Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού Ο τάφος που χάθηκε αλλά χάρισε το όνομά του στην αιωνιότητα

 


Σειρά άρθρων: ΤΑ 7 ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (4/7)

Του Νικόλαου Μενελάου
Τέως Προέδρου Σωματείου Ταχυδρόμων Νομού Αχαΐας

Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους ένα βασίλειο.

Άλλοι ένα έργο.

Και κάποιοι ένα όνομα.

Ο Μαύσωλος, ηγεμόνας της Καρίας τον 4ο αιώνα π.Χ., κατάφερε με έναν παράξενο τρόπο να αφήσει και τα τρία.

Το βασίλειό του χάθηκε.

Το τεράστιο ταφικό μνημείο του καταστράφηκε.

Αλλά το όνομά του επέζησε.

Κάθε φορά που σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη «μαυσωλείο» για έναν μεγαλοπρεπή μνημειακό τάφο, επαναλαμβάνουμε — συχνά χωρίς να το γνωρίζουμε — το όνομα ενός ηγεμόνα που πέθανε πριν από σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια.

Το μνημείο που υψώθηκε στην Αλικαρνασσό προς τιμήν του ήταν τόσο εντυπωσιακό, ώστε οι αρχαίοι το συμπεριέλαβαν ανάμεσα στα Επτά Θαύματα του Κόσμου.

Και πίσω από την ιστορία του βρίσκεται ακόμη μία εξαιρετική προσωπικότητα:

η Αρτεμισία Β΄.

Αδελφή, σύζυγος και τελικά διάδοχος του Μαύσωλου.

Μια γυναίκα που η μεταγενέστερη παράδοση μετέτρεψε σε σύμβολο ακραίου συζυγικού πένθους.

Η Καρία ανάμεσα σε δύο κόσμους

Η Καρία βρισκόταν στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, σε μια περιοχή όπου επί αιώνες συναντιούνταν διαφορετικοί πολιτισμοί.

Τον 4ο αιώνα π.Χ. ανήκε στην επικράτεια της Περσικής Αυτοκρατορίας, αλλά η ελληνική παρουσία και επιρροή στις παράλιες πόλεις ήταν ισχυρότατη.

Ο Μαύσωλος ανήκε στη δυναστεία των Εκατομνιδών και κυβέρνησε περίπου από το 377 έως το 353 π.Χ. ως σατράπης της Καρίας υπό την επικυριαρχία των Αχαιμενιδών Περσών.

Στην πράξη όμως άσκησε σημαντικό βαθμό αυτονομίας.

Μετέφερε την πρωτεύουσά του από τα Μύλασα στην Αλικαρνασσό και προχώρησε σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναμόρφωσης της πόλης.

Τείχη, λιμάνι, δημόσια οικοδομήματα και ανάκτορα συνέθεταν μια πρωτεύουσα σχεδιασμένη να προβάλλει τη δύναμη της δυναστείας.

Και σε εξαιρετικά προβεβλημένο σημείο της πόλης επρόκειτο να υψωθεί ένα οικοδόμημα που θα ξεπερνούσε όλα τα υπόλοιπα.

Ο τάφος του ίδιου του ηγεμόνα.

Ποιος πραγματικά έχτισε το Μαυσωλείο;

Εδώ συναντούμε έναν από τους πιο επίμονους μύθους γύρω από το τέταρτο Θαύμα.

Η γνωστή αφήγηση λέει περίπου το εξής:

Ο Μαύσωλος πέθανε το 353 π.Χ. Η απαρηγόρητη σύζυγός του Αρτεμισία αποφάσισε τότε να του κατασκευάσει έναν τάφο τόσο μεγαλοπρεπή, ώστε να μείνει αιώνιος.

Η αρχαία παράδοση πράγματι συνδέει στενά την Αρτεμισία με την κατασκευή του μνημείου.

Η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα όμως οδηγεί σε πιο σύνθετη εικόνα.

Το Μαυσωλείο φαίνεται ότι είχε σχεδιαστεί και πιθανότατα είχε αρχίσει να κατασκευάζεται όσο ο Μαύσωλος ήταν ακόμη ζωντανός.

Η θέση του εντασσόταν στον συνολικό πολεοδομικό σχεδιασμό της νέας πρωτεύουσας και το μέγεθος του έργου καθιστά δύσκολο να πιστέψουμε ότι σχεδιάστηκε και άρχισε από το μηδέν μόνο μετά τον θάνατό του.

Ο Μαύσωλος, λοιπόν, πιθανότατα δεν περίμενε τους απογόνους του να αποφασίσουν πώς θα τον θυμούνται.

Είχε αρχίσει ο ίδιος να κατασκευάζει το μνημείο της υστεροφημίας του.

Μετά τον θάνατό του, η Αρτεμισία συνέχισε το έργο.

Η Αρτεμισία Β΄

Η Αρτεμισία ήταν ταυτόχρονα αδελφή και σύζυγος του Μαύσωλου, πρακτική που συναντάται στη δυναστεία των Εκατομνιδών.

Μετά τον θάνατό του δεν περιορίστηκε στον ρόλο της χήρας.

Τον διαδέχθηκε στην εξουσία και κυβέρνησε η ίδια την Καρία μέχρι τον θάνατό της, περίπου δύο χρόνια αργότερα, το 351 π.Χ.

Ήταν επομένως ηγεμόνας με πραγματική πολιτική εξουσία.

Και εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση.

Δύο Αρτεμισίες της Αλικαρνασσού

Η Αρτεμισία Β΄ δεν είναι η περίφημη Αρτεμισία που περίπου έναν αιώνα νωρίτερα είχε ακολουθήσει τον Ξέρξη στην εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας.

Εκείνη ήταν η Αρτεμισία Α΄, ηγεμόνας της Αλικαρνασσού, η οποία συμμετείχε με πλοία στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. και κέρδισε τον θαυμασμό ακόμη και του ίδιου του Ξέρξη, όπως αφηγείται ο Ηρόδοτος.

Η Αρτεμισία του Μαυσωλείου είναι η Αρτεμισία Β΄, του 4ου αιώνα π.Χ.

Δύο διαφορετικές γυναίκες.

Δύο διαφορετικές εποχές.

Αλλά η ίδια Αλικαρνασσός έβαλε και τις δύο στην Ιστορία.

Η γυναίκα που ήπιε τις στάχτες του άντρα της

Γύρω από την Αρτεμισία Β΄ αναπτύχθηκε μία από τις πιο παράξενες ιστορίες συζυγικής αφοσίωσης της αρχαιότητας.

Ο Ρωμαίος συγγραφέας Αύλος Γέλλιος, πολλούς αιώνες αργότερα, διηγείται ότι η Αρτεμισία θρήνησε τον Μαύσωλο με πρωτοφανή ένταση.

Σύμφωνα με τη διήγησή του, πήρε τα οστά και τις στάχτες του νεκρού συζύγου της, τα άλεσε, τα ανακάτεψε με αρωματικές ουσίες και νερό και τα ήπιε.

Σαν να ήθελε να γίνει η ίδια ο τελευταίος τάφος του ανθρώπου που είχε χάσει.

Δεν έχουμε τρόπο να επιβεβαιώσουμε ότι το περιστατικό συνέβη πραγματικά.

Η πηγή είναι πολύ μεταγενέστερη από τα γεγονότα και η ιστορία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως αρχαία παράδοση.

Η σημασία της όμως είναι μεγάλη.

Δείχνει πώς η μνήμη της Αρτεμισίας μεταμορφώθηκε με την πάροδο των αιώνων: από ισχυρή ηγεμόνα της Καρίας σε σχεδόν μυθική εικόνα της συζυγικής αφοσίωσης.

Ένας τάφος διαφορετικός από όλους τους άλλους

Το Μαυσωλείο δεν έμοιαζε με έναν απλό τάφο.

Η σημαντικότερη αρχαία περιγραφή του προέρχεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Σύμφωνα με την περιγραφή του, το μνημείο είχε περίμετρο περίπου 440 ρωμαϊκών ποδών.

Πάνω από την επιβλητική βάση υψωνόταν κιονοστοιχία με 36 κίονες.

Ακόμη ψηλότερα βρισκόταν μια πυραμιδοειδής στέγη με 24 βαθμίδες.

Και στην κορυφή της κατασκευής βρισκόταν το αποκορύφωμα ολόκληρου του μνημείου:

ένα μαρμάρινο τέθριππο.

Με αυτό, κατά τον Πλίνιο, το συνολικό ύψος έφθανε τα 140 πόδια — περίπου 42 μέτρα.

Ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα θα επρόκειτο για επιβλητικό οικοδόμημα.

Για έναν άνθρωπο όμως του 4ου αιώνα π.Χ. η εικόνα θα ήταν εκπληκτική.

Μια τεράστια βάση.

Μια ζώνη γεμάτη γλυπτά.

Μια περίστυλη κατασκευή.

Μια πυραμιδοειδής στέγη που ανέβαινε προς τον ουρανό.

Και στην κορυφή, τέσσερα μαρμάρινα άλογα να σέρνουν ένα άρμα.

Όταν συγκεντρώθηκαν οι μεγάλοι γλύπτες της εποχής

Το Μαυσωλείο δεν ήταν μόνο αρχιτεκτονικό επίτευγμα.

Ήταν μια τεράστια έκθεση γλυπτικής.

Και σύμφωνα με τον Πλίνιο, για τη διακόσμησή του συγκεντρώθηκαν μερικοί από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες του 4ου αιώνα π.Χ.

Ο Σκόπας.

Ο Βρύαξις.

Ο Τιμόθεος.

Ο Λεωχάρης.

Ο Πλίνιος αναφέρει ότι ο καθένας ανέλαβε μία από τις τέσσερις πλευρές του μνημείου.

Ο Βιτρούβιος παραδίδει ελαφρώς διαφορετική εκδοχή ως προς τους καλλιτέχνες, γεγονός που μας υπενθυμίζει ότι ακόμη και οι αρχαίες πηγές δεν συμφωνούν σε όλες τις λεπτομέρειες.

Άλλος ήταν ο ρόλος του Σάτυρου και του Πύθεου: οι δύο δεν ήταν γλύπτες, αλλά οι αρχιτέκτονες που συνδέονται με τον σχεδιασμό του Μαυσωλείου, ενώ ο Πύθεος συνδέεται επίσης με το μαρμάρινο τέθριππο της κορυφής. Δεν επρόκειτο λοιπόν για το έργο ενός μόνο καλλιτέχνη.

Ήταν μια από τις μεγαλύτερες συλλογικές καλλιτεχνικές επιχειρήσεις της κλασικής αρχαιότητας.

Η Αρτεμισία πεθαίνει — αλλά οι καλλιτέχνες συνεχίζουν

Η Αρτεμισία δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο το μνημείο.

Πέθανε περίπου δύο χρόνια μετά τον Μαύσωλο.

Θα μπορούσε κανείς να περιμένει ότι με τον θάνατο και των δύο ηγεμόνων οι εργασίες θα σταματούσαν.

Σύμφωνα όμως με τον Πλίνιο, συνέβη κάτι διαφορετικό.

Οι καλλιτέχνες συνέχισαν να εργάζονται μέχρι την ολοκλήρωση του έργου.

Και ο λόγος που μας παραδίδει είναι εξαιρετικός:

θεωρούσαν ότι το Μαυσωλείο θα αποτελούσε πλέον μνημείο της δικής τους τέχνης και φήμης.

Ο Μαύσωλος είχε πεθάνει.

Η Αρτεμισία είχε πεθάνει.

Αλλά οι δημιουργοί ήξεραν ότι αυτό που κατασκεύαζαν μπορούσε να τους ξεπεράσει όλους.

Και είχαν δίκιο.

Τι έβλεπε κάποιος πάνω στο Μαυσωλείο;

Η γλυπτική διακόσμηση ήταν εξαιρετικά πλούσια.

Ανάμεσα στις παραστάσεις υπήρχαν σκηνές Αμαζονομαχίας, μάχης Ελλήνων και Αμαζόνων, καθώς και άλλες πολεμικές και μυθολογικές συνθέσεις.

Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού Ο τάφος που χάθηκε αλλά χάρισε το όνομά του στην αιωνιότητα
«Τμήμα της μαρμάρινης ζωφόρου με σκηνή Αμαζονομαχίας από το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού. Βρετανικό Μουσείο.»

 Υπήρχαν αγάλματα ανθρώπων και θεών, μορφές ζώων και μεγάλα μαρμάρινα λιοντάρια.

Ολόκληρο το κτήριο φαίνεται ότι είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε αρχιτεκτονική και γλυπτική να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο.

Και, σε αντίθεση με το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία που εξετάσαμε στο προηγούμενο μέρος του αφιερώματος, τμήματα αυτής της γλυπτικής σώζονται πραγματικά μέχρι σήμερα.

Ο «Μαύσωλος» και η «Αρτεμισία»

Ανάμεσα στα σωζόμενα γλυπτά βρίσκονται δύο κολοσσιαίες ανθρώπινες μορφές που παραδοσιακά συνδέθηκαν με τον Μαύσωλο και την Αρτεμισία.

Η ταύτιση όμως δεν είναι απολύτως ασφαλής.

Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού Ο τάφος που χάθηκε αλλά χάρισε το όνομά του στην αιωνιότητα
«Οι δύο κολοσσιαίες μορφές από το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, παραδοσιακά αποκαλούμενες “Μαύσωλος” και “Αρτεμισία”. Η ταύτισή τους με το ηγεμονικό ζεύγος δεν θεωρείται βέβαιη.»
 

Γι' αυτό είναι προτιμότερο να μιλάμε για μορφές παραδοσιακά αποκαλούμενες «Μαύσωλος» και «Αρτεμισία», και όχι να παρουσιάζουμε ως βέβαιο ότι έχουμε μπροστά μας πραγματικά πορτρέτα του ζεύγους.

Μαζί με αυτές σώζονται τμήματα της Αμαζονομαχίας, λιοντάρια και εντυπωσιακά θραύσματα από τα άλογα του τέθριππου.

Πολλά από αυτά βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.

Το ίδιο το Θαύμα χάθηκε.

Αλλά ένα μέρος της γλυπτικής του εξακολουθεί να βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.

Πώς έγινε ο Μαύσωλος... «μαυσωλείο»;

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη μεταθανάτια νίκη του Μαύσωλου.

Ο τάφος του έγινε τόσο διάσημος ώστε το όνομά του άρχισε σταδιακά να χρησιμοποιείται για να περιγράψει παρόμοια μεγαλοπρεπή ταφικά οικοδομήματα.

Ο Μαύσωλος έδωσε το όνομά του στο Μαυσωλείο.

Και από εκεί η λέξη πέρασε σε πολλές γλώσσες.

Σήμερα, όταν μιλάμε για το μαυσωλείο ενός αυτοκράτορα, ενός βασιλιά ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, χρησιμοποιούμε μια λέξη που γεννήθηκε από το όνομα του ηγεμόνα της Καρίας.

Το μνημείο έγινε κοινή λέξη.

Ίσως δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της φήμης που απέκτησε.

Ένα Θαύμα που άντεξε για αιώνες

Το Μαυσωλείο δεν εξαφανίστηκε μαζί με τον αρχαίο κόσμο.

Παρέμεινε όρθιο επί πολλούς αιώνες.

Η Αλικαρνασσός πέρασε από διαφορετικές εξουσίες, αυτοκρατορίες γεννήθηκαν και χάθηκαν, αλλά το τεράστιο οικοδόμημα εξακολουθούσε να δεσπόζει στην περιοχή.

Κάποια στιγμή κατά τον Μεσαίωνα, πιθανότατα έπειτα από διαδοχικούς σεισμούς και τη μακρόχρονη φθορά, μεγάλο μέρος του κατέρρευσε.

Και τότε άρχισε μια δεύτερη ζωή για τις πέτρες του.

Όταν ένα Θαύμα έγινε οικοδομικό υλικό

Τον 15ο αιώνα οι Ιωαννίτες Ιππότες ενίσχυαν το κάστρο του Αγίου Πέτρου στην Αλικαρνασσό.

Τα ερείπια του αρχαίου Μαυσωλείου βρίσκονταν εκεί.

Και αποτελούσαν μια τεράστια, έτοιμη πηγή κατεργασμένου λίθου.

Τμήματα του μνημείου χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό στις οχυρώσεις.

Πέτρες που επί αιώνες αποτελούσαν μέρος ενός από τα Επτά Θαύματα ενσωματώθηκαν σε ένα μεσαιωνικό κάστρο.

Ακόμη και μαρμάρινα στοιχεία και γλυπτά βρέθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν στην περιοχή των οχυρώσεων.

Το Μαυσωλείο δεν καταστράφηκε λοιπόν σε μία μοναδική δραματική στιγμή.

Διαλύθηκε σταδιακά.

Ο χρόνος, οι σεισμοί και τελικά οι άνθρωποι ολοκλήρωσαν αυτό που είχε αρχίσει η φθορά.

Η ανακάλυψη των ερειπίων

Τον 19ο αιώνα η περιοχή προσέλκυσε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής αρχαιολογίας.

Ο Βρετανός αρχαιολόγος Charles Thomas Newton πραγματοποίησε ανασκαφές στην Αλικαρνασσό κατά τη δεκαετία του 1850 και εντόπισε τα κατάλοιπα του Μαυσωλείου.

Οι έρευνες αποκάλυψαν τμήματα της θεμελίωσης και σημαντικά γλυπτά του μνημείου.

Πολλά από τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στη Βρετανία και βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.

Μεταγενέστερες αρχαιολογικές έρευνες επέτρεψαν καλύτερη κατανόηση του οικοδομήματος, χωρίς όμως να λύσουν όλες τις διαφωνίες σχετικά με την ακριβή μορφή του.

Γι' αυτό και οι σύγχρονες αναπαραστάσεις του Μαυσωλείου παρουσιάζουν μεταξύ τους διαφορές.

Ξέρουμε πολλά για το μνημείο.

Δεν μπορούμε όμως να το ανακατασκευάσουμε με απόλυτη βεβαιότητα σε κάθε λεπτομέρεια.

Τι σώζεται σήμερα στην Αλικαρνασσό;

Στον αρχαιολογικό χώρο του Μαυσωλείου σώζονται κυρίως τα θεμέλια, τμήματα των τοίχων και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του τεράστιου συγκροτήματος.

Ο επισκέπτης δεν αντικρίζει πλέον το οικοδόμημα που υψωνόταν περίπου σαράντα μέτρα πάνω από την πόλη.

Βλέπει το αποτύπωμά του.

Αλλά αυτό το αποτύπωμα, μαζί με τα σωζόμενα γλυπτά, τις αρχαίες περιγραφές και τα αρχαιολογικά δεδομένα, μας επιτρέπει να πλησιάσουμε αρκετά το χαμένο Θαύμα.

Μύθος και πραγματικότητα

«Η Αρτεμισία έχτισε το Μαυσωλείο από την αρχή μετά τον θάνατο του Μαύσωλου.»

Πιθανότατα όχι.

Η σύγχρονη έρευνα θεωρεί πιθανό ότι το μνημείο είχε σχεδιαστεί και η κατασκευή του είχε αρχίσει όσο ζούσε ακόμη ο Μαύσωλος. Η Αρτεμισία συνέχισε το έργο μετά τον θάνατό του.

«Η Αρτεμισία του Μαυσωλείου πολέμησε στη Σαλαμίνα.»

Όχι.

Εκείνη ήταν η Αρτεμισία Α΄, περίπου έναν αιώνα νωρίτερα. Η σύζυγος και διάδοχος του Μαύσωλου ήταν η Αρτεμισία Β΄.

«Η Αρτεμισία ήπιε τις στάχτες του Μαύσωλου.»

Έτσι παραδίδει ο Αύλος Γέλλιος πολλούς αιώνες αργότερα. Πρόκειται για αρχαία παράδοση, όχι για γεγονός που μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ιστορικά.

«Τα μεγάλα αγάλματα που σώζονται είναι σίγουρα ο Μαύσωλος και η Αρτεμισία.»

Όχι.

Η παραδοσιακή ταύτιση υπάρχει, αλλά δεν θεωρείται απολύτως βέβαιη.

«Το Μαυσωλείο καταστράφηκε σε έναν σεισμό.»

Η πραγματικότητα φαίνεται περισσότερο σύνθετη. Σεισμοί συνέβαλαν στην κατάρρευση του μνημείου και αργότερα τμήματά του χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό.

Το Θαύμα που έγινε λέξη

Η Μεγάλη Πυραμίδα νίκησε τον χρόνο.

Οι Κρεμαστοί Κήποι εξακολουθούν να κρύβουν ακόμη και την πραγματική τους θέση.

Ο Δίας του Φειδία χάθηκε, αφήνοντάς μας την περιγραφή του και το εργαστήριο του δημιουργού του.

Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού ακολούθησε διαφορετικό δρόμο προς την αθανασία.

Οι κίονές του έπεσαν.

Η πυραμιδοειδής στέγη κατέρρευσε.

Το μαρμάρινο τέθριππο συντρίφτηκε.

Οι πέτρες του χρησιμοποιήθηκαν σε άλλα οικοδομήματα.

Τα γλυπτά του διασκορπίστηκαν.

Το ίδιο το μνημείο έπαψε να υπάρχει.

Αλλά ο άνθρωπος για τον οποίο κατασκευάστηκε πέτυχε κάτι που ίσως ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να φανταστεί.

Το όνομά του έγινε λέξη.

Ο Μαύσωλος πέθανε το 353 π.Χ.

Κι όμως, σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, κάθε φορά που σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου μιλάμε για ένα μαυσωλείο, το όνομά του ακούγεται ξανά.

Ίσως τελικά αυτό να ήταν το πραγματικό Θαύμα της Αλικαρνασσού.

Η πέτρα χάθηκε.

Η μνήμη όχι.

Στο επόμενο μέρος του αφιερώματος:
Ο Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο — το ιερό που ένας άνθρωπος πυρπόλησε για να κάνει το όνομά του αθάνατο.

Αρχαίες πηγές

Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Φυσική Ιστορία, XXXVI.30–31. Η βασικότερη σωζόμενη περιγραφή των διαστάσεων, των 36 κιόνων, της πυραμιδοειδούς στέγης, του τέθριππου και των γλυπτών του Μαυσωλείου.

Βιτρούβιος, Περί Αρχιτεκτονικής, VII, Πρόλογος 12–13. Πληροφορίες για τους καλλιτέχνες που εργάστηκαν στο Μαυσωλείο και για τους Σάτυρο και Πύθεο.

Στράβων, Γεωγραφικά, XIV.2.16. Αναφορά στην Αλικαρνασσό, στον Μαύσωλο, στην Αρτεμισία και στο περίφημο ταφικό μνημείο.

Αύλος Γέλλιος, Αττικές Νύχτες, X.18. Η μεταγενέστερη παράδοση για το πένθος της Αρτεμισίας και την κατανάλωση των λειψάνων του Μαύσωλου.

Ηρόδοτος, Ιστορίαι, VII.99 και VIII.68–69, 87–88. Για την Αρτεμισία Α΄ της Αλικαρνασσού και τη συμμετοχή της στην εκστρατεία του Ξέρξη και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας· χρήσιμο για τη διάκριση από την Αρτεμισία Β΄.

Νεότερη βιβλιογραφία – αρχαιολογικές και ιστορικές πηγές

Kristian Jeppesen, The Maussolleion at Halikarnassos. Η μεγάλη σειρά αρχαιολογικών μελετών των νεότερων ανασκαφών και της αρχιτεκτονικής ανασύνθεσης του Μαυσωλείου.

Geoffrey B. Waywell, The Free-Standing Sculptures of the Mausoleum at Halicarnassus. Βασική μελέτη των σωζόμενων γλυπτών και των προβλημάτων ταύτισής τους.

Βρετανικό Μουσείο – Συλλογή του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού. Σωζόμενα γλυπτά της Αμαζονομαχίας, κολοσσιαίες ανθρώπινες μορφές, λιοντάρια και τμήματα του τέθριππου.

Charles Thomas Newton, A History of Discoveries at Halicarnassus, Cnidus and Branchidae. Η δημοσίευση των ανασκαφών και ανακαλύψεων του 19ου αιώνα στην Αλικαρνασσό.

Σύγχρονες αρχαιολογικές έρευνες του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού. Μελέτες της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής, της χρονολόγησης και της σχέσης του μνημείου με τον πολεοδομικό σχεδιασμό της πρωτεύουσας του Μαύσωλου.

 

Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού Ο τάφος που χάθηκε  αλλά χάρισε το όνομά του στην αιωνιότητα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου