δεν αρκούσαν.
Ο στρατός που θα δημιουργούνταν έπρεπε και να εξοπλιστεί.
Και εδώ η Ελλάδα αντιμετώπιζε ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της πολεμικής της προπαρασκευής. Ο Ελληνικός Στρατός διέθετε όπλα διαφορετικής προελεύσεως και ηλικίας, πολλά από τα οποία προέρχονταν από προηγούμενους πολέμους. Διαφορετικοί τύποι τυφεκίων, πολυβόλων και πυροβόλων σήμαιναν διαφορετικά πυρομαχικά, ανταλλακτικά και ανάγκες συντηρήσεως.
Η πλήρης αντικατάστασή τους ήταν οικονομικά αδύνατη.
Έτσι ακολουθήθηκε ένας συνδυασμός δύο λύσεων: αγορά νέου υλικού και επισκευή ή αξιοποίηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του παλαιού.
Τα όπλα του Πεζικού
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου έγιναν σημαντικές αγορές φορητού οπλισμού.
Μεταξύ άλλων αποκτήθηκαν 100.000 τυφέκια Mannlicher-Schönauer των 6,5 χιλιοστών και 25.000 αραβίδες του ίδιου τύπου, ενώ πραγματοποιήθηκαν και άλλες προμήθειες τυφεκίων και αυτομάτων όπλων.
Όμως η πολυτυπία δεν εξαφανίστηκε.
Το 1940 ο Έλληνας στρατιώτης μπορούσε να βρεθεί εξοπλισμένος με Mannlicher-Schönauer, Mauser ή παλαιότερο γαλλικό τυφέκιο. Το ίδιο πρόβλημα υπήρχε στα αυτόματα όπλα.
Αυτό δημιουργούσε μια πραγματική επιμελητειακή δυσκολία: ένας στρατός δεν χρειαζόταν απλώς εκατοντάδες χιλιάδες όπλα, αλλά έπρεπε να εξασφαλίζει ότι το σωστό φυσίγγιο θα έφθανε στη σωστή μονάδα.
Πυροβολικό – Η μεγάλη δύναμη πυρός
![]() |
| «Ορεινή πυροβολαρχία του Ελληνικού Στρατού στο Αλβανικό Μέτωπο, 1940–1941. Το ορειβατικό πυροβολικό είχε ιδιαίτερη σημασία στις δύσβατες και χιονισμένες περιοχές των επιχειρήσεων. Φωτογραφία: Δημήτρης Χαρισιάδης. Πηγή: Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη.» |
Ιδιαίτερη προσπάθεια έγινε για την ενίσχυση και την ανακαίνιση του Πυροβολικού.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Ελληνικός Στρατός διέθετε περίπου 914 πυροβόλα διαφόρων τύπων και διαμετρημάτων: πεδινά, ορειβατικά και βαρέα.
Και εδώ υπήρχε μεγάλη πολυτυπία. Ανάμεσα στα πυροβόλα βρίσκονταν γαλλικά Schneider, αυστριακά Škoda, βρετανικά Vickers και παλαιότερα συστήματα που είχαν επισκευαστεί και παρέμεναν σε υπηρεσία.
Για μια χώρα όμως με το ορεινό ανάγλυφο της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Ηπείρου, το ορειβατικό πυροβολικό είχε ξεχωριστή σημασία. Πυροβόλα που μπορούσαν να λυθούν σε επιμέρους φορτία και να μεταφερθούν ακόμη και με ζώα μπορούσαν να ακολουθήσουν το Πεζικό εκεί όπου τα αυτοκίνητα δεν μπορούσαν να φθάσουν.
Στην προπολεμική περίοδο είχαν επίσης αποκτηθεί 313 όλμοι Brandt των 81 χιλιοστών, προσφέροντας στο Πεζικό ένα ευέλικτο όπλο υποστηρίξεως.
Η μεγάλη αδυναμία – Η αντιαρματική άμυνα
Υπήρχε όμως ένας τομέας στον οποίο η προετοιμασία παρέμενε εμφανώς ανεπαρκής.
Τα αντιαρματικά όπλα.
Ο Ελληνικός Στρατός είχε παραλάβει μόλις 24 αντιαρματικά πυροβόλα Rheinmetall των 37 χιλιοστών, οργανωμένα σε έξι πυροβολαρχίες.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση των αντιαρματικών τυφεκίων. Είχε προβλεφθεί η απόκτηση πολύ μεγαλύτερου αριθμού, αλλά μέχρι την έναρξη του πολέμου είχαν παραληφθεί μόλις 22 αντιαρματικά τυφέκια των 14 χιλιοστών. Οι σχετικές καταγραφές αναφέρουν παραγγελία 1.786 τυφεκίων, η οποία δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεστεί εγκαίρως.
Η έλλειψη επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με άλλους τρόπους. Παλαιότερα βλήματα πυροβολικού μετασκευάστηκαν για αντιαρματική χρήση, ενώ δημιουργήθηκαν πυρομαχικά που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην οργάνωση αντιαρματικών ναρκοπεδίων.
Η αδυναμία αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, επειδή η Ιταλία διέθετε τεθωρακισμένες μονάδες και στην επίθεση εναντίον της Ελλάδας χρησιμοποίησε άρματα μάχης.
Και τα ελληνικά άρματα;
Ουσιαστικά δεν υπήρχαν.
Η Ελλάδα είχε αποκτήσει ήδη από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου ελάχιστα τεθωρακισμένα οχήματα για δοκιμές και εκπαίδευση, αλλά μέχρι την 28η Οκτωβρίου 1940 δεν είχε δημιουργήσει επιχειρησιακή δύναμη αρμάτων μάχης.
Η Σχολή Αρμάτων θα οργανωνόταν μόλις τον Δεκέμβριο του 1940, όταν ο πόλεμος βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη.
Αυτό αποτελεί ίσως το καθαρότερο παράδειγμα των ορίων της ελληνικής προπαρασκευής.
Η χώρα είχε επενδύσει σημαντικά στην ενίσχυση του Πεζικού και του Πυροβολικού, είχε αγοράσει και επισκευάσει μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού, αλλά δεν είχε προλάβει —και οικονομικά δύσκολα θα μπορούσε— να δημιουργήσει έναν πλήρως σύγχρονο και μηχανοκίνητο στρατό.
Ο Ελληνικός Στρατός του 1940 ήταν επομένως ένας στρατός ανάμεσα σε δύο εποχές.
Διέθετε σύγχρονα όπλα δίπλα σε παλαιότερα, σημαντική δύναμη πυροβολικού αλλά περιορισμένη αντιαρματική άμυνα, και στηριζόταν ακόμη σε μεγάλο βαθμό στον άνθρωπο και στο ζώο για τη μεταφορά του.
Και πάνω απ’ όλα υπήρχε ένα ακόμη πρόβλημα.
Ένα όπλο χωρίς πυρομαχικά είναι απλώς ένα κομμάτι μέταλλο.
Γι’ αυτό η προετοιμασία δεν σταμάτησε στην αγορά όπλων. Έπρεπε να δημιουργηθούν αποθέματα και, ακόμη σημαντικότερο, ένας μηχανισμός που θα συνέχιζε να παράγει και να αναπληρώνει τα πυρομαχικά ενώ ο πόλεμος θα βρισκόταν σε εξέλιξη.
Πυρομαχικά – Το μέτωπο πίσω από το μέτωπο
Η αγορά ενός όπλου ήταν μόνο η αρχή.
Από τη στιγμή που άρχιζε ο πόλεμος, κάθε βολή μείωνε τα διαθέσιμα αποθέματα. Εκατοντάδες χιλιάδες τυφέκια και πολυβόλα χρειάζονταν συνεχώς φυσίγγια, τα πυροβόλα οβίδες και οι όλμοι βλήματα.
Η Ελλάδα έπρεπε επομένως να λύσει δύο διαφορετικά προβλήματα: να διαθέτει επαρκή αποθέματα κατά την έναρξη των επιχειρήσεων και ταυτόχρονα να δημιουργήσει έναν μηχανισμό συνεχούς αναπλήρωσης των πυρομαχικών όσο θα διαρκούσε ο πόλεμος.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια ανέλαβε η Ελληνική Εταιρεία Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (ΕΕΠΚ), η μετέπειτα ΠΥΡΚΑΛ.
Η ελληνική πολεμική βιομηχανία είχε ενισχυθεί σημαντικά κατά τα τελευταία προπολεμικά χρόνια. Επεκτάθηκαν οι εγκαταστάσεις, αποκτήθηκε νέος μηχανολογικός εξοπλισμός και αυξήθηκε σημαντικά η δυνατότητα παραγωγής πυρομαχικών.
Τον Ιούνιο του 1939 το Ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε μεγάλη σύμβαση με την ΕΕΠΚ, αναθέτοντάς της παραγγελίες πυρομαχικών Πεζικού, Πυροβολικού και όλμων συνολικής αξίας περίπου 600 εκατομμυρίων δραχμών, πληρωτέων σε δέκα ετήσιες δόσεις.
Μέρος αυτών των πυρομαχικών είχε παραδοθεί πριν από την 28η Οκτωβρίου και η παραγωγή των υπολοίπων συνεχίστηκε κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου.
Αυτό ακριβώς ήταν το κρίσιμο σημείο.
Η πολεμική βιομηχανία δεν προοριζόταν απλώς να γεμίσει τις αποθήκες πριν αρχίσει η σύγκρουση. Έπρεπε να εξακολουθήσει να λειτουργεί ενώ ο στρατός πολεμούσε.
Έως ένα εκατομμύριο φυσίγγια την ημέρα
Την εποχή της επιστράτευσης η προβλεπόμενη ημερήσια δυνατότητα της εγχώριας βιομηχανίας έφθανε περίπου τις 800.000 έως 1.000.000 φυσίγγια Πεζικού.
Παράλληλα μπορούσαν να κατασκευάζονται καθημερινά περίπου 2.500–3.000 οβίδες διαφόρων διαμετρημάτων, αν και η πραγματική παραγωγή υπολογιζόταν χαμηλότερα, έως περίπου 2.000, καθώς και 1.000–1.500 βλήματα όλμων Brandt, μαζί με χιλιάδες πυροσωλήνες.
Στις παραμονές του πολέμου, στα εργοστάσια της ΕΕΠΚ απασχολούνταν περίπου 12.000 εργαζόμενοι. Πίσω λοιπόν από τους αριθμούς της ημερήσιας παραγωγής βρισκόταν ένας ολόκληρος στρατός εργατών, τεχνιτών και μηχανικών.
Για τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας της εποχής επρόκειτο για σημαντική παραγωγική βάση.
Υπήρχαν όμως και εδώ όρια.
Κατά την έναρξη της επιστράτευσης η ΕΕΠΚ διέθετε αποθέματα πρώτων υλών που υπολογιζόταν ότι επαρκούσαν για περίπου τρεις μήνες παραγωγής.
Η διάκριση είναι σημαντική:
δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα διέθετε “πυρομαχικά για τρεις μήνες πολέμου”.
Υπήρχαν ήδη αποθηκευμένα πυρομαχικά, υπήρχαν παραγγελίες που συνέχιζαν να παραδίδονται και παράλληλα λειτουργούσε η εγχώρια παραγωγή. Το τρίμηνο αφορούσε τις διαθέσιμες πρώτες ύλες για τη συνέχιση αυτής της παραγωγής.
Επομένως ο σχεδιασμός βασιζόταν σε έναν συνδυασμό:
αποθέματα στις αποθήκες – προπολεμικές παραγγελίες – συνεχιζόμενη εγχώρια παραγωγή.
Δεν είχαν λυθεί όλα τα προβλήματα. Σε ορισμένα ειδικά πυρομαχικά, ιδιαίτερα για αντιαεροπορικά όπλα, η παραγωγή ή οι παραδόσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί όταν άρχισε ο πόλεμος.
Η γενική εικόνα όμως είναι σαφής.
Πίσω από τον στρατιώτη που πυροβολούσε στην Πίνδο ή στην Ήπειρο υπήρχε ένα δεύτερο, σχεδόν αθέατο μέτωπο.
Το μέτωπο των εργοστασίων.
Εργάτες, τεχνικοί και μηχανικοί συνέχιζαν να παράγουν το υλικό που κατανάλωνε καθημερινά ο στρατός. Η αλυσίδα δεν τελείωνε όμως στην πόρτα του εργοστασίου.
Το φυσίγγιο και η οβίδα έπρεπε να φύγουν από την παραγωγή, να περάσουν στις αποθήκες και από εκεί να διανύσουν εκατοντάδες χιλιόμετρα μέχρι να φθάσουν στον στρατιώτη.
Και αυτό μας οδηγεί σε ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα ολόκληρης της ελληνικής προετοιμασίας:
πώς θα μεταφέρονταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες, όπλα, πυρομαχικά και εφόδια προς ένα ορεινό μέτωπο, όταν ο ίδιος ο Στρατός διέθετε ελάχιστα αυτοκίνητα;
Μεταφορές και ανεφοδιασμός – Ο δρόμος προς το μέτωπο
![]() |
| «Έλληνες στρατιώτες με φορτωμένα υποζύγια στο Αλβανικό Μέτωπο, 1940–1941. Σε ένα μέτωπο όπου οι δρόμοι συχνά τελείωναν πριν από τις προωθημένες θέσεις, τα μουλάρια αποτέλεσαν αναντικατάστατο μέσο για τη μεταφορά πυρομαχικών, τροφίμων και άλλων εφοδίων.» |
Ένας στρατός μπορούσε να επιστρατευθεί, να εκπαιδευτεί και να εξοπλιστεί.
Αν όμως δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να ανεφοδιαστεί, δεν μπορούσε να πολεμήσει.
Αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει η ελληνική πολεμική προπαρασκευή.
Οι απαιτήσεις ήταν τεράστιες. Με την επιστράτευση έπρεπε μέσα σε λίγες ημέρες να μεταφερθούν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες, όπλα, πυρομαχικά, τρόφιμα, ζωοτροφές και κάθε είδους στρατιωτικό υλικό. Και στη συνέχεια αυτή η ροή έπρεπε να συνεχιστεί καθημερινά προς το μέτωπο.
7.000 οχήματα – αλλά μόλις 600 στρατιωτικά
![]() |
| «Φάλαγγα οχημάτων σε ορεινό δρόμο κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Η μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων προς το μέτωπο στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα αυτοκίνητα και φορτηγά που εντάχθηκαν στο σύστημα μεταφορών του Στρατού, πολλά από τα οποία προέρχονταν από επιτάξεις πολιτικών οχημάτων.» |
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται σε δύο αριθμούς.
Για τις ανάγκες της επιστράτευσης και των μεταφορών υπολογιζόταν ότι απαιτούνταν περίπου 7.000 αυτοκίνητα.
Ο Ελληνικός Στρατός διέθετε περίπου 600 στρατιωτικά οχήματα.
Ήταν αδύνατο μέσα στις οικονομικές δυνατότητες της χώρας να καλυφθεί ολόκληρη αυτή η διαφορά με αγορές στρατιωτικών αυτοκινήτων. Έτσι, η λύση είχε προβλεφθεί εκ των προτέρων:
η επίταξη πολιτικών οχημάτων.
Φορτηγά, λεωφορεία και άλλα κατάλληλα αυτοκίνητα ιδιωτών και επιχειρήσεων θα περνούσαν, με την επιστράτευση, στην υπηρεσία του Στρατού.
Η επίταξη επομένως δεν αποτελούσε αυτοσχεδιασμό της τελευταίας στιγμής. Ήταν μέρος του σχεδίου επιστράτευσης.
Τα τρένα της επιστράτευσης
Καθοριστικό ρόλο είχε και το σιδηροδρομικό δίκτυο.
Τα τρένα μπορούσαν να μεταφέρουν μαζικά προσωπικό και υλικό προς τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, απελευθερώνοντας τα περιορισμένα αυτοκίνητα για τις περιοχές όπου δεν υπήρχε σιδηρόδρομος.
Οι μεταφορές είχαν σχεδιαστεί εκ των προτέρων ως τμήμα της συγκέντρωσης του Στρατού. Δεν αρκούσε να γνωρίζει μια μονάδα πού θα πολεμούσε. Έπρεπε να είναι γνωστό πώς και με ποια μέσα θα έφθανε εκεί.
Όσο όμως οι δυνάμεις πλησίαζαν προς την Ήπειρο και τα βουνά της Πίνδου, τόσο η δυνατότητα των μηχανικών μέσων περιοριζόταν.
Και εκεί άρχιζε ένας άλλος κόσμος μεταφορών.
Ο στρατός των ζώων
Ο Ελληνικός Στρατός του 1940 εξακολουθούσε να στηρίζεται σε τεράστιο βαθμό στα μεταγωγικά ζώα.
Άλογα και κυρίως ημίονοι μπορούσαν να κινηθούν εκεί όπου δεν υπήρχαν δρόμοι ή όπου ένα φορτηγό ήταν αδύνατο να περάσει. Μετέφεραν πυρομαχικά, τρόφιμα, υγειονομικό υλικό και πυροβόλα, ενώ χρησιμοποιούνταν ακόμη και για τη μεταφορά τραυματιών.
Γι' αυτό μαζί με τους άνδρες επιστρατεύονταν και τα ζώα.
Μέσα στις πρώτες δεκαπέντε ημέρες της επιστράτευσης κινητοποιήθηκαν και προωθήθηκαν περίπου 125.000 κτήνη, παράλληλα με περίπου 300.000 άνδρες.
Ο αριθμός από μόνος του δείχνει πόσο διαφορετικός ήταν ο πόλεμος του 1940 από την εικόνα ενός πλήρως μηχανοκίνητου στρατού.
Το φορτηγό μπορούσε να μεταφέρει την οβίδα μέχρι ένα σημείο.
Από εκεί και πέρα, πολλές φορές την αναλάμβανε ο ημίονος.
Οι δρόμοι έγιναν μέρος της άμυνας
Η προετοιμασία επομένως δεν μπορούσε να περιοριστεί στα μεταφορικά μέσα.
Χρειαζόταν και δρόμους.
Η βελτίωση του ελληνικού οδικού δικτύου είχε αρχίσει πριν από το 1936 και δεν αποτελούσε αποκλειστικά στρατιωτικό πρόγραμμα. Κατά τα τελευταία προπολεμικά χρόνια όμως δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή σε οδικούς άξονες στρατιωτικού ενδιαφέροντος στη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ήπειρο.
Δρόμοι βελτιώθηκαν και νέες συνδέσεις δημιουργήθηκαν ώστε να εξυπηρετούν όχι μόνο την οικονομική ζωή της χώρας αλλά και τη γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων και εφοδίων προς τις παραμεθόριες περιοχές.
Ο δρόμος όμως δεν τελείωνε με την κατασκευή του.
Σε έναν πόλεμο έπρεπε να παραμένει ανοικτός.
Βομβαρδισμοί, κατολισθήσεις, βροχές, χιόνια και η συνεχής διέλευση χιλιάδων ανθρώπων, ζώων και οχημάτων μπορούσαν να διακόψουν οποιαδήποτε γραμμή ανεφοδιασμού.
Και όταν ήρθε ο χειμώνας, οι δυσκολίες έγιναν ακραίες.
Οι ίδιες οι μαρτυρίες και τα έγγραφα που έχουμε στο υλικό μας περιγράφουν μονάδες αυτοκινήτων των οποίων τα οχήματα διένυαν ακόμη και περισσότερα από 200 χιλιόμετρα την ημέρα, προσωπικό και μηχανές που εργάζονταν εξαντλητικά, καθώς και κινήσεις σε χιονισμένους δρόμους χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι κινητήρες παρέμεναν αναμμένοι ακόμη και κατά τη φόρτωση και εκφόρτωση, ώστε να μην παγώσει το νερό των ψυγείων.
Αυτές οι λεπτομέρειες δείχνουν κάτι που οι μεγάλοι αριθμοί συχνά κρύβουν.
Η επιμελητεία δεν ήταν ένα σχέδιο πάνω στο χαρτί.
Ήταν ένας μηχανισμός που έπρεπε να λειτουργεί κάθε ημέρα και κάθε νύχτα, ανεξάρτητα από τον καιρό, τις αποστάσεις και τις απώλειες.
Από το εργοστάσιο μέχρι τον στρατιώτη
Έτσι σχηματιζόταν μια τεράστια αλυσίδα:
εργοστάσιο → αποθήκη → σιδηρόδρομος → φορτηγό → μεταγωγικό ζώο → μονάδα → στρατιώτης.
Αν έσπαζε ένας κρίκος, το αποτέλεσμα γινόταν αισθητό στο μέτωπο.
Και ο στρατιώτης δεν χρειαζόταν μόνο όπλα και πυρομαχικά.
Έπρεπε κάθε ημέρα να τρώει. Τα αυτοκίνητα χρειάζονταν καύσιμα. Τα ζώα χρειάζονταν τροφή.
Γι' αυτό, πριν ακόμη αρχίσει ο πόλεμος, είχε επιχειρηθεί να δημιουργηθεί ένα ακόμη δίχτυ ασφαλείας:
τα αποθέματα πολέμου.
Τα αποθέματα πολέμου – 50, 45, 30 ημέρες
Η μεταφορά των εφοδίων προς το μέτωπο ήταν η μία πλευρά του προβλήματος.
Η άλλη ήταν ακόμη πιο απλή:
έπρεπε πρώτα να υπάρχουν εφόδια για να μεταφερθούν.
Και σε αυτόν τον τομέα η κατάσταση είχε αλλάξει σημαντικά κατά τα τελευταία προπολεμικά χρόνια.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 οι ελλείψεις στα αποθέματα πολέμου ήταν σοβαρές. Η προετοιμασία που ακολούθησε επιδίωξε όχι μόνο την αγορά όπλων και πυρομαχικών, αλλά και τη δημιουργία αποθεμάτων που θα επέτρεπαν στον Στρατό να λειτουργήσει κατά το πρώτο κρίσιμο διάστημα μιας σύγκρουσης.
Τον Οκτώβριο του 1940 τα διαθέσιμα αποθέματα υπολογίζονταν σε:
- τρόφιμα για 50 ημέρες,
- καύσιμα για 45 ημέρες,
- νομή –δηλαδή ζωοτροφές για τα στρατιωτικά κτήνη– για 30 ημέρες.
Οι αριθμοί αυτοί χρειάζονται όμως σωστή ανάγνωση.
Δεν σήμαιναν ότι ο ελληνικός σχεδιασμός προέβλεπε έναν πόλεμο πενήντα ημερών.
Ήταν αρχικά αποθέματα ασφαλείας.
Από τη στιγμή που άρχιζαν οι επιχειρήσεις, τα αποθέματα καταναλώνονταν και έπρεπε ταυτόχρονα να αναπληρώνονται από την παραγωγή, τις αγορές και τις επιτάξεις της χώρας.
Όπως ακριβώς συνέβαινε με τα πυρομαχικά, έτσι και εδώ η προετοιμασία δεν μπορούσε να στηρίζεται μόνο σε γεμάτες αποθήκες. Χρειαζόταν ένας μηχανισμός που θα συνέχιζε να τροφοδοτεί καθημερινά έναν στρατό εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών.
Και μαζί με τους άνδρες έπρεπε να τρέφονται δεκάδες χιλιάδες ζώα.
Η νομή ήταν εξίσου απαραίτητη με τα καύσιμα. Σε έναν στρατό που στηριζόταν σε τεράστιο βαθμό στους ημιόνους και στα άλογα, η έλλειψη ζωοτροφών μπορούσε να ακινητοποιήσει τις μεταφορές με τον ίδιο τρόπο που η έλλειψη βενζίνης μπορούσε να ακινητοποιήσει ένα φορτηγό.
Ο πόλεμος απέδειξε πόσο δύσκολο ήταν να διατηρηθεί αυτή η αλυσίδα όταν οι ελληνικές δυνάμεις πέρασαν στην Αλβανία και απομακρύνθηκαν από τις αρχικές βάσεις ανεφοδιασμού. Ήδη κατά την αντεπίθεση του Νοεμβρίου οι επίσημες πολεμικές καταγραφές αναφέρουν μεγάλες δυσχέρειες στην προώθηση τροφίμων και νομής, καθώς και εξαντλημένα μεταγωγικά ζώα.
Αυτό όμως ανήκει πλέον στην ιστορία των επιχειρήσεων.
Για την προετοιμασία πριν από την 28η Οκτωβρίου το σημαντικό είναι άλλο:
ο Στρατός είχε δημιουργήσει πριν από τον πόλεμο συγκεκριμένα αποθέματα ασφαλείας και είχε σχεδιάσει τον μηχανισμό που θα έπρεπε να τα αναπληρώνει όταν άρχιζαν να καταναλώνονται.
Όμως τρόφιμα και πυρομαχικά δεν ήταν αρκετά.
Ο άνθρωπος που θα πολεμούσε στα βουνά της Ηπείρου έπρεπε να έχει στολή, άρβυλα, χλαίνη και κράνος.
Και εκεί η ελληνική προετοιμασία θα ερχόταν αντιμέτωπη με ένα πολύ διαφορετικό πρόβλημα:
πώς εξοπλίζεις προσωπικά μέσα σε λίγες ημέρες έναν στρατό που πολλαπλασιάζεται με την επιστράτευση;
Ιματισμός και εξάρτυση – Να ντυθεί ένας στρατός μέσα σε λίγες ημέρες
![]() |
| «Παραγωγή ελληνικών στρατιωτικών κρανών στο εργοστάσιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Εμαγιέ και Μεταλλουργίας στην Κέα, κατά την προπολεμική περίοδο. Η προμήθεια των κρανών αποτέλεσε μέρος της προσπάθειας εξοπλισμού του Ελληνικού Στρατού ενόψει του πολέμου. Πηγή: Αρχείο Μάρκου Ανδρέου / Redstar.gr.» |
Η γενική επιστράτευση δημιουργούσε ακόμη ένα τεράστιο πρακτικό πρόβλημα.
Οι άνδρες που παρουσιάζονταν κατά χιλιάδες δεν χρειάζονταν μόνο ένα όπλο.
Έπρεπε να παραλάβουν στολή, άρβυλα, χλαίνη, εξάρτυση, κράνος και όλα τα απαραίτητα είδη που θα τους επέτρεπαν να ζήσουν και να πολεμήσουν στο ύπαιθρο.
Και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η κατάσταση απείχε πολύ από το να είναι ικανοποιητική.
Οι προβλεπόμενες ανάγκες ενός στρατού γενικής επιστράτευσης ήταν πολύ μεγαλύτερες από τα διαθέσιμα αποθέματα. Γι' αυτό, στα χρόνια που ακολούθησαν, η συγκέντρωση ιματισμού και ατομικού υλικού αποτέλεσε μέρος της γενικότερης πολεμικής προπαρασκευής.
Μέχρι τον Οκτώβριο του 1940 η εικόνα είχε αλλάξει σημαντικά.
Σύμφωνα με μελέτη για την ελληνική επιμελητεία, στις αποθήκες υπήρχαν περίπου 435.000 πλήρεις συλλογές ιματισμού, ενώ ήδη από τις αρχές του ίδιου έτους είχε συμπληρωθεί μεγάλο μέρος του υλικού που απαιτούσε η επιστράτευση.
Το ελληνικό κράνος του 1940
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας ήταν το κράνος.
Το 1936 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την προμήθεια 250.000 κρανών. Η κατασκευή τους ανατέθηκε στην ελληνική βιομηχανία, με τις μεταλλικές κάσκες να κατασκευάζονται στην Ελλάδα από εισαγόμενο ειδικό χάλυβα.
Έτσι δημιουργήθηκε το χαρακτηριστικό ελληνικό κράνος που θα συνδεόταν με την εικόνα του στρατιώτη του 1940.
Η συγκεκριμένη προμήθεια δείχνει και κάτι ευρύτερο: όπου υπήρχε δυνατότητα, επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί η εγχώρια βιομηχανία για την κάλυψη των αναγκών της επιστράτευσης και να περιοριστεί η εξάρτηση από έτοιμες εισαγωγές.
Η πραγματικότητα του μετώπου
Οι αριθμοί των αποθηκών όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την καθημερινή πραγματικότητα κάθε στρατιώτη.
Άλλο ήταν να υπάρχει ένα είδος καταγεγραμμένο στις αποθήκες και άλλο να βρίσκεται την κατάλληλη στιγμή στην κατάλληλη μονάδα.
Και, κυρίως, κανένας προπολεμικός σχεδιασμός δεν μπορούσε να εμποδίσει τη φθορά που προκαλούσαν εβδομάδες συνεχών επιχειρήσεων, η βροχή, η λάσπη, το χιόνι και το εξαιρετικά ψυχρό αλβανικό μέτωπο.
Τα τεκμήρια από το ίδιο το μέτωπο είναι χαρακτηριστικά.
Στρατιώτες ζητούσαν από τις οικογένειές τους ζεστά εσώρουχα, μάλλινες κάλτσες και άλλα είδη για την αντιμετώπιση του ψύχους, ενώ σε ολόκληρη την Ελλάδα οργανώθηκε η συγκέντρωση και αποστολή μάλλινων ειδών προς τις μονάδες.
Αυτό δεν αναιρεί την προετοιμασία που είχε προηγηθεί.
Δείχνει τα όριά της.
Ο στρατός που είχε εξοπλιστεί για να μπει στον πόλεμο έπρεπε τώρα να συντηρείται επί εβδομάδες και μήνες σε συνθήκες πολύ σκληρότερες από εκείνες μιας απλής επιστράτευσης.
Και όσο προχωρούσε ο χειμώνας, το πρόβλημα του ιματισμού συνδεόταν πλέον άμεσα με ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα.
Δεν αρκούσε να προστατευθεί ο στρατιώτης από τις σφαίρες.
Έπρεπε να προστατευθεί και από το κρύο, τις ασθένειες και τα κρυοπαγήματα.
Και αυτό οδηγεί σε έναν από τους σημαντικότερους —και συχνά λιγότερο προβεβλημένους— τομείς ολόκληρης της πολεμικής προπαρασκευής:
Το Υγειονομικό – Η μάχη για να σωθεί ο στρατιώτης
![]() |
| «Μεταφορά τραυματία από την πρώτη γραμμή προς τα μετόπισθεν κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Στο ορεινό και χιονισμένο μέτωπο, όπου τα οχήματα δεν μπορούσαν πάντοτε να προσεγγίσουν, η διακομιδή των τραυματιών γινόταν συχνά με φορεία και ανθρώπινα χέρια. Πηγή: Πολεμικό Μουσείο.» |
Η πολεμική προετοιμασία δεν τελείωνε τη στιγμή που ο στρατιώτης έφθανε στο μέτωπο.
Από εκείνη τη στιγμή άρχιζε μια άλλη ευθύνη του Στρατού: να μπορέσει να τον περιθάλψει όταν τραυματιζόταν ή αρρώσταινε και, εφόσον ήταν δυνατόν, να τον επιστρέψει ξανά στη μονάδα του.
Και αυτό απαιτούσε έναν ολόκληρο μηχανισμό.
Ιατρούς και νοσοκόμους, επιδέσμους και φάρμακα, χειρουργικό υλικό, φορεία, σκηνές, ασθενοφόρα, αναρρωτήρια και στρατιωτικά νοσοκομεία. Απαιτούσε όμως και ένα οργανωμένο σύστημα που θα παραλάμβανε τον τραυματία από τη γραμμή της μάχης και θα τον μετέφερε διαδοχικά προς τα μετόπισθεν.
Από τις ελλείψεις στην προετοιμασία
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 το Υγειονομικό αντιμετώπιζε σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και υλικό.
Κατά τα επόμενα χρόνια επιχειρήθηκε σημαντική ενίσχυσή του. Αγοράστηκαν και συγκεντρώθηκαν φάρμακα, επίδεσμοι, φορεία, κλίνες, σκηνές και χειρουργικό υλικό, ενώ οργανώθηκαν κινητές υγειονομικές μονάδες που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τον Στρατό σε περίπτωση πολέμου.
Η λογική ήταν η ίδια που συναντήσαμε σε ολόκληρη την προετοιμασία:
ο μηχανισμός έπρεπε να υπάρχει πριν εμφανιστούν οι πρώτες απώλειες.
Με την επιστράτευση δεν κινητοποιούνταν επομένως μόνο οι μάχιμες μονάδες. Έπρεπε ταυτόχρονα να αναπτυχθεί το δίκτυο των υγειονομικών σχηματισμών και των νοσοκομείων που θα υποστήριζε έναν στρατό πολλαπλάσιο εκείνου της ειρηνικής περιόδου.
Η διαδρομή του τραυματία
Πίσω από κάθε τραυματία που απομακρυνόταν από τη μάχη υπήρχε μια ολόκληρη αλυσίδα.
Η πρώτη φροντίδα δινόταν όσο το δυνατόν πλησιέστερα στη μονάδα του. Από εκεί άρχιζε η διακομιδή του προς τους υγειονομικούς σχηματισμούς των μετόπισθεν και, εφόσον η κατάστασή του το απαιτούσε, προς τα νοσοκομεία.
Σε ένα ορεινό μέτωπο όμως ακόμη και αυτή η φαινομενικά απλή διαδικασία μπορούσε να γίνει εξαιρετικά δύσκολη.
Εκεί όπου δεν μπορούσε να φθάσει ασθενοφόρο, ο τραυματίας έπρεπε να μεταφερθεί με φορείο ή με μεταγωγικό ζώο. Κακοί δρόμοι, βροχή, χιόνι και εχθρική αεροπορική δράση μπορούσαν να μετατρέψουν τη διακομιδή σε πολύωρη δοκιμασία.
Έτσι το Υγειονομικό ήταν άμεσα εξαρτημένο από τον ίδιο μηχανισμό μεταφορών που τροφοδοτούσε το μέτωπο.
Όταν ο μεγαλύτερος εχθρός έγινε το κρύο
Η πραγματική δοκιμασία ήρθε όταν ο πόλεμος παρατάθηκε και οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν βαθύτερα στα αλβανικά βουνά.
Ο χειμώνας του 1940–1941 ήταν εξαιρετικά σκληρός.
Χιόνι, πάγος, υγρασία και πολύ χαμηλές θερμοκρασίες προκάλεσαν μαζικά κρυοπαγήματα. Το πρόβλημα δεν αφορούσε πλέον μεμονωμένους στρατιώτες αλλά ολόκληρες μονάδες.
Τα τεκμήρια από το μέτωπο είναι αποκαλυπτικά.
Σε ένα σύνταγμα, στις αρχές Ιανουαρίου 1941, όλοι οι αξιωματικοί και οπλίτες που είχαν απομείνει σε συγκεκριμένα υψώματα εμφάνιζαν εμφανή κρυοπαγήματα. Πολλοί νοσηλεύονταν στα αναρρωτήρια που είχαν οργανωθεί σε κάθε τάγμα, ενώ συνεχώς περισσότεροι μεταφέρονταν στα νοσοκομεία.
Ακόμη και μέτρα που σήμερα προκαλούν εντύπωση επανεξετάζονταν με βάση την εμπειρία του μετώπου. Το κονιάκ χορηγούνταν κανονικά μέσω του στρατιωτικού εφοδιασμού και υπήρχε επάρκειά του στις βάσεις και στους σταθμούς ανεφοδιασμού. Στα τέλη Ιανουαρίου 1941 όμως διατάχθηκε μείωση της ημερήσιας ποσότητάς του ως μέτρο κατά των κρυοπαγημάτων, ύστερα από γνωμάτευση ιατροστρατιωτικού συμβουλίου.
Αυτό είναι μια μικρή αλλά εξαιρετικά χαρακτηριστική λεπτομέρεια.
Ο μηχανισμός δεν είχε απλώς σχεδιαστεί πριν από τον πόλεμο.
Μάθαινε και προσαρμοζόταν ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν.
Τα όρια της προετοιμασίας
Τα κρυοπαγήματα δείχνουν ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί δεν πρέπει να παρουσιάσουμε την ελληνική πολεμική προπαρασκευή ως τέλεια.
Η Ελλάδα είχε οργανώσει Υγειονομική Υπηρεσία, είχε συγκεντρώσει υλικό και είχε δημιουργήσει δίκτυο περίθαλψης και διακομιδών.
Όμως η πραγματικότητα ενός παρατεταμένου χειμερινού πολέμου σε μεγάλο υψόμετρο ξεπέρασε σε πολλές περιπτώσεις τις προβλέψεις.
Σε άλλο τεκμήριο που έχουμε, το χιόνι είχε φθάσει σε τέτοιο ύψος ώστε δρόμος ανεφοδιασμού αποκλείστηκε και χρειάστηκε η εργασία μεγάλου αριθμού στρατιωτών για να ανοίξει, ενώ περίπου 30 άνδρες μιας μόνο μονάδας χρειάστηκε να διακομισθούν λόγω κρυοπαγημάτων.
Αυτή ακριβώς η εικόνα έχει μεγαλύτερη αξία από έναν ψυχρό κατάλογο νοσοκομείων και φαρμάκων.
Δείχνει τι σήμαινε στην πράξη η Υγειονομική Υπηρεσία του 1940:
να παραλαμβάνει τον τραυματία από τη μάχη, να αντιμετωπίζει την ασθένεια και το ψύχος, να προσαρμόζεται σε προβλήματα που δεν είχαν προβλεφθεί πλήρως και να προσπαθεί να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερους άνδρες ζωντανούς και μάχιμους.
Η Γραμμή Μεταξά – Τα 21 οχυρά στα βόρεια σύνορα
Ανάμεσα στα μεγαλύτερα και ακριβότερα έργα της ελληνικής πολεμικής προπαρασκευής υπήρξε η οχύρωση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων.
Η απόφαση δεν είχε σχέση με την ιταλική απειλή από την Αλβανία, η οποία θα εμφανιζόταν αργότερα.
Ο ελληνικός στρατιωτικός σχεδιασμός θεωρούσε επί χρόνια τη Βουλγαρία έναν από τους βασικούς πιθανούς αντιπάλους στα βόρεια σύνορα. Τον Αύγουστο του 1935 το Γενικό Επιτελείο Στρατού συγκρότησε ειδική επιτροπή για να μελετήσει εξαρχής το πρόβλημα της οχύρωσης και το καλοκαίρι του 1936 άρχισε η κατασκευή της οχυρωματικής γραμμής Μπέλες–Νέστος.
Ήταν το έργο που έμεινε στην Ιστορία ως «Γραμμή Μεταξά».
![]() |
| «Αντιαεροπορικό πυροβολείο στο Οχυρό Ρούπελ. Η Γραμμή Μεταξά δεν περιοριζόταν στις υπόγειες στοές και στα πολυβολεία, αλλά διέθετε ένα σύνθετο σύστημα έργων και θέσεων μάχης για την άμυνα των οχυρών. Πηγή: ΓΕΣ/ΔΙΣ – Στρατιωτική Επιθεώρηση.» |
Ένας υπόγειος κόσμος μέσα στα βουνά
Η Γραμμή Μεταξά δεν αποτελούσε ένα συνεχές τείχος.
Αποτελούνταν από 21 αυτόνομα οχυρωματικά συγκροτήματα, τοποθετημένα έτσι ώστε να ελέγχουν και να φράσσουν τους κυριότερους άξονες εισβολής από τη Βουλγαρία.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν οχυρά που θα γίνονταν αργότερα ιστορικά: Ρούπελ, Ιστίμπεη, Παλιουριώνες, Λίσσε, Νυμφαία και πολλά ακόμη.
![]() |
| «Υπόγεια στοά του οχυρού Ρούπελ. Πίσω από τα επιφανειακά έργα μάχης αναπτυσσόταν ένα εκτεταμένο υπόγειο δίκτυο με χώρους διοίκησης, διαμονής, αποθήκευσης και υποστήριξης της φρουράς. Σύγχρονη φωτογραφία του διατηρημένου οχυρού.» |
Κάτω από τα βουνά δημιουργήθηκε ένας πραγματικός υπόγειος κόσμος.
Στοές συνέδεαν πολυβολεία, πυροβολεία, παρατηρητήρια, θαλάμους προσωπικού, αποθήκες πυρομαχικών και εγκαταστάσεις υποστήριξης. Στην επιφάνεια υπήρχαν αντιαρματικά κωλύματα, συρματοπλέγματα, χαρακώματα και οργανωμένες θέσεις μάχης.
Τα ίδια τα μεγέθη δείχνουν την έκταση του έργου.
Κατασκευάστηκαν περίπου 24 χιλιόμετρα υπόγειων στοών και άλλα 13 χιλιόμετρα υπόγειων εγκαταστάσεων διαβίωσης. Πραγματοποιήθηκαν περίπου 900.000 κυβικά μέτρα εκσκαφών, χρησιμοποιήθηκαν 66.000 τόνοι τσιμέντου, 12.000 τόνοι σιδηρού οπλισμού και περίπου 180.000 κυβικά μέτρα σκυροδέματος.
Για να φθάσουν όμως όλα αυτά τα υλικά στα βουνά έπρεπε πρώτα να δημιουργηθούν δρόμοι.
Στο πλαίσιο του έργου διανοίχθηκαν περίπου 115 χιλιόμετρα νέων οδών και επισκευάστηκαν άλλα 92 χιλιόμετρα παλαιότερου δικτύου.
Σε ορισμένα δυσπρόσιτα σημεία η μεταφορά των υλικών υπήρξε τόσο δύσκολη ώστε χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και καμήλες.
Αυτονομία μέσα στο οχυρό
Τα οχυρά σχεδιάστηκαν ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να πολεμούν ακόμη και αν απομονώνονταν.
Διέθεταν εγκαταστάσεις διαβίωσης, ύδρευση, αερισμό και αποθέματα, ενώ προβλεπόταν αυτονομία περίπου δέκα ημερών σε τρόφιμα και πόσιμο νερό.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε και στις επικοινωνίες.
Κάθε οχυρό συνδεόταν με περισσότερες από μία τηλεφωνικές γραμμές με τα γειτονικά οχυρά, τα στρατηγεία των μετόπισθεν και τις διοικήσεις Πυροβολικού.
Η οχύρωση επομένως δεν ήταν απλώς μπετόν και υπόγειες στοές.
Ήταν ένα ολόκληρο αμυντικό σύστημα.
Το Ρούπελ
Το μεγαλύτερο και γνωστότερο από τα συγκροτήματα ήταν το Ρούπελ, που έλεγχε το στρατηγικής σημασίας πέρασμα του Στρυμόνα.
Η οργάνωση της περιοχής είχε αρχίσει ήδη από το 1936, όταν αποφασίστηκε η συστηματική οχύρωση των συνόρων προς τη Βουλγαρία.
Οι υπόγειες στοές του συγκροτήματος ξεπερνούσαν συνολικά τα 4.000 μέτρα.
Το όνομα Ρούπελ θα συνδεόταν τελικά όχι με τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο αλλά με τη γερμανική εισβολή του Απριλίου 1941, όταν τα οχυρά της γραμμής θα αντιμετώπιζαν τον αντίπαλο για τον οποίο —με διαφορετικά βέβαια δεδομένα— είχε σχεδιαστεί η άμυνα των βόρειων συνόρων.
Έργο 1,5 δισεκατομμυρίου δραχμών
Η κατασκευή των οχυρών απορρόφησε περίπου 1,5 δισεκατομμύριο δραχμές, ποσό τεράστιο για την ελληνική οικονομία της εποχής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού, το ποσό αντιστοιχούσε περίπου στο 10% ενός ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού της εποχής.
Οι εργασίες συνεχίζονταν μέχρι τον πόλεμο. Παραμονές της σύγκρουσης τα περισσότερα οχυρά είχαν ολοκληρωθεί, ενώ σε τέσσερα οι εργασίες δεν είχαν ακόμη αποπερατωθεί.
Η αξία όμως της Γραμμής Μεταξά για την προετοιμασία του 1940 δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στις μάχες που θα έδιναν τα οχυρά τον Απρίλιο του 1941.
Υπήρχε και μια σημαντική στρατηγική συνέπεια.
Η ύπαρξη της οχυρωμένης τοποθεσίας στα βουλγαρικά σύνορα επέτρεπε στην ελληνική στρατιωτική ηγεσία να στηρίζει την άμυνα εκεί σε ισχυρές μόνιμες εγκαταστάσεις και, όταν η ιταλική απειλή από την Αλβανία έγινε άμεση, να διαθέσει μεγαλύτερο μέρος των κινητών δυνάμεών της προς το ελληνοαλβανικό μέτωπο.
Έτσι ένα έργο που είχε κατασκευαστεί πρωτίστως απέναντι σε έναν διαφορετικό κίνδυνο έγινε τελικά μέρος της συνολικής προετοιμασίας της Ελλάδας για τον πόλεμο.
Το κόστος της προετοιμασίας – 15,7 δισεκατομμύρια δραχμές
Όλα όσα προηγήθηκαν είχαν ένα τεράστιο κόστος.
Όπλα και πυρομαχικά, οχυρώσεις, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αποθέματα, εκπαίδευση, μεταφορές και κάθε άλλη ανάγκη ενός στρατού που έπρεπε να είναι έτοιμος να περάσει από την ειρήνη στον πόλεμο απαιτούσαν οικονομικούς πόρους που η Ελλάδα του Μεσοπολέμου δεν διέθετε σε αφθονία.
Η εικόνα γίνεται σαφέστερη αν δούμε έναν μόνο αριθμό.
Για την περίοδο 1935–1940 οι πιστώσεις για τον Στρατό Ξηράς ανήλθαν συνολικά σε 15.707.305.490 δραχμές.
Η χρονολογία έχει σημασία.
Η προσπάθεια δεν άρχισε με την εγκαθίδρυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου το 1936. Ήδη το 1935 είχαν αρχίσει νέες προσπάθειες αναδιοργάνωσης, ενώ η ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού είχε πολύ βαθύτερες ρίζες, όπως είδαμε, στα χρόνια που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από το 1936 όμως η προσπάθεια εντάθηκε σημαντικά.
Στις 28 Οκτωβρίου 1936, ακριβώς τέσσερα χρόνια πριν από την ιταλική επίθεση, τέθηκε σε εφαρμογή νέο εφοδιαστικό πρόγραμμα του Στρατού Ξηράς.
Τα χρήματα δεν κατευθύνθηκαν σε έναν μόνο τομέα.
Χρηματοδότησαν την προμήθεια πολεμικού υλικού, την ανανέωση και συντήρηση παλαιότερου οπλισμού, την οχύρωση των συνόρων, τη δημιουργία αποθεμάτων και γενικότερα τον μηχανισμό που θα επέτρεπε στον στρατό ειρήνης να μετατραπεί σε στρατό πολέμου.
Το αποτέλεσμα φαίνεται και από ένα δεύτερο σύνολο στοιχείων.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Ελληνικός Στρατός διέθετε ήδη το 96,53% του φορητού οπλισμού που τελικά χρησιμοποίησε στη διάρκεια του πολέμου, το 90,81% των πολυβόλων, το 87,18% των οπλοπολυβόλων και το 88,81% των πυροβόλων που θα χρησιμοποιούνταν συνολικά.
Υπήρχε όμως μια χαρακτηριστική εξαίρεση:
τα αντιαρματικά πυροβόλα.
Εκεί, στις 28 Οκτωβρίου, υπήρχε μόλις το 31,57% της συνολικής ποσότητας που θα χρησιμοποιούσε στη συνέχεια ο Στρατός.
Ήταν μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες που η ελληνική προετοιμασία δεν είχε προλάβει να καλύψει.
Τι είχε τελικά προετοιμαστεί μέχρι την 28η Οκτωβρίου;
Η Ελλάδα δεν μπήκε στον πόλεμο με έναν τέλεια εξοπλισμένο στρατό.
Δεν διέθετε ισχυρές τεθωρακισμένες δυνάμεις. Η αντιαρματική άμυνα παρέμενε ανεπαρκής. Η μηχανοκίνηση ήταν περιορισμένη. Μεγάλο μέρος του οπλισμού ήταν παλαιότερων τύπων και διαφορετικών προελεύσεων και διαμετρημάτων. Οι μεταφορές εξακολουθούσαν να εξαρτώνται σε τεράστιο βαθμό από επιταγμένα πολιτικά οχήματα, άλογα και ημιόνους.
Και ο πόλεμος θα αποκάλυπτε νέες ελλείψεις που κανένας σχεδιασμός δεν είχε μπορέσει να προβλέψει πλήρως.
Όμως στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα δεν ξεκινούσε από το μηδέν.
Πίσω από τον στρατιώτη που έφευγε εκείνο το πρωί για το μέτωπο υπήρχε ένας μηχανισμός που είχε οικοδομηθεί επί χρόνια.
Υπήρχαν σχέδια επιστράτευσης.
Υπήρχαν εκπαιδευμένοι έφεδροι και στελέχη.
Υπήρχαν μονάδες στα ελληνοαλβανικά σύνορα που είχαν ήδη ενισχυθεί πριν από την επίθεση.
Υπήρχαν όπλα, πυρομαχικά και εργοστάσια που μπορούσαν να συνεχίσουν την παραγωγή τους.
Υπήρχαν αποθήκες τροφίμων, καυσίμων και ζωοτροφών.
Υπήρχε σχεδιασμός για τις επιτάξεις οχημάτων και ζώων, για τους σιδηροδρόμους και για τη μεταφορά των επιστρατευμένων προς τις περιοχές συγκέντρωσης.
Υπήρχε Υγειονομική Υπηρεσία που θα αναλάμβανε τους τραυματίες και τους ασθενείς.
Και στα βόρεια σύνορα υπήρχαν τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά, ώστε ένα μέρος της ελληνικής άμυνας να στηρίζεται σε μόνιμες εγκαταστάσεις απέναντι στη βουλγαρική κατεύθυνση.
Όλα αυτά δεν δημιουργήθηκαν τη νύχτα της 27ης προς την 28η Οκτωβρίου.
Εκείνη τη νύχτα ενεργοποιήθηκαν.
Και αυτή ίσως είναι η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στον μύθο του «αυθόρμητου θαύματος» και στην πραγματική ιστορία της ελληνικής προετοιμασίας.
Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ο ενθουσιασμός του λαού ήταν πραγματικός.
Η αποφασιστικότητα των στρατιωτών ήταν πραγματική.
Αλλά για να μετατραπούν σε στρατιωτικό αποτέλεσμα χρειάζονταν κάτι που είχε αρχίσει να δημιουργείται πολύ πριν ακουστεί το πρώτο «Αέρα».
Χρειαζόταν ένας Στρατός έτοιμος να κινητοποιηθεί.
Και όταν, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ήρθε η ώρα, ο μηχανισμός τέθηκε σε κίνηση.
![]() |
| «Έλληνας στρατιώτης βαδίζει προς το μέτωπο, 1940. Πίσω από την αποφασιστικότητα των ανθρώπων που έφυγαν για τον πόλεμο βρισκόταν ένας μηχανισμός προετοιμασίας που είχε οργανωθεί επί χρόνια και τέθηκε σε πλήρη κίνηση στις 28 Οκτωβρίου 1940. Πηγή: ΓΕΣ/ΔΙΣ.» |
Στο επόμενο Πριν από το ΟΧΙ – Πώς προετοιμάστηκε η Ελλάδα για τον πόλεμο: Η ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ
Πηγές – Βιβλιογραφία
Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η προς πόλεμον προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού, 1923–1940, Αθήνα, 1969 (ανατύπωση 1983).
Αλέξανδρος Παπάγος, Ο Ελληνικός Στρατός και η προς πόλεμον προπαρασκευή του – Από Αυγούστου 1923 μέχρι Οκτωβρίου 1940, πρώτη έκδοση Αθήνα 1945· επανέκδοση Ίδρυμα Γουλανδρή–Χορν, Αθήνα 1997.
Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940–1941, Αθήνα, 1982.
Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η Υγειονομική Υπηρεσία του Στρατού κατά τον Πόλεμο 1940–1941, Αθήνα, 1983.
Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ιστορία του Ελληνικού Πεζικού, επίσημη ιστορική έκδοση.
Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ιστορία Ελληνικού Πυροβολικού, επίσημη ιστορική έκδοση.
Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, επίσημο ιστορικό υλικό για την επιστράτευση, την πολεμική προπαρασκευή, τη Μάχη Πίνδου–Ελαίας–Καλαμά και την οχύρωση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων.
Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), ιστορικό υλικό για την εκπαίδευση και την προετοιμασία των εφέδρων αξιωματικών.
Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, ιστορικό της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου και στοιχεία για την εκπαίδευση των επιτελών αξιωματικών.
Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), αρχειακό υλικό της περιόδου 1936–1941 για την πολεμική προπαρασκευή, τις προμήθειες και την Υγειονομική Υπηρεσία.
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ιστορική μελέτη/παρουσίαση για την ελληνική πολεμική βιομηχανία και την παραγωγική υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας του 1940–1941.
Πάντειο Πανεπιστήμιο, ακαδημαϊκή μελέτη για το Ελληνικό Πυροβολικό και την πολεμική προπαρασκευή του Στρατού κατά την περίοδο 1935–1940.
Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού – Λύκειον των Ελληνίδων, «Αγαπητές Ελληνίδες!» Γράμματα από το αλβανικό μέτωπο προς το Λύκειον των Ελληνίδων, Αθήνα, 2019.
















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου