Σειρά άρθρων: 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 Από την προετοιμασία στο Έπος (7/10)
Του Νικόλαου Μενελάου
Τέως Προέδρου Σωματείου Ταχυδρόμων Νομού Αχαΐας
Η προετοιμασία του Βασιλικού Ναυτικού για τον πόλεμο
Όταν, τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την ιταλική επίθεση, το Βασιλικό Ναυτικό κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο που υπερείχε συντριπτικά σε αριθμούς, εκτόπισμα και σύγχρονα πολεμικά μέσα. Η Regia Marina συγκαταλεγόταν στις ισχυρότερες ναυτικές δυνάμεις της εποχής, ενώ ο ελληνικός Στόλος διέθετε περιορισμένους οικονομικούς πόρους και αρκετές μονάδες μεγάλης ήδη ηλικίας.
Η ελληνική προετοιμασία, επομένως, δεν μπορούσε να στηριχθεί σε έναν εξοπλιστικό ανταγωνισμό με την Ιταλία. Στηρίχθηκε κυρίως στην αξιοποίηση και συντήρηση των υπαρχόντων πλοίων, στην απόκτηση ορισμένων νέων μονάδων, στην ενίσχυση των πυρομαχικών, των τορπιλών και των ναρκών, στην οργάνωση της παράκτιας άμυνας και των ναρκοπεδίων, στην κατασκευή ανθυποβρυχιακών φραγμάτων, στην προετοιμασία των ναυτικών βάσεων και στην εκπαίδευση του προσωπικού.
Πίσω από τα πολεμικά πλοία βρισκόταν ένα ολόκληρο σύστημα που έπρεπε να είναι έτοιμο να λειτουργήσει από την πρώτη ημέρα: ο Ναύσταθμος Σαλαμίνας, τα συνεργεία και οι αποθήκες, τα παράκτια οχυρά, οι Ναυτικές Αμυντικές Περιοχές, τα βοηθητικά και επιταγμένα πλοία, τα πλωτά νοσοκομεία και οι υπηρεσίες ανεφοδιασμού.
Και όταν έφθασε τελικά η 28η Οκτωβρίου, πολλά από αυτά δεν χρειάστηκε να σχεδιαστούν από την αρχή. Υπήρχαν ήδη σχέδια, προκαθορισμένες αποστολές και δυνάμεις σε αυξημένη ετοιμότητα. Μέσα στις πρώτες ώρες άρχισαν οι αποπλόες των υποβρυχίων, ενώ ενεργοποιήθηκαν τα σχέδια για την πόντιση των προβλεπόμενων ναρκοπεδίων.
Η ιστορία της προετοιμασίας του Βασιλικού Ναυτικού είναι, επομένως, η ιστορία της προσπάθειας ενός μικρότερου Στόλου να αντισταθμίσει την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου με οργάνωση, προνοητικότητα και όσο το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση των περιορισμένων μέσων που διέθετε.
Ένας μικρός Στόλος απέναντι στη Regia Marina
Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, η διαφορά ισχύος ανάμεσα στο Ελληνικό και το Ιταλικό Ναυτικό ήταν μεγάλη. Η Ιταλία διέθετε θωρηκτά, βαριά και ελαφρά καταδρομικά, μεγάλο αριθμό αντιτορπιλικών και τορπιλακάτων και έναν από τους μεγαλύτερους υποβρυχιακούς στόλους στον κόσμο. Για την Ελλάδα ήταν αδύνατο να επιδιώξει αριθμητική ισορροπία.
Ο ελληνικός Στόλος ήταν μικρός και ανομοιογενής. Δίπλα σε σχετικά σύγχρονες μονάδες υπηρετούσαν πλοία που είχαν ήδη πίσω τους δεκαετίες ζωής. Το ιστορικό θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ», σύμβολο των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων, παρέμενε σε υπηρεσία, αλλά η ηλικία των μηχανών και των λεβήτων του περιόριζε πλέον σημαντικά την επιχειρησιακή του ταχύτητα.
![]() |
| Ελληνικά αντιτορπιλικά σε σχηματισμό, περ. 1935. Σε πρώτο πλάνο ο «Κουντουριώτης» και πίσω του τα «Ύδρα», «Σπέτσαι» και «Ψαρά». Πηγή: U.S. Naval History and Heritage Command, NH 89018. |
Τον κύριο όγκο της επιθετικής δύναμης επιφανείας αποτελούσαν τα αντιτορπιλικά. Τα νεότερα «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», βρετανικής κατασκευής, είχαν παραληφθεί λίγο πριν από τον πόλεμο και αντιπροσώπευαν τη σημαντικότερη ποιοτική ενίσχυση του Στόλου. Δίπλα τους βρίσκονταν τα τέσσερα αντιτορπιλικά τύπου «Ύδρα» — «Ύδρα», «Σπέτσαι», «Ψαρά» και «Κουντουριώτης» — καθώς και τα παλαιότερα αντιτορπιλικά και τορπιλοβόλα.
Ιδιαίτερη δύναμη αποτελούσαν τα έξι υποβρύχια «Κατσώνης», «Παπανικολής», «Πρωτεύς», «Νηρεύς», «Τρίτων» και «Γλαύκος». Ήταν όμως και αυτά πλοία της προηγούμενης δεκαετίας και αντιμετώπιζαν τεχνικούς περιορισμούς και προβλήματα συντήρησης. Με την έναρξη του πολέμου ο «Γλαύκος», μάλιστα, βρισκόταν σε επισκευή.
Τα παλαιά θωρηκτά «Κιλκίς» και «Λήμνος» δεν αποτελούσαν πλέον ενεργές μονάδες μάχης του Στόλου. Ωστόσο τίποτε πολύτιμο δεν έπρεπε να πάει χαμένο: βαρύ πυροβολικό από τα παλαιά πλοία μπορούσε να αποκτήσει δεύτερη ζωή στην παράκτια άμυνα. Θα το συναντήσουμε ξανά στα οχυρά που προστάτευαν τις προσβάσεις προς την Αττική και τον Ναύσταθμο.
Η πραγματικότητα ήταν λοιπόν σαφής. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να κατασκευάσει έναν δεύτερο ιταλικό στόλο. Έπρεπε να προετοιμάσει όσο καλύτερα γινόταν τον Στόλο που ήδη είχε.
Γι' αυτό και τα περιορισμένα διαθέσιμα κονδύλια κατευθύνθηκαν όχι μόνο στην αγορά νέων πλοίων, αλλά και σε λιγότερο εντυπωσιακά —και απολύτως απαραίτητα— μέσα: πυρομαχικά, τορπίλες, νάρκες, ανθυποβρυχιακά φράγματα, ανταλλακτικά, επισκευές και υποδομές.
Και μέσα σε αυτή την προσπάθεια έγιναν ορισμένες κινήσεις που άλλαξαν ουσιαστικά τις δυνατότητες του Βασιλικού Ναυτικού.
Τα νέα πλοία και η προσπάθεια ανανέωσης του Στόλου
![]() |
| Το αντιτορπιλικό «Βασιλεύς Γεώργιος» (14) στον κόλπο της Γέρας στη Λέσβο, τον Σεπτέμβριο του 1940. Μία από τις δύο νεότερες μονάδες επιφανείας του Βασιλικού Ναυτικού στις παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου. Πηγή: Αρχείο Ναυάρχου Γρηγορίου Μεζεβίρη. |
Παρά τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους, κατά την τελευταία προπολεμική περίοδο έγινε προσπάθεια να ενισχυθεί το Βασιλικό Ναυτικό με νέες μονάδες και να βελτιωθούν οι δυνατότητες υποστήριξης του Στόλου.
![]() |
| Το αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» (D-15), μία από τις δύο νεότερες και ισχυρότερες μονάδες επιφανείας που απέκτησε το Βασιλικό Ναυτικό λίγο πριν από τον πόλεμο. Πηγή: Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, αρ. φωτ. 480001 |
Η σημαντικότερη προσθήκη ήταν τα δύο νέα αντιτορπιλικά «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», που ναυπηγήθηκαν στα βρετανικά ναυπηγεία Yarrow και εντάχθηκαν στον Στόλο λίγο πριν από τον πόλεμο. Με εκτόπισμα περίπου 1.400 τόνων, ταχύτητα που έφθανε τους 35 κόμβους, πυροβόλα των 5 ιντσών και τορπιλοσωλήνες, ήταν τα πλέον σύγχρονα μεγάλα πλοία επιφανείας που διέθετε τότε η Ελλάδα.
Η ενίσχυση όμως δεν περιορίστηκε στα αντιτορπιλικά. Αποκτήθηκαν επίσης τέσσερα ναρκαλιευτικά, δώδεκα υδροπλάνα και ένα πετρελαιοφόρο, μέσα σε μια προσπάθεια να καλυφθούν ανάγκες που δεν ήταν λιγότερο σημαντικές από την καθαρή δύναμη πυρός.
Τα τέσσερα ναρκαλιευτικά «Αλιάκμων», «Αξιός», «Νέστος» και «Στρυμών» είχαν τη δυνατότητα όχι μόνο να καθαρίζουν θαλάσσιες περιοχές από αγκυροβολημένες νάρκες, αλλά και να χρησιμοποιούνται για την πόντισή τους. Η διπλή αυτή δυνατότητα θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία μόλις άρχιζε ο πόλεμος.
Παράλληλα, η απόκτηση πετρελαιοφόρου έδειχνε ότι η ηγεσία του Ναυτικού αντιλαμβανόταν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα ενός Στόλου σε πολεμικές επιχειρήσεις: δεν αρκούσε να υπάρχουν πλοία· έπρεπε να μπορούν να παραμένουν στη θάλασσα και να ανεφοδιάζονται. Το ζήτημα των καυσίμων θα εξελισσόταν, μάλιστα, σε μία από τις σοβαρότερες προπολεμικές ανησυχίες του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.
Υπήρχε όμως και μια περισσότερο φιλόδοξη προσπάθεια. Στον Σκαραμαγκά προωθήθηκε η δημιουργία κρατικής ναυπηγικής υποδομής, με στόχο η Ελλάδα να αποκτήσει τη δυνατότητα κατασκευής πολεμικών πλοίων στο εσωτερικό. Στο πλαίσιο αυτό σχεδιάστηκε η κατασκευή δύο ακόμη αντιτορπιλικών συγγενικού τύπου με τα «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», των «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» και «Βασίλισσα Σοφία». Η επιδείνωση όμως της διεθνούς κατάστασης και τελικά ο πόλεμος δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση του προγράμματος.
Η προσπάθεια ανανέωσης του Στόλου έμεινε έτσι αναγκαστικά περιορισμένη. Όμως η ελληνική προπαρασκευή είχε ήδη στραφεί σε έναν δεύτερο δρόμο, πολύ πιο προσιτό οικονομικά και εξαιρετικά σημαντικό για τη γεωγραφία της χώρας:
Η οχύρωση των ελληνικών θαλασσών
Η προετοιμασία του Βασιλικού Ναυτικού δεν περιορίστηκε στα πλοία. Η ιδιαίτερη γεωγραφία της Ελλάδας, με τις εκτεταμένες ακτές, τα νησιά, τους στενούς διαύλους και τα μεγάλα λιμάνια, απαιτούσε ένα οργανωμένο σύστημα άμυνας που θα μπορούσε να προστατεύσει τις βάσεις του Στόλου και τις θαλάσσιες συγκοινωνίες.
Ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου οι ελληνικές ακτές είχαν διαιρεθεί σε Ναυτικές Αμυντικές Περιοχές (ΝΑΠ). Τον Νοέμβριο του 1935 συγκροτήθηκε η Ανωτέρα Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης, στην οποία υπάγονταν έξι ΝΑΠ: της Δυτικής Ελλάδας με έδρα την Πάτρα, της Κρήτης με έδρα τα Χανιά, του Νοτίου Αιγαίου με έδρα τον Πειραιά, της Εύβοιας με έδρα τη Χαλκίδα, του Βορείου Αιγαίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και των Ανατολικών Νήσων με έδρα τη Χίο.
Οι διοικήσεις αυτές είχαν να αντιμετωπίσουν ένα εξαιρετικά σύνθετο έργο. Έπρεπε να οργανωθούν οι παράκτιες οχυρώσεις και η αντιαεροπορική προστασία, να προετοιμαστούν ναρκοπέδια και ανθυποβρυχιακά φράγματα και να εξασφαλιστούν οι είσοδοι των σημαντικότερων λιμανιών και ναυτικών βάσεων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε φυσικά η προστασία του Σαρωνικού, του Πειραιά και του Ναυστάθμου Σαλαμίνας, της καρδιάς του ελληνικού Στόλου. Η άμυνα οργανώθηκε σε διαδοχικές ζώνες. Παράκτια πυροβολεία, νάρκες και ανθυποβρυχιακά εμπόδια έπρεπε να κάνουν εξαιρετικά δύσκολη την προσέγγιση εχθρικών μονάδων προς την Αττική.
Κομβικό ρόλο σε αυτό το σύστημα είχαν τα οχυρά της Αίγινας και των Φλεβών. Στο Βόρειο Ναυτικό Οχυρό της Αίγινας, στον Τούρλο, εγκαταστάθηκε βαρύ πυροβολικό που προερχόταν από το παλαιό θωρηκτό «Λήμνος». Δύο δίδυμοι θωρακισμένοι πύργοι με συνολικά τέσσερα πυροβόλα των 305 χιλιοστών μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην ξηρά.
Το εγχείρημα ήταν κάθε άλλο παρά απλό. Επρόκειτο για τεράστιους πύργους και βαριά πυροβόλα, των οποίων η μεταφορά από το πλοίο και η εγκατάσταση στις νέες θέσεις απαιτούσαν σημαντικές τεχνικές εργασίες και νέες υποδομές. Ένα όπλο που είχε σχεδιαστεί για μάχη στη θάλασσα αποκτούσε πλέον δεύτερη ζωή ως μέρος της παράκτιας άμυνας.
Στην ίδια λογική εντάσσονταν τα υπόλοιπα ναυτικά οχυρά και πυροβολεία που προστάτευαν κρίσιμα σημεία των ελληνικών ακτών. Στη δυτική Ελλάδα ιδιαίτερη σημασία είχαν οι προσβάσεις του Πατραϊκού και του Κορινθιακού, ενώ αντίστοιχα έργα κάλυπταν περιοχές του Αιγαίου, της Εύβοιας και της βόρειας Ελλάδας.
Τα πυροβόλα όμως προστάτευαν την επιφάνεια της θάλασσας. Κάτω από αυτήν υπήρχε ένας διαφορετικός κίνδυνος.
Τα ανθυποβρυχιακά φράγματα
Σε επιλεγμένους διαύλους και προσβάσεις λιμανιών εγκαταστάθηκαν ανθυποβρυχιακά δίκτυα και φράγματα, ώστε να εμποδίζεται η διείσδυση εχθρικών υποβρυχίων. Τέτοια έργα οργανώθηκαν μεταξύ άλλων στον Σαρωνικό και στις προσβάσεις της Σαλαμίνας, αλλά και στη δυτική Ελλάδα, στον Πατραϊκό και στην περιοχή του Ρίου.
Η κατασκευή τους έφερε μάλιστα τους Έλληνες τεχνικούς μπροστά σε ένα πρακτικό πρόβλημα λίγο πριν από τον πόλεμο. Για ορισμένα από τα φράγματα απαιτούνταν ειδικές βαριές άγκυρες, οι οποίες ήταν δύσκολο πλέον να εισαχθούν από το εξωτερικό. Η λύση αναζητήθηκε στην Ελλάδα: κατασκευάστηκαν άγκυρες από οπλισμένο σκυρόδεμα και δοκιμάστηκαν στα νερά της Σαλαμίνας.
Ήταν μία ακόμη μικρή αλλά χαρακτηριστική πλευρά της προπαρασκευής: όταν η αγορά έτοιμου πολεμικού υλικού από το εξωτερικό γινόταν ολοένα δυσκολότερη, αναζητούνταν εγχώριες λύσεις.
Και στην επόμενη γραμμή άμυνας βρίσκονταν τα ναρκοπέδια.
Τα ναρκοπέδια και η ελληνική νάρκη Μωραΐτη
![]() |
| Το αντιτορπιλικό «Βασιλεύς Γεώργιος» (14) στον κόλπο της Γέρας στη Λέσβο, τον Σεπτέμβριο του 1940. Μία από τις δύο νεότερες μονάδες επιφανείας του Βασιλικού Ναυτικού στις παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου. Πηγή: Αρχείο Ναυάρχου Γρηγορίου Μεζεβίρη. |
Στο αμυντικό σύστημα που οργανωνόταν πριν από τον πόλεμο, οι θαλάσσιες νάρκες κατείχαν ιδιαίτερη θέση. Για ένα Ναυτικό που δεν μπορούσε να αντιπαρατάξει στην Ιταλία αντίστοιχο αριθμό μεγάλων πολεμικών πλοίων, τα ναρκοπέδια αποτελούσαν ένα σχετικά οικονομικό αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό μέσο για την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων προσβάσεων.
Οι θέσεις τους δεν αποφασίστηκαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Με την απόρρητη διαταγή Κ/27/4332 της 23ης Αυγούστου 1940, λίγες μόλις ημέρες μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης», είχαν ήδη προβλεφθεί τα ναρκοπέδια που θα ποντίζονταν σε περίπτωση πολέμου. Όταν έφθασε η 28η Οκτωβρίου, απέμενε να δοθεί το εκτελεστικό σήμα.
Ανάμεσα όμως στις νάρκες που διέθετε το Βασιλικό Ναυτικό υπήρχε και μία με ιδιαίτερη ιστορία. Δεν είχε αγοραστεί από το εξωτερικό. Ήταν ελληνικής σχεδίασης.
Η νάρκη του Καρόλου Μωραΐτη
![]() |
| Η ελληνικής σχεδίασης θαλάσσια νάρκη Μωραΐτη. Σχεδιάστηκε το 1931 από τον Ανθυποπλοίαρχο και ναρκοτεχνίτη Κάρολο Μωραΐτη και αποτέλεσε ένα από τα ιδιαίτερα επιτυχημένα εγχώρια όπλα του Βασιλικού Ναυτικού κατά την προπολεμική περίοδο. |
Το 1931, ο Ανθυποπλοίαρχος Κάρολος Μωραΐτης, αξιωματικός με ειδίκευση στις νάρκες, αφού είχε μελετήσει αντίστοιχους ευρωπαϊκούς τύπους, σχεδίασε μία νέα ελληνική θαλάσσια νάρκη.
Η κατασκευή του παρουσίαζε σημαντικές καινοτομίες. Η νάρκη είχε μεγαλύτερη αντοχή, διέθετε μηχανισμό αυτόματης αγκυροβολίας, ο οποίος επέτρεπε την ελεγχόμενη τοποθέτησή της στο επιθυμητό βάθος, ενώ έφερε μεγαλύτερη και αφαιρούμενη εκρηκτική γόμωση. Παράλληλα, ο τρόπος χειρισμού της περιόριζε σημαντικά τον απαιτούμενο χρόνο για την πόντισή της — κατά περίπου δεκαπέντε λεπτά σε σχέση με τους τύπους που χρησιμοποιούνταν έως τότε.
Παρά τα πλεονεκτήματά της, η προσπάθεια αρχικά δεν προχώρησε πέρα από την κατασκευή του πρώτου υποδείγματος, πιθανότατα για οικονομικούς λόγους.
Δύο χρόνια αργότερα όμως, το 1933, ο Πλοίαρχος Επαμεινώνδας Καββαδίας, επιστρέφοντας στη Διεύθυνση Τορπιλών και Ναρκών, επανέφερε το σχέδιο στο προσκήνιο. Η νάρκη δοκιμάστηκε και, μετά τα ιδιαίτερα επιτυχή αποτελέσματα των δοκιμών, έγινε αποδεκτή από το Βασιλικό Ναυτικό.
Υπήρχε μάλιστα και μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Ο Μωραΐτης είχε δεχθεί οικονομικά δελεαστικές προτάσεις από το εξωτερικό για την εφεύρεσή του. Προτίμησε όμως να τη διαθέσει στην Ελλάδα, έναντι 100.000 δραχμών.
![]() |
| Ο Ανθυποπλοίαρχος Κάρολος Μωραΐτης (στο κέντρο) μαζί με αξιωματικούς και τεχνικούς του Βασιλικού Ναυτικού. Ο Μωραΐτης σχεδίασε το 1931 την ελληνική θαλάσσια νάρκη που έφερε το όνομά του. Πηγή: Αρχείο Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. |
Ελληνική παραγωγή στον Πειραιά
Η ιστορία δεν σταμάτησε στο σχεδιαστήριο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 οργανώθηκε στον Πειραιά παραγωγή των ελληνικών ναρκών και κατασκευάστηκαν οι πρώτες 50 νάρκες τύπου Μωραΐτη.
Στις δοκιμές που ακολούθησαν, οι ελληνικές νάρκες φέρονται να πέτυχαν ποσοστό επιτυχίας 100%, έναντι περίπου 60% των εισαγόμενων ναρκών που χρησιμοποιήθηκαν για σύγκριση.
Το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενο στρατιωτικό υλικό, είχε κατορθώσει να σχεδιάσει και να κατασκευάσει στο εσωτερικό ένα εξειδικευμένο ναυτικό όπλο.
Και η νάρκη Μωραΐτη δεν έμεινε απλώς ένα επιτυχημένο πείραμα της προπολεμικής περιόδου.
Με την έναρξη του πολέμου χρησιμοποιήθηκε στα ελληνικά ναρκοπέδια. Τη νύχτα της 29ης προς 30ή Οκτωβρίου 1940, ελληνικά πολεμικά πλοία άρχισαν να ποντίζουν τις νάρκες που είχαν προβλεφθεί από το προπολεμικό σχέδιο. Στο ναρκοπέδιο Τούρλου Αίγινας–Φλεβών χρησιμοποιήθηκαν τόσο βρετανικές Vickers όσο και ελληνικές Μωραΐτη.
![]() |
| Τα ναρκοπέδια των ελληνικών θαλασσών κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο χάρτης αποτυπώνει τη μεγάλη γεωγραφική έκταση του συστήματος ναρκοθέτησης που κάλυπτε κρίσιμες θαλάσσιες προσβάσεις και περιοχές του ελληνικού χώρου. Πηγή: Φωτογραφικό Αρχείο ΔΝΑΡ. |
![]() |
| Το ναρκοπέδιο Τούρλου Αίγινας–Φλεβών. Στο αυθεντικό σχεδιάγραμμα καταγράφονται 133 νάρκες Vickers και 170 νάρκες τύπου «Μ», καθώς και η διάταξή τους στη γραμμή μεταξύ Αίγινας και Φλεβών. Το ναρκοπέδιο είχε προβλεφθεί στον προπολεμικό σχεδιασμό και ποντίστηκε με την έναρξη των επιχειρήσεων |
Η αποτελεσματικότητά τους θα αποδεικνυόταν αργότερα με τον πιο δραματικό τρόπο. Το γερμανικό υποβρύχιο U-133, που χάθηκε στις 14 Μαρτίου 1942 στα νερά του Σαρωνικού, θεωρείται ότι προσέκρουσε σε μία από τις ελληνικές νάρκες Μωραΐτη του προπολεμικού ναρκοπεδίου.
Έτσι, ένα όπλο που είχε αρχίσει να σχεδιάζεται από έναν Έλληνα αξιωματικό σχεδόν μία δεκαετία πριν από την 28η Οκτωβρίου, εξακολουθούσε να προστατεύει τις θαλάσσιες προσβάσεις της Αττικής ακόμη και όταν η Ελλάδα βρισκόταν πλέον υπό γερμανική κατοχή.
Ο Ναύσταθμος Σαλαμίνας – η τεχνική και εφοδιαστική καρδιά του Στόλου
![]() |
| Άποψη του Ναυστάθμου Σαλαμίνας κατά την περίοδο 1925–1935. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι εγκαταστάσεις του αποτέλεσαν την κύρια τεχνική και εφοδιαστική βάση του Βασιλικού Ναυτικού κατά την προετοιμασία για τον πόλεμο. Πηγή: Ιστορική Υπηρεσία Ναυτικού. |
Πίσω από κάθε πολεμικό πλοίο που μπορούσε να αποπλεύσει υπήρχε ένας ολόκληρος μηχανισμός συντήρησης, επισκευής και ανεφοδιασμού. Για το Βασιλικό Ναυτικό, η καρδιά αυτού του μηχανισμού ήταν ο Ναύσταθμος Σαλαμίνας.
Στα χρόνια πριν από τον πόλεμο οι απαιτήσεις είχαν αυξηθεί σημαντικά. Η επέκταση των εγκαταστάσεων προς την Αμφιάλη, που είχε αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του 1920, είχε δημιουργήσει πρόσθετους χώρους για την αποθήκευση υλικών και την εξυπηρέτηση των αναγκών συντήρησης του Στόλου. Ο Ναύσταθμος διέθετε αποθήκες, συνεργεία, προβλήτες, πλωτή δεξαμενή, μεγάλο γερανό και εγκαταστάσεις όπου μπορούσαν να πραγματοποιηθούν πολλές από τις εργασίες που απαιτούσε η καθημερινή λειτουργία των πολεμικών πλοίων.
Η σημασία του γινόταν ακόμη μεγαλύτερη επειδή μεγάλο μέρος του ελληνικού Στόλου δεν ήταν καινούργιο. Παλαιά αντιτορπιλικά, υποβρύχια και βοηθητικές μονάδες απαιτούσαν συνεχή τεχνική φροντίδα και ανταλλακτικά. Η διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων πλοίων σε επιχειρησιακή κατάσταση ήταν από μόνη της μέρος της πολεμικής προπαρασκευής.
Καθώς η διεθνής κατάσταση επιδεινωνόταν, ο φόρτος εργασίας αυξανόταν. Δεν αρκούσε πλέον η συνηθισμένη συντήρηση. Έπρεπε να υπάρχουν διαθέσιμα πυρομαχικά, τορπίλες, νάρκες, καύσιμα, ανταλλακτικά και κάθε είδους εφόδια, ώστε οι μονάδες να μπορούν να περάσουν γρήγορα από την ειρηνική λειτουργία στην πολεμική δράση.
Η επίσημη ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού σημειώνει ότι με την έναρξη του πολέμου χρειάστηκε να πραγματοποιηθεί στον Ναύσταθμο ο ταχύς και πλήρης εξοπλισμός και εφοδιασμός των πλοίων του Στόλου με τα απαραίτητα υλικά. Η φράση αυτή αποκαλύπτει έναν αγώνα που συνήθως μένει στη σκιά των πολεμικών επιχειρήσεων: πριν ένα αντιτορπιλικό ή ένα υποβρύχιο βγει στη θάλασσα, δεκάδες διαφορετικές εργασίες έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί στην ξηρά.
Η προστασία του ίδιου του Ναυστάθμου αποτελούσε συνεπώς ζήτημα ζωτικής σημασίας. Η αμυντική του περίμετρος δεν σταματούσε στις εγκαταστάσεις της Σαλαμίνας. Η Ψυττάλεια, το Πέραμα, η νησίδα του Αγίου Γεωργίου και η περιοχή του όρμου των Μεγάρων συμμετείχαν με παράκτιες θέσεις και πυροβολεία στην προστασία του, ενώ πιο έξω τα οχυρά της Αίγινας και των Φλεβών, τα ναρκοπέδια και τα ανθυποβρυχιακά εμπόδια δημιουργούσαν διαδοχικές γραμμές άμυνας.
Υπήρχε όμως και μια δεύτερη ανάγκη. Ο Στόλος δεν μπορούσε να εξαρτάται αποκλειστικά από ένα σταθερό συνεργείο στη Σαλαμίνα. Οι επισκευές έπρεπε, όσο ήταν δυνατόν, να ακολουθούν τα πλοία.
Γι' αυτό ιδιαίτερη θέση στην υποστήριξη του Στόλου είχε ο «Ήφαιστος», ένα εμπορικό πλοίο που είχε μετασκευαστεί σε πλωτό συνεργείο. Αποτελούσε ουσιαστικά μια κινητή επισκευαστική μονάδα, ικανή να προσφέρει τεχνική υποστήριξη μακριά από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του Ναυστάθμου. Στη σύνθεση του ελληνικού Στόλου την 28η Οκτωβρίου 1940 καταγραφόταν ακριβώς με αυτή την ιδιότητα: «Πλωτόν Συνεργείον Ήφαιστος».
Έτσι, πίσω από τα αντιτορπιλικά και τα υποβρύχια που θα έβγαιναν σε πολεμικές αποστολές υπήρχε μια λιγότερο θεαματική αλλά απολύτως απαραίτητη υποδομή: άνθρωποι, συνεργεία, αποθήκες, δεξαμενές και βοηθητικά πλοία που κρατούσαν τον Στόλο σε κίνηση.
Και ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που έπρεπε να εξασφαλίσουν ήταν κάτι πολύ απλούστερο από ένα πυροβόλο ή μια τορπίλη:
Το πρόβλημα των καυσίμων – μόλις πέντε ημέρες πολέμου
![]() |
| Το πετρελαιοφόρο «Αργώ» του Βασιλικού Ναυτικού. Η παρουσία του στον Στόλο ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τον ανεφοδιασμό των πολεμικών μονάδων με καύσιμα, ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ελληνικής ναυτικής προπαρασκευής. |
Ανάμεσα στα προβλήματα που απασχολούσαν σοβαρά την ηγεσία του Βασιλικού Ναυτικού την άνοιξη του 1940 βρισκόταν ένα απολύτως κρίσιμο ζήτημα: τα αποθέματα υγρών καυσίμων.
Στις 10 Μαΐου 1940, σε έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού προς τον Ιωάννη Μεταξά με θέμα «Ανάγκη εγκαίρου λήψεως μέτρων τίνων εν τω Β. Ναυτικώ», ο Αρχηγός του ΓΕΝ, Υποναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου, προειδοποιούσε ότι τα διαθέσιμα αποθέματα υγρών καυσίμων επαρκούσαν για μόλις πέντε ημέρες πολεμικών επιχειρήσεων του Στόλου.
Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, χρειάζεται όμως προσοχή. Αφορά την κατάσταση της 10ης Μαΐου 1940 και όχι την 28η Οκτωβρίου. Το ίδιο το έγγραφο αποτελούσε προειδοποίηση προς την κυβέρνηση για την ανάγκη έγκαιρης λήψης μέτρων. Δεν έχουμε μέχρι στιγμής αντίστοιχο τεκμήριο που να μας δίνει με ακρίβεια τα αποθέματα καυσίμων του Ναυτικού την ημέρα της ιταλικής επίθεσης.
Το πρόβλημα δεν ήταν απλώς πόσο καύσιμο υπήρχε στις αποθήκες. Έπρεπε να υπάρχει και η δυνατότητα μεταφοράς και ανεφοδιασμού των πολεμικών πλοίων μακριά από τις μόνιμες βάσεις τους. Γι' αυτό στην προπολεμική ενίσχυση του Ναυτικού είχε περιληφθεί και η απόκτηση πετρελαιοφόρου.
Στις πηγές συναντούμε το πετρελαιοφόρο «Αργώ», το οποίο εντάχθηκε στο σύστημα ανεφοδιασμού του ελληνικού Στόλου. Η σημασία μιας τέτοιας μονάδας φαίνεται καθαρά στις παραμονές του πολέμου.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1940, όταν οργανώθηκε ναυτική δύναμη για τη μεταφορά στρατιωτικών τμημάτων προς την Αλεξανδρούπολη, ο τότε Πλοίαρχος Γρηγόριος Μεζεβίρης αναφέρει ότι μαζί με τέσσερα αντιτορπιλικά, πέντε μεταγωγικά και δώδεκα υδροπλάνα Dornier υπήρχε και ένα πετρελαιοφόρο αποκλειστικά για τον ανεφοδιασμό των πλοίων. Ως προωθημένη βάση χρησιμοποιήθηκε ο κόλπος της Γέρας στη Λέσβο.
Το περιστατικό είναι σημαντικό όχι επειδή μας αποκαλύπτει πόσα καύσιμα διέθετε συνολικά το Ναυτικό —αυτό δεν το γνωρίζουμε— αλλά επειδή δείχνει ότι, λίγες εβδομάδες πριν από την 28η Οκτωβρίου, είχε ήδη οργανωθεί στην πράξη κινητός ανεφοδιασμός ναυτικής δύναμης μακριά από τη Σαλαμίνα.
Από τον συναγερμό των «πέντε ημερών» του Μαΐου μέχρι τις επιχειρησιακές προετοιμασίες του Σεπτεμβρίου μεσολάβησαν μήνες κατά τους οποίους το Βασιλικό Ναυτικό προσπαθούσε να καλύψει τις ελλείψεις του. Δεν γνωρίζουμε ακόμη το ακριβές ύψος των αποθεμάτων της 28ης Οκτωβρίου και δεν χρειάζεται να το υποθέσουμε. Γνωρίζουμε όμως ότι το πρόβλημα είχε εντοπιστεί εγκαίρως και ότι η δυνατότητα ανεφοδιασμού είχε ενταχθεί στον πολεμικό σχεδιασμό.
Και όσο πλησίαζε το φθινόπωρο του 1940, η προετοιμασία έπαυε πλέον να είναι θεωρητική.
Από τον τορπιλισμό της «Έλλης» στην πολεμική ετοιμότητα
Η 15η Αυγούστου 1940 αποτέλεσε σημείο καμπής για το Βασιλικό Ναυτικό. Ο τορπιλισμός της «Έλλης» στην Τήνο έδειξε ότι η απειλή δεν ήταν πλέον θεωρητική και επιτάχυνε τις προετοιμασίες που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη.
Δεν χρειάζεται εδώ να επαναλάβουμε την ιστορία του τορπιλισμού, που αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο του αφιερώματός μας. Για την προετοιμασία του Ναυτικού σημασία έχει τι ακολούθησε. Το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού προχώρησε στην επιτάχυνση των προκαταρκτικών μέτρων πολεμικής κινητοποίησης, ενώ ο Στόλος άρχισε να λειτουργεί όλο και περισσότερο με συνθήκες πραγματικής πολεμικής ετοιμότητας.
Μια χαρακτηριστική εικόνα μάς δίνει ο Πλοίαρχος Γρηγόριος Μεζεβίρης. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ανέλαβε την κάλυψη της μεταφοράς στρατιωτικών τμημάτων προς την Αλεξανδρούπολη. Για την επιχείρηση συγκροτήθηκε δύναμη με τέσσερα αντιτορπιλικά, πέντε μεταγωγικά, δώδεκα υδροπλάνα Dornier και ένα πετρελαιοφόρο, ενώ ως προωθημένη βάση επιλέχθηκε ο κόλπος της Γέρας στη Λέσβο.
Δεν επρόκειτο για μια απλή άσκηση. Ήταν μια πραγματική επιχείρηση μεταφοράς στρατευμάτων, κατά την οποία έπρεπε να προβλεφθούν η προστασία των μεταγωγικών, η απειλή των υποβρυχίων, η αεροπορική υποστήριξη και ο ανεφοδιασμός των πολεμικών πλοίων.
Μετά την ολοκλήρωσή της, οι κύριες μονάδες του Στόλου συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα. Από εκεί πραγματοποιούσαν τακτικές εξόδους στον Σαρωνικό για εκπαίδευση. Τα πληρώματα εκτελούσαν βολές, ημερήσιους και νυχτερινούς ελιγμούς και ασκήσεις συνεργασίας, ώστε οι μονάδες να μπορούν να ενεργήσουν συντονισμένα όταν θα δινόταν η διαταγή.
Ο ίδιος ο Μεζεβίρης, πάντως, δεν παρουσιάζει μια εξωραϊσμένη εικόνα. Στις αναμνήσεις του επισημαίνει ότι η εκπαίδευση στα όπλα δεν είχε ακόμη την ένταση που ο ίδιος θεωρούσε απαραίτητη. Η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη αξία: η ελληνική προετοιμασία ήταν πραγματική, αλλά δεν ήταν ούτε τέλεια ούτε απαλλαγμένη από ελλείψεις.
Παράλληλα προχωρούσε η κινητοποίηση των μικρότερων μονάδων. Τα παλαιότερα αντιτορπιλικά τύπου «Θύελλα» και τα τορπιλοβόλα είχαν ολοκληρώσει την επιστράτευσή τους και προορίζονταν κυρίως για καθήκοντα τοπικής άμυνας, αφήνοντας τις μεγαλύτερες και ταχύτερες μονάδες διαθέσιμες για τις κύριες επιχειρήσεις του Στόλου.
Τα δέκα μεγαλύτερα αντιτορπιλικά είχαν οργανωθεί σε τρεις μοίρες: τα δύο νεότερα τύπου «Βασιλεύς Γεώργιος», τα τέσσερα τύπου «Ύδρα» και τα τέσσερα παλαιότερα τύπου «Λέων». Η διάταξη αυτή έδινε στον Στόλο έναν οργανωμένο πυρήνα δυνάμεων επιφανείας, παρά τις μεγάλες διαφορές ηλικίας και δυνατοτήτων μεταξύ των πλοίων.
Έτσι, όσο περνούσαν οι εβδομάδες μετά τον Δεκαπενταύγουστο, η καθημερινότητα του Βασιλικού Ναυτικού άλλαζε. Οι άδειες περιορίζονταν, οι μονάδες κινητοποιούνταν, τα πλοία ασκούνταν και τα πολεμικά σχέδια έπαυαν σταδιακά να βρίσκονται μόνο μέσα στους φακέλους των επιτελείων.
Και μέσα σε αυτή την κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, υπήρχε μια δύναμη που θα καλούνταν να πολεμήσει με εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες:
Τα έξι ελληνικά υποβρύχια
![]() |
| Το υποβρύχιο «Παπανικολής» (Υ-2) του Βασιλικού Ναυτικού σε φωτογραφία του 1939. Ένα από τα έξι ελληνικά υποβρύχια που βρίσκονταν σε υπηρεσία την παραμονή του ελληνοϊταλικού πολέμου. |
Ένα από τα σημαντικότερα όπλα που διέθετε το Βασιλικό Ναυτικό απέναντι στην αριθμητική υπεροχή της Ιταλίας ήταν τα υποβρύχια. Την παραμονή του πολέμου η Ελλάδα διέθετε έξι: «Κατσώνης» (Υ-1), «Παπανικολής» (Υ-2), «Πρωτεύς» (Υ-3), «Νηρεύς» (Υ-4), «Τρίτων» (Υ-5) και «Γλαύκος» (Υ-6).
Όλα ήταν γαλλικής κατασκευής και είχαν ενταχθεί στον Στόλο στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, είχαν ήδη ξεπεράσει το όριο ηλικίας των περίπου δέκα ετών που τότε θεωρούνταν κατάλληλο για την αποτελεσματική υπηρεσία ενός υποβρυχίου.
Η ηλικία τους δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα. Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού, παρουσίαζαν βλάβες και προβλήματα στις κύριες μηχανές και στα βοηθητικά μηχανήματα, ενώ οι τεχνικές τους δυνατότητες υστερούσαν πλέον σε σχέση με τα νεότερα υποβρύχια της εποχής.
Το επιτρεπόμενο βάθος κατάδυσής τους είχε περιοριστεί στα 60 μέτρα. Δεν διέθεταν σύστημα ταχείας κατάδυσης, ιδιαίτερα σημαντικό όταν ένα υποβρύχιο έπρεπε να εξαφανιστεί γρήγορα από την επιφάνεια για να αποφύγει εχθρικά πλοία ή αεροσκάφη, ούτε σύγχρονο υπολογιστή βολής τορπιλών.
Από τα έξι, μάλιστα, το «Γλαύκος» βρισκόταν στον Ναύσταθμο για επισκευές όταν άρχισε ο πόλεμος.
Κι όμως, αυτά ακριβώς τα παλαιά και τεχνικά καταπονημένα σκάφη θα καλούνταν να επιχειρήσουν σε μια θάλασσα όπου η Ιταλία διέθετε έναν από τους μεγαλύτερους υποβρυχιακούς στόλους στον κόσμο και ισχυρές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις.
Η νύχτα πριν από τον πόλεμο
Η κατάσταση ετοιμότητας στην οποία βρισκόταν το Ναυτικό φαίνεται χαρακτηριστικά από όσα συνέβησαν ήδη στις 27 Οκτωβρίου 1940.
Το «Παπανικολής» βρισκόταν ως «σκοπούν πλοίο» σε σύντομη ετοιμότητα. Μέλη πληρωμάτων άλλων υποβρυχίων βρίσκονταν σε ολιγοήμερη άδεια στην Αθήνα και στον Πειραιά. Όταν όμως η κατάσταση έγινε κρίσιμη, άρχισε η αναζήτησή τους ακόμη και με τη βοήθεια μοτοσικλετιστών και της Αστυνομίας, ώστε να επιστρέψουν αμέσως στις μονάδες τους.
Λίγες ώρες αργότερα δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού έδωσε εντολή για την εφαρμογή των ήδη καταρτισμένων πολεμικών σχεδίων. Ανάμεσα στις πρώτες διαταγές ήταν η έξοδος των υποβρυχίων προς τις προβλεπόμενες περιοχές περιπολίας, στις θαλάσσιες προσβάσεις από τον Πατραϊκό προς την Κέρκυρα και τον Αυλώνα.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, στις 16:00, τα «Παπανικολής» και «Νηρεύς» απέπλευσαν από τον Ναύσταθμο για την πρώτη τους πολεμική περιπολία. Η ώρα του απόπλου είχε επιλεγεί έτσι ώστε να περιοριστεί ο χρόνος που τα υποβρύχια θα ήταν υποχρεωμένα να κινηθούν καταδυμένα με το φως της ημέρας.
Η εικόνα είναι ίσως περισσότερο αποκαλυπτική από οποιονδήποτε πίνακα αριθμών. Το πρωί η Ελλάδα είχε μπει στον πόλεμο και το ίδιο απόγευμα ελληνικά υποβρύχια βρίσκονταν ήδη καθ' οδόν προς τις πολεμικές τους θέσεις.
Δεν είχαν γίνει ξαφνικά σύγχρονα. Τα μηχανικά τους προβλήματα παρέμεναν, το βάθος κατάδυσης εξακολουθούσε να είναι περιορισμένο και ο εξοπλισμός τους δεν είχε αλλάξει μέσα σε λίγες ώρες. Εκείνο που υπήρχε όμως ήταν προκαθορισμένο σχέδιο, εκπαιδευμένα πληρώματα και η δυνατότητα άμεσης κινητοποίησης.
Και αυτή ακριβώς είναι μία από τις σημαντικότερες ενδείξεις ότι η 28η Οκτωβρίου δεν βρήκε το Βασιλικό Ναυτικό χωρίς προετοιμασία.
Τα βοηθητικά και επιταγμένα πλοία – ο Στόλος πίσω από τον Στόλο
Η πολεμική προετοιμασία δεν αφορούσε μόνο τα αντιτορπιλικά και τα υποβρύχια. Σε περίπτωση πολέμου το Βασιλικό Ναυτικό θα χρειαζόταν έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό μικρότερων και βοηθητικών σκαφών για ναρκαλιεία, μεταφορές, ρυμουλκήσεις, ανεφοδιασμό, επιτήρηση και υγειονομική υποστήριξη.
Ιδιαίτερη θέση είχαν τα τέσσερα ναρκαλιευτικά «Αλιάκμων», «Αξιός», «Νέστος» και «Στρυμών». Ήταν εξοπλισμένα για την εκκαθάριση αγκυροβολημένων ναρκών, μπορούσαν όμως να χρησιμοποιηθούν και για την πόντιση ναρκοπεδίων. Η σημασία τους ήταν μεγάλη: οι θαλάσσιες οδοί που το ίδιο το Ναυτικό προστάτευε με νάρκες έπρεπε ταυτόχρονα να παραμένουν ασφαλείς για την κίνηση των ελληνικών πλοίων.
Τα ναρκαλιευτικά είχαν κατανεμηθεί σε διαφορετικές περιοχές, ώστε να βρίσκονται κοντά στα σημεία όπου θα χρειάζονταν με την έναρξη των επιχειρήσεων. Ο «Νέστος» βρισκόταν στην Πάτρα, ο «Αλιάκμων» στην Κέρκυρα και ο «Στρυμών» στους Αγίους Σαράντα, ενώ ο «Αξιός» είχε διατεθεί στην 3η Ναυτική Αμυντική Περιοχή, στον Πειραιά.
Και εδώ βλέπουμε ξανά ότι τα προπολεμικά σχέδια μετατράπηκαν σχεδόν αμέσως σε πράξη. Τη νύχτα της 29ης προς 30ή Οκτωβρίου 1940, ο «Στρυμών» και ο «Αλιάκμων», με την υποστήριξη της «Βασίλισσας Όλγας», συμμετείχαν στην πόντιση του ναρκοπεδίου μεταξύ Μονής Αίγινας και Αγίου Γεωργίου Μεθάνων.
Η επίταξη του εμπορικού στόλου
Οι οργανικές μονάδες του Ναυτικού, όμως, δεν επαρκούσαν για τις τεράστιες ανάγκες που δημιουργούσε μια γενική επιστράτευση. Η Ελλάδα διέθετε ένα ακόμη πολύτιμο απόθεμα πλοίων: τον εμπορικό και ακτοπλοϊκό της στόλο.
Ο πολεμικός σχεδιασμός προέβλεπε την επίταξη πολιτικών πλοίων και τη χρησιμοποίησή τους ανάλογα με τις ανάγκες. Επιβατηγά, φορτηγά, ρυμουλκά και μικρότερα σκάφη μπορούσαν να μετατραπούν σε μεταγωγικά, βοηθητικά ναρκαλιευτικά, πλοία ανεφοδιασμού ή πλωτές υγειονομικές μονάδες.
Με την έναρξη του πολέμου αυτός ο μηχανισμός ενεργοποιήθηκε. Πολιτικά πλοία πέρασαν στην υπηρεσία του κράτους και άρχισαν να αναλαμβάνουν αποστολές που απελευθέρωναν τις καθαρά πολεμικές μονάδες για τα κύρια επιχειρησιακά τους καθήκοντα.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η ενίσχυση της ναρκαλιείας με επιταγμένα μικρά σκάφη και ρυμουλκά. Η προστασία των λιμανιών και των θαλάσσιων συγκοινωνιών από τις εχθρικές νάρκες απαιτούσε πολύ περισσότερα μέσα από τα τέσσερα οργανικά ναρκαλιευτικά.
Τα πλωτά νοσοκομεία
Η προετοιμασία έπρεπε να προβλέψει και μια πολύ διαφορετική ανάγκη: τη μεταφορά και περίθαλψη των τραυματιών.
Επιβατηγά πλοία μπορούσαν να μετασκευαστούν σε πλωτά νοσοκομεία, με θαλάμους ασθενών, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και τον απαραίτητο υγειονομικό εξοπλισμό. Ανάμεσα στα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό συναντούμε τα «Αττική», «Έσπερος», «Ελληνίς», «Σωκράτης» και «Πολικός», ενώ και το εκπαιδευτικό «Άρης» χρησιμοποιήθηκε ως πλωτό νοσοκομείο.
![]() |
| Το πλωτό νοσοκομείο «Σωκράτης», ένα από τα επιβατηγά πλοία που επιτάχθηκαν και μετασκευάστηκαν για την υγειονομική υποστήριξη κατά τον πόλεμο. Διέθετε περίπου 190 κλίνες για τη μεταφορά και περίθαλψη τραυματιών και ασθενών. |
Το «Σωκράτης», ένα από τα επιβατηγά που επιτάχθηκαν και μετασκευάστηκαν, διέθετε σύμφωνα με τις διαθέσιμες καταγραφές περίπου 190 κλίνες.
Τα πλωτά νοσοκομεία θα αποκτούσαν τεράστια σημασία όταν άρχισαν να μεταφέρονται από το μέτωπο της Ηπείρου και της Αλβανίας χιλιάδες τραυματίες και στρατιώτες με κρυοπαγήματα. Αυτό όμως ανήκει πλέον στην ιστορία των πολεμικών επιχειρήσεων.
Για την προπολεμική προετοιμασία έχει σημασία κάτι άλλο: το Βασιλικό Ναυτικό δεν προετοιμαζόταν μόνο για τη ναυμαχία. Προετοιμαζόταν για να διατηρήσει ανοικτές τις θαλάσσιες συγκοινωνίες μιας χώρας που επρόκειτο να πολεμήσει.
Η ιταλική ναυτική απειλή από τα Δωδεκάνησα
![]() |
| Αεροφωτογραφία του Portolago, του σημερινού Λακκίου της Λέρου, το 1940. Οι Ιταλοί είχαν αναπτύξει στην περιοχή μία από τις σημαντικότερες ναυτικές βάσεις τους στο Αιγαίο, με εγκαταστάσεις υποστήριξης, ανεφοδιασμού και επισκευής πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων. |
Η ιταλική ναυτική απειλή δεν προερχόταν μόνο από τις μεγάλες βάσεις της Ιταλίας. Για την Ελλάδα υπήρχε ένας πολύ πιο κοντινός κίνδυνος: τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, τα οποία έδιναν στη Regia Marina τη δυνατότητα να διατηρεί ναυτικές δυνάμεις μέσα στο ίδιο το Αιγαίο.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η Λέρος. Οι Ιταλοί είχαν αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του 1920 να μετατρέπουν το νησί σε σημαντική ναυτική βάση, αξιοποιώντας κυρίως τον βαθύ και προστατευμένο κόλπο του Λακκίου, το ιταλικό Portolago.
Μέχρι την παραμονή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε δημιουργηθεί εκεί ένα εκτεταμένο σύστημα στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Η βάση διέθετε δυνατότητες υποστήριξης και επισκευής πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων, αποθήκες πυρομαχικών και ανταλλακτικών, εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού και δεξαμενές καυσίμων.
Η γεωγραφική της θέση ήταν εξαιρετικά σημαντική. Από τη Λέρο οι ιταλικές ναυτικές δυνάμεις βρίσκονταν ήδη μέσα στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και μπορούσαν να απειλήσουν τις ελληνικές θαλάσσιες συγκοινωνίες, τα νησιά και τις κινήσεις του Στόλου χωρίς να χρειάζεται κάθε επιχείρηση να ξεκινά από τις βάσεις της ιταλικής χερσονήσου.
Η Λέρος, παράλληλα με τις υπόλοιπες ιταλικές εγκαταστάσεις στα Δωδεκάνησα και τα αεροδρόμια που εξετάσαμε στο κεφάλαιο της Αεροπορίας, μετέτρεπε το νησιωτικό σύμπλεγμα σε προωθημένη στρατιωτική βάση της Ιταλίας απέναντι από την Ελλάδα.
Για το Βασιλικό Ναυτικό αυτό σήμαινε ότι η άμυνα του Αιγαίου έπρεπε να σχεδιαστεί έχοντας τον αντίπαλο όχι εκατοντάδες μίλια μακριά, αλλά ουσιαστικά μέσα στο ίδιο το ελληνικό θαλάσσιο περιβάλλον.
28 Οκτωβρίου 1940 – Τα σχέδια βγαίνουν από τα συρτάρια
![]() |
| «Ο κυβερνήτης του υποβρυχίου «Παπανικολής», Πλωτάρχης Μίλτων Ιατρίδης (αριστερά), μαζί με τον Διοικητή Υποβρυχίων Αθανάσιο Ξηρό. Με την κήρυξη του πολέμου τα ελληνικά υποβρύχια τέθηκαν αμέσως σε πολεμική δράση. Πηγή: Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.» |
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940, η προετοιμασία των προηγούμενων ετών έπρεπε πλέον να μετατραπεί σε πράξη. Ο Γρηγόριος Μεζεβίρης θυμάται ότι περίπου στις 04:00 πληροφορήθηκε τηλεφωνικά πως είχε επιδοθεί το ιταλικό τελεσίγραφο και ότι η χώρα οδηγούνταν σε πόλεμο.
Το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού άρχισε αμέσως να θέτει σε εφαρμογή τα ήδη καταρτισμένα σχέδια. Δόθηκαν εντολές για την έξοδο των υποβρυχίων προς τις προβλεπόμενες περιοχές περιπολίας και για την πόντιση των ναρκοπεδίων που είχαν σχεδιαστεί πριν από την έναρξη του πολέμου.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τα πρώτα υποβρύχια απέπλεαν για τις πολεμικές τους θέσεις. Παράλληλα άρχισε η κινητοποίηση των μονάδων που θα εκτελούσαν τις επιχειρήσεις ναρκοθέτησης.
Τη νύχτα της 29ης προς 30ή Οκτωβρίου, αντιτορπιλικά και ναρκαλιευτικά πόντισαν τα προβλεπόμενα ναρκοπέδια στον Σαρωνικό. Στη γραμμή Τούρλου Αίγινας–Φλεβών χρησιμοποιήθηκαν βρετανικές νάρκες Vickers και ελληνικές νάρκες Μωραΐτη, ενώ δεύτερο ναρκοπέδιο δημιουργήθηκε μεταξύ Μονής Αίγινας και Αγίου Γεωργίου Μεθάνων.
Μέσα σε ελάχιστο χρόνο είχαν λοιπόν ενεργοποιηθεί υποβρύχια, αντιτορπιλικά, ναρκαλιευτικά, παράκτιες άμυνες και οι υπηρεσίες υποστήριξης του Στόλου.
Η 28η Οκτωβρίου δεν βρήκε το Βασιλικό Ναυτικό χωρίς προβλήματα. Τα περισσότερα μέσα του ήταν περιορισμένα και αρκετά πλοία παλαιά. Το βρήκε όμως με σχέδια έτοιμα, αποστολές προκαθορισμένες και έναν μηχανισμό που μπορούσε να κινητοποιηθεί από τις πρώτες ώρες.
Απέναντι στην αριθμητική υπεροχή της Regia Marina, αυτή ήταν ίσως η σημαντικότερη επιτυχία της ελληνικής προπαρασκευής: ο μικρός Στόλος ήταν έτοιμος να πολεμήσει με όσα διέθετε.
ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ: Πριν από το ΟΧΙ – Πώς προετοιμάστηκε η Ελλάδα για τον πόλεμο:Διπλωματία, πληροφορίες και κατασκοπεία
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ιστορικές εκδόσεις και μαρτυρίες
- Φωκάς, Δημήτριος Γ., Έκθεσις επί της δράσεως του Β. Ναυτικού κατά τον πόλεμον 1940–1944, Τόμος Α΄: Από της προπολεμικής περιόδου μέχρι της καταλήψεως της Ελλάδος (27 Απριλίου 1941). Ιστορική Υπηρεσία Βασιλικού Ναυτικού, Αθήνα, 1953.
- Μεζεβίρης, Γρηγόριος, Τέσσαρες δεκαετίες εις την υπηρεσίαν του Β. Ναυτικού. Αθήνα, 1971. Διαδικτυακά διαθέσιμα αποσπάσματα της αυτοβιογραφίας του στο αρχείο www.mezeviris.gr.
- Καββαδίας, Επαμεινώνδας, Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα. Αθήνα, 1950.
Αρχειακά τεκμήρια και επιστημονικές μελέτες
- Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Ιωάννη Μεταξά, φάκελος 104. Γενικό Επιτελείο Βασιλικού Ναυτικού, έγγραφο αριθ. 101/1675, «Ανάγκη εγκαίρου λήψεως μέτρων τίνων εν τω Β. Ναυτικώ», 10 Μαΐου 1940. Παραπομπή μέσω δημοσιευμένης επιστημονικής έρευνας.
- Γιώτης, Γεώργιος Ι., Ελληνικά αστικά κέντρα σε πολεμική προπαρασκευή και δοκιμασία, Απρίλιος 1939 – Απρίλιος 1941. Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2021.
- Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, ιστορική μελέτη για το ναυάγιο του γερμανικού υποβρυχίου U-133, τα ελληνικά ναρκοπέδια του Σαρωνικού και τη νάρκη Μωραΐτη.
Επίσημες και διαδικτυακές πηγές
- Πολεμικό Ναυτικό, «Η
Ιστορία του ΠΝ». Ιστορική ανασκόπηση της προπολεμικής ενίσχυσης του
Στόλου, της παράκτιας άμυνας και της κινητοποίησης του 1940.
https://hellenicnavy.gr/i-istoria-toy-pn/ - Πολεμικό Ναυτικό,
«Ναύσταθμος Σαλαμίνας». Ιστορικό των εγκαταστάσεων και της τεχνικής
υποστήριξης του Στόλου.
https://hellenicnavy.gr/dioikisi-dioikitikis-merimnas-ddmn/naystathmos-salaminas/ - Πολεμικό Ναυτικό,
«Διοίκηση Υποβρυχίων». Ιστορικά στοιχεία για τα έξι ελληνικά υποβρύχια,
τις τεχνικές δυνατότητες και τη δράση τους κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
https://hellenicnavy.gr/archigeio-stoloy-as/dioikisi-ypovrychion/ - Αρχείο Ναυάρχου Γρηγορίου Μεζεβίρη, «Ο
τορπιλισμός της Έλλης – Το Ναυτικό επί ποδός πολέμου 1940» και «Η Ιταλική
Επίθεση – Νέες ημέρες Δόξας».
https://www.mezeviris.gr/ - Πολεμικό Ναυτικό,
«Ναυτικές Εγκαταστάσεις Λέρου». Ιστορικά στοιχεία για τις ιταλικές
ναυτικές υποδομές στα Δωδεκάνησα.
https://hellenicnavy.gr/ - Υπουργείο Πολιτισμού,
ιστορικά στοιχεία για τις ιταλικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τα
διατηρητέα κτίρια της Λέρου.
https://www.culture.gov.gr/ - Πλωτό Ναυτικό Μουσείο Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ», «Ελληνοϊταλικός Πόλεμος – Γερμανική Εισβολή».
https://averof.hellenicnavy.gr/ - Επιστημονική Ένωση Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων, ιστορικό αφιέρωμα στο Υγειονομικό του Πολεμικού Ναυτικού κατά τον
πόλεμο του 1940.
https://eeyed.gr/ - NavalHistory.gr, «Το
Ναυτικό Νοσοκομείο Αίγινας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».
https://www.navalhistory.gr/naftiko-nosokomeio-aiginas/
Φωτογραφικό και χαρτογραφικό υλικό
Το ιστορικό φωτογραφικό και χαρτογραφικό υλικό προέρχεται από την Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, το Αρχείο Ναυάρχου Γρηγορίου Μεζεβίρη, το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, το Φωτογραφικό Αρχείο ΔΝΑΡ και το U.S. Naval History and Heritage Command, καθώς και από τις ειδικότερες πηγές που αναφέρονται στις επιμέρους λεζάντες.
Οι φωτογραφίες και τα σχεδιαγράμματα παρατίθενται για την ιστορική τεκμηρίωση του αφιερώματος, με αναφορά στην προέλευσή τους όπου αυτή έχει ταυτοποιηθεί.
















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου