Σειρά άρθρων: 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 Από την προετοιμασία στο Έπος (10/10)
Του Νικόλαου Μενελάου
Τέως Προέδρου Σωματείου Ταχυδρόμων Νομού Αχαΐας
Εξήντα πέντε ημέρες που ανέτρεψαν τις προσδοκίες
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πολεμική μηχανή της φασιστικής Ιταλίας. Η επίθεση που εξαπολύθηκε από το αλβανικό έδαφος είχε σχεδιαστεί ως μια γρήγορη στρατιωτική επιχείρηση, με την οποία ο Μπενίτο Μουσολίνι επιδίωκε να επιβάλει την ιταλική κυριαρχία στην Ελλάδα και να ενισχύσει τη θέση του στον πόλεμο που ήδη συγκλόνιζε την Ευρώπη.
Η ιταλική ηγεσία υπολόγιζε ότι η αριθμητική και υλική υπεροχή των δυνάμεών της, σε συνδυασμό με την αιφνιδιαστική έναρξη των επιχειρήσεων, θα εξασφάλιζε μια σύντομη και αποφασιστική νίκη. Οι εκτιμήσεις αυτές, ωστόσο, αποδείχθηκαν λανθασμένες.
Απέναντι στις ιταλικές δυνάμεις βρέθηκε ένας ελληνικός στρατός που είχε προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο πολέμου, γνώριζε το δύσβατο έδαφος και ήταν αποφασισμένος να υπερασπιστεί τις θέσεις του. Στην Ήπειρο και στην Πίνδο, μέσα σε καταρρακτώδεις βροχές, λάσπη και ορεινά περάσματα, οι πρώτες ημέρες της εισβολής εξελίχθηκαν σε σκληρή αναμέτρηση.
![]() |
| Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα προελαύνουν προς το μέτωπο κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940–1941. Πηγή: ΕΡΤ / αρχειακό φωτογραφικό υλικό. |
Η αντίσταση στο Καλπάκι, οι μάχες στην Πίνδο και η αποτυχία των ιταλικών σχεδίων δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μια εξέλιξη που λίγοι είχαν προβλέψει: ο ελληνικός στρατός δεν περιορίστηκε στην απόκρουση της επίθεσης, αλλά πέρασε στην αντεπίθεση.
Στις 22 Νοεμβρίου η Κορυτσά καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις. Ακολούθησαν νέες επιτυχίες στο έδαφος της Αλβανίας, με την προέλαση προς την Πρεμετή, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και τη Χειμάρρα. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου, ο πόλεμος είχε μεταφερθεί βαθιά μέσα στην περιοχή από την οποία είχε ξεκινήσει η ιταλική εισβολή.
Οι νίκες αυτές, όμως, δεν υπήρξαν εύκολες. Πίσω από τα πολεμικά ανακοινωθέντα βρίσκονταν χιλιάδες στρατιώτες που πολεμούσαν κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, με περιορισμένα μέσα μεταφοράς, ανεφοδιασμού και περίθαλψης. Οι απώλειες, οι τραυματισμοί και τα κρυοπαγήματα υπενθύμιζαν καθημερινά το ανθρώπινο κόστος της σύγκρουσης.
Το παρόν άρθρο παρακολουθεί την πορεία των επιχειρήσεων από την 28η Οκτωβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου 1940: από τις πρώτες ώρες της εισβολής και τις αμυντικές μάχες της Ηπείρου και της Πίνδου έως την ελληνική αντεπίθεση και τις σημαντικότερες επιτυχίες της. Παράλληλα, μέσα από ιταλικές στρατιωτικές αναφορές, προσωπικά ημερολόγια και ιστορικές μελέτες, επιχειρεί να φωτίσει και την οπτική της αντίπαλης πλευράς.
Γιατί στο τέλος του 1940 είχε συντελεστεί μια εντυπωσιακή ανατροπή: ο στρατός που είχε εισβάλει στην Ελλάδα βρισκόταν πλέον σε άμυνα, ενώ ο στρατός που είχε κληθεί να αποκρούσει την εισβολή είχε περάσει στην επίθεση.
Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν είχε ακόμη τελειώσει.
Η αυγή της εισβολής — 28 Οκτωβρίου 1940
![]() |
| Η γενική διάταξη των ελληνικών και ιταλικών δυνάμεων στις 05:00 της 28ης Οκτωβρίου 1940. Στρατιωτικός χάρτης που αποτυπώνει τις θέσεις και τους σχηματισμούς των δύο αντιπάλων κατά την έναρξη των επιχειρήσεων. Πηγή: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, μέσω ΕΡΤ. |
Πριν ακόμη χαράξει η Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα είχε απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο. Η συνάντηση του Ιταλού πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά είχε οδηγήσει σε μια απόφαση που σήμαινε πόλεμο.
Η προθεσμία του τελεσιγράφου έληγε στις 6 το πρωί. Όμως οι ιταλικές στρατιωτικές επιχειρήσεις άρχισαν νωρίτερα, περίπου στις 5:30, με την παραβίαση των ελληνοαλβανικών συνόρων από τις δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί στην κατεχόμενη από την Ιταλία Αλβανία.
Η επίθεση εκδηλώθηκε κυρίως σε δύο κατευθύνσεις.
Στην Ήπειρο, οι ιταλικές δυνάμεις επιδίωκαν να διασπάσουν την ελληνική άμυνα, να προελάσουν προς τα Ιωάννινα και να ανοίξουν τον δρόμο για βαθύτερη διείσδυση στην ελληνική επικράτεια. Η κύρια προσπάθεια στρεφόταν προς τη γραμμή Ελαίας–Καλαμά, όπου είχαν οργανωθεί οι βασικές ελληνικές αμυντικές θέσεις.
Στην Πίνδο, η επίλεκτη ιταλική ορεινή μεραρχία «Τζούλια» ανέλαβε μια ιδιαίτερα φιλόδοξη αποστολή: να κινηθεί μέσα από τα δύσβατα ορεινά περάσματα προς το Μέτσοβο, απειλώντας τη σύνδεση των ελληνικών δυνάμεων της Ηπείρου με εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας.
Η ιταλική διοίκηση υπολόγιζε ότι η ταυτόχρονη πίεση στους δύο τομείς θα προκαλούσε αποδιοργάνωση της ελληνικής άμυνας και θα επέτρεπε την ταχεία εκμετάλλευση των πρώτων επιτυχιών.
Στην πραγματικότητα, όμως, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία είχε ήδη λάβει σημαντικά μέτρα προετοιμασίας.
Η VIII Μεραρχία Πεζικού, υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, είχε οργανώσει τις αμυντικές της θέσεις στην Ήπειρο. Ο Κατσιμήτρος είχε επιλέξει να δώσει την κύρια αμυντική μάχη στη γραμμή Ελαίας–Καλαμά, αξιοποιώντας τη μορφολογία του εδάφους και τις οχυρωματικές εργασίες που είχαν προηγηθεί.
Στην Πίνδο, το Απόσπασμα Πίνδου, υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, επωμίστηκε το βάρος της αρχικής αντιμετώπισης της ιταλικής διείσδυσης. Οι περιορισμένες δυνάμεις του κλήθηκαν να καλύψουν έναν εκτεταμένο και εξαιρετικά δύσβατο ορεινό τομέα.
Από τις πρώτες ώρες, η κακοκαιρία επηρέασε τις επιχειρήσεις. Οι έντονες βροχοπτώσεις είχαν μετατρέψει μικρά ποτάμια σε ορμητικούς χειμάρρους, ενώ οι λασπωμένοι δρόμοι δυσκόλευαν τη μετακίνηση οχημάτων, πυροβολικού και εφοδίων.
Παρά τις δυσκολίες, οι ιταλικές φάλαγγες προχώρησαν αρχικά σε ορισμένα σημεία, καταλαμβάνοντας προωθημένες θέσεις και επιδιώκοντας να πλησιάσουν τις κύριες ελληνικές αμυντικές τοποθεσίες.
Οι πρώτες αυτές κινήσεις, όμως, δεν ισοδυναμούσαν με διάσπαση της ελληνικής άμυνας.
Ήδη από την πρώτη ημέρα, οι ιταλικές δυνάμεις αντιμετώπισαν δυσκολίες που έδειχναν ότι η επιχείρηση ενδέχεται να αποδειχθεί πιο απαιτητική από τις αρχικές προβλέψεις.
Στην Ήπειρο, οι ιταλικές δυνάμεις πλησίαζαν τη γραμμή όπου ο Κατσιμήτρος είχε αποφασίσει να αντισταθεί.
Στην Πίνδο, οι άνδρες του Δαβάκη βρίσκονταν ήδη αντιμέτωποι με μια επικίνδυνη προσπάθεια διείσδυσης.
Η μάχη για την απόκρουση της εισβολής είχε αρχίσει.
Η μάχη της Ηπείρου — Το Καλπάκι και η γραμμή Ελαίας–Καλαμά
Στην Ήπειρο, η πρώτη μεγάλη δοκιμασία του ελληνικού στρατού εκτυλίχθηκε στη γραμμή Ελαίας–Καλαμά, μια αμυντική τοποθεσία που έμελλε να συνδεθεί με την αποτυχία της ιταλικής εισβολής.
Εκεί, απέναντι στις ιταλικές δυνάμεις που προέλαυναν από την Αλβανία, βρισκόταν η VIII Μεραρχία Πεζικού, με διοικητή τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο.
Η απόφαση του Κατσιμήτρου
Η ελληνική στρατιωτική ηγεσία είχε εξετάσει το ενδεχόμενο, σε περίπτωση ισχυρής ιταλικής επίθεσης, να συμπτυχθούν οι δυνάμεις της Ηπείρου σε νοτιότερες και ανατολικότερες θέσεις, ώστε να αποφευχθεί η πρόωρη φθορά τους.
Ο Κατσιμήτρος, ωστόσο, έχοντας μελετήσει το έδαφος και τις δυνατότητες της VIII Μεραρχίας, επέλεξε να δώσει την αποφασιστική αμυντική μάχη στην προωθημένη τοποθεσία Ελαίας–Καλαμά.
Η επιλογή αυτή δεν στηριζόταν μόνο στην αποφασιστικότητα του διοικητή της VIII Μεραρχίας. Ήταν αποτέλεσμα της γνώσης του εδάφους, της προετοιμασίας των αμυντικών θέσεων και της εκτίμησης ότι η συγκεκριμένη περιοχή προσφερόταν για την αντιμετώπιση ενός αριθμητικά και υλικά ισχυρότερου αντιπάλου.
Οι ορεινοί όγκοι, οι στενές προσβάσεις και τα περιορισμένα δρομολόγια κίνησης μπορούσαν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των ιταλικών μηχανοκίνητων δυνάμεων και να επιτρέψουν στο ελληνικό πυροβολικό να πλήττει τις συγκεντρώσεις των επιτιθέμενων.
Τις εβδομάδες πριν από τον πόλεμο είχαν πραγματοποιηθεί οχυρωματικές εργασίες, διαμορφώσεις θέσεων πυροβολικού, κατασκευές χαρακωμάτων και άλλες αμυντικές προετοιμασίες.
Όταν άρχισε η εισβολή, η VIII Μεραρχία δεν βρέθηκε σε ένα άγνωστο πεδίο μάχης. Οι άνδρες της είχαν προετοιμαστεί να πολεμήσουν σε μια περιοχή που γνώριζαν.
Οι πρώτες ημέρες της ιταλικής προέλασης
Από τις 28 Οκτωβρίου, οι ιταλικές δυνάμεις κινήθηκαν προς το εσωτερικό της Ηπείρου, ακολουθώντας τις διαθέσιμες οδικές αρτηρίες και επιχειρώντας να προσεγγίσουν τις ελληνικές αμυντικές θέσεις.
Στην κύρια κατεύθυνση της επίθεσης συμμετείχαν δυνάμεις της ιταλικής Μεραρχίας «Φερράρα», ενώ η τεθωρακισμένη Μεραρχία «Τσεντάουρο» προοριζόταν να ενισχύσει την προέλαση και να εκμεταλλευτεί ενδεχόμενη διάσπαση της ελληνικής άμυνας.
Παράλληλα, άλλες ιταλικές μονάδες επιχειρούσαν προς τον ποταμό Καλαμά και τον παραλιακό τομέα.
Οι πρώτες ημέρες χαρακτηρίστηκαν από συγκρούσεις με ελληνικά τμήματα προκάλυψης, καταστροφές γεφυρών και διαδοχικές προσπάθειες των Ιταλών να προωθήσουν το πυροβολικό και τα οχήματά τους.
Οι καταρρακτώδεις βροχές δυσκόλευαν ιδιαίτερα τις μετακινήσεις. Ποτάμια και χείμαρροι είχαν φουσκώσει, ενώ οι κατεστραμμένες γέφυρες καθυστερούσαν τις ιταλικές φάλαγγες.
Στις αναφορές του, ο Ιταλός διοικητής Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα αναγνώριζε τις δυσκολίες που προκαλούσαν οι καιρικές συνθήκες και οι καταστροφές στο οδικό δίκτυο, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την αισιοδοξία του για την εξέλιξη της επίθεσης.
Η πραγματική δοκιμασία για τις ιταλικές δυνάμεις άρχιζε καθώς πλησίαζαν την κύρια ελληνική αμυντική τοποθεσία.
Η αποφασιστική σύγκρουση στο Καλπάκι
Από τις πρώτες ημέρες του Νοεμβρίου, η ιταλική επίθεση επικεντρώθηκε στην προσπάθεια διάσπασης της ελληνικής άμυνας στην περιοχή του Καλπακίου.
Οι επιτιθέμενοι επιχείρησαν να εξουδετερώσουν τις ελληνικές θέσεις με πυρά πυροβολικού, επιθέσεις πεζικού και τη χρησιμοποίηση αρμάτων μάχης.
![]() |
| Έλληνας στρατιώτης επάνω σε εγκαταλελειμμένο ιταλικό ελαφρύ άρμα CV-33 κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Τα ιταλικά άρματα χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις εναντίον της ελληνικής αμυντικής γραμμής Ελαίας–Καλαμά, χωρίς να επιτύχουν τη διάσπασή της. Πηγή: Ιστορικό φωτογραφικό αρχείο, pheidias.antibaro.gr. |
Η ελληνική άμυνα, ωστόσο, αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική.
Το πυροβολικό της VIII Μεραρχίας, αξιοποιώντας τις προετοιμασμένες θέσεις και την παρατήρηση των προσβάσεων, προκάλεσε σημαντικές δυσκολίες στις ιταλικές προσπάθειες προέλασης.
Τα ιταλικά άρματα, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν σοβαρό πλεονέκτημα σε καταλληλότερο έδαφος, περιορίζονταν από τις στενές διαβάσεις, τις εδαφικές συνθήκες και τα ελληνικά αντιαρματικά πυρά.
Στις 2 και 3 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκαν ισχυρές ιταλικές επιθέσεις, με ιδιαίτερη ένταση στον κεντρικό τομέα της ελληνικής άμυνας.
Οι ελληνικές μονάδες διατήρησαν τις βασικές θέσεις τους, αποκρούοντας τις προσπάθειες διάσπασης και υποχρεώνοντας τους επιτιθέμενους να επαναλάβουν τις ενέργειές τους με σημαντική κατανάλωση δυνάμεων και πυρομαχικών.
Η σύγκρουση δεν περιορίστηκε σε μία μόνο ημέρα ούτε σε ένα μεμονωμένο ύψωμα. Εξελίχθηκε σε διαδοχικές μάχες, στις οποίες το πεζικό και το πυροβολικό έπρεπε να συνεργάζονται συνεχώς για την προστασία των κρίσιμων σημείων.
Ο αγώνας στον Καλαμά
Την ίδια περίοδο, οι ιταλικές δυνάμεις επιχειρούσαν να περάσουν τον ποταμό Καλαμά και να προωθηθούν στον δυτικό και παραλιακό τομέα.
Οι πλημμύρες είχαν μεταβάλει τον ποταμό σε σοβαρό φυσικό εμπόδιο. Παράλληλα, τα ελληνικά τμήματα που υπερασπίζονταν τις διαβάσεις δυσκόλευαν τις προσπάθειες γεφύρωσης και διέλευσης.
Στον δυτικό και παραλιακό τομέα, οι ιταλικές δυνάμεις πέτυχαν σημαντικότερη προώθηση, καταλαμβάνοντας εδάφη στη Θεσπρωτία. Ωστόσο, οι επιτυχίες αυτές δεν συνοδεύτηκαν από τη διάσπαση της κύριας ελληνικής αμυντικής τοποθεσίας Ελαίας–Καλαμά ούτε οδήγησαν στην επίτευξη του βασικού αντικειμενικού σκοπού της εισβολής.
Η αντίσταση στην περιοχή του Καλαμά συνέβαλε στη συνολική καθυστέρηση της ιταλικής επίθεσης και στην προστασία της κύριας ελληνικής αμυντικής διάταξης.
Η αποτυχία της ιταλικής επίθεσης
Καθώς περνούσαν οι ημέρες, γινόταν φανερό ότι οι ιταλικές επιχειρήσεις δεν εξελίσσονταν σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό.
Οι επιτιθέμενοι είχαν καταλάβει ορισμένα εδάφη και είχαν προκαλέσει απώλειες στις ελληνικές δυνάμεις, αλλά δεν είχαν επιτύχει τον κύριο αντικειμενικό σκοπό τους: τη διάσπαση της γραμμής Ελαίας–Καλαμά και την προέλαση προς τα Ιωάννινα.
Μέχρι τις 8 Νοεμβρίου, η κύρια ιταλική επιθετική προσπάθεια στον τομέα του Καλπακίου είχε ουσιαστικά αποτύχει.
Η VIII Μεραρχία είχε διατηρήσει τη συνοχή της και τις βασικές αμυντικές της θέσεις, ενώ η ελληνική διοίκηση κέρδιζε πολύτιμο χρόνο για την ολοκλήρωση της επιστράτευσης και την προώθηση ενισχύσεων.
Η αποτυχία αυτή είχε συνέπειες πολύ ευρύτερες από τα στενά όρια της Ηπείρου.
Το αρχικό ιταλικό σχέδιο στηριζόταν στην ταχεία επιτυχία. Κάθε ημέρα καθυστέρησης έδινε στον ελληνικό στρατό τη δυνατότητα να συγκεντρώνει περισσότερες δυνάμεις και να οργανώνει αποτελεσματικότερα την αντίστασή του.
Η γραμμή Ελαίας–Καλαμά είχε αντέξει.
Η σημασία της μάχης
Η μάχη του Καλπακίου δεν ήταν απλώς μια επιτυχημένη αμυντική αναμέτρηση.
Απέδειξε ότι η οργάνωση, η γνώση του εδάφους, η αποτελεσματική χρησιμοποίηση του πυροβολικού και η αποφασιστικότητα των μονάδων μπορούσαν να περιορίσουν την υπεροχή ενός ισχυρότερου αντιπάλου.
Η επιλογή του Κατσιμήτρου να υπερασπιστεί την προωθημένη τοποθεσία δικαιώθηκε από την εξέλιξη των επιχειρήσεων και συνέβαλε αποφασιστικά στην αποτυχία της ιταλικής προσπάθειας κατάληψης των Ιωαννίνων.
Η νίκη αυτή, ωστόσο, δεν εξασφάλιζε από μόνη της την έκβαση του πολέμου.
Την ίδια στιγμή, στα βουνά της Πίνδου, η ιταλική μεραρχία «Τζούλια» είχε επιχειρήσει μια επικίνδυνη διείσδυση προς το Μέτσοβο.
Εκεί διεξαγόταν μια άλλη σκληρή αναμέτρηση, από την έκβαση της οποίας εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό η ασφάλεια ολόκληρου του ελληνικού μετώπου.
Η μάχη της Πίνδου — Ο Δαβάκης και η μεραρχία «Τζούλια»
Την ώρα που οι ιταλικές δυνάμεις προσπαθούσαν να διασπάσουν την ελληνική άμυνα στην Ήπειρο, μια δεύτερη, εξίσου επικίνδυνη επιχείρηση βρισκόταν σε εξέλιξη στα βουνά της Πίνδου.
Εκεί, ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, η ιταλική διοίκηση είχε εντοπίσει ένα σημείο που θεωρούσε ευάλωτο. Η ορεινή περιοχή διέθετε ελάχιστους δρόμους, δύσβατα περάσματα και περιορισμένες δυνατότητες μετακίνησης μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών.
Αυτές ακριβώς τις συνθήκες επιδίωκε να εκμεταλλευτεί η 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια», μια δύναμη εκπαιδευμένη για επιχειρήσεις σε ορεινό περιβάλλον.
Αποστολή της ήταν να διεισδύσει μέσα από την Πίνδο, να κινηθεί προς το Μέτσοβο και να απειλήσει τις συγκοινωνίες που συνέδεαν το μέτωπο της Ηπείρου με τη Δυτική Μακεδονία.
Εάν η επιχείρηση πετύχαινε, οι συνέπειες για τον ελληνικό στρατό θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά σοβαρές.
Το Απόσπασμα Πίνδου και ο Κωνσταντίνος Δαβάκης
Την υπεράσπιση του κρίσιμου αυτού τομέα είχε αναλάβει το Απόσπασμα Πίνδου, με διοικητή τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη.
![]() |
| Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου, έφιππος μπροστά από τον Σταθμό Διοίκησης στο Επταχώρι, τον Οκτώβριο του 1940. Πηγή: Αρχείο Θανάση Δαβάκη, μέσω Ιωάννας Λουλάκη. |
Η ελληνική δύναμη ήταν περιορισμένη σε σχέση με την έκταση του εδάφους που καλούνταν να καλύψει. Οι μονάδες της ήταν διασκορπισμένες σε ορεινές θέσεις, με μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους και με σημαντικές δυσκολίες επικοινωνίας και ανεφοδιασμού.
Ο Δαβάκης γνώριζε ότι μια ισχυρή επίθεση μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα κενά στην ελληνική διάταξη. Είχε όμως και ένα σημαντικό πλεονέκτημα: τη γνώση της περιοχής και των ορεινών διαβάσεων από τις οποίες θα μπορούσε να κινηθεί ο αντίπαλος.
Η ελληνική άμυνα στηριζόταν στην προσπάθεια ελέγχου των βασικών περασμάτων, στην αντίσταση μικρών τμημάτων και στη δυνατότητα έγκαιρης άφιξης ενισχύσεων.
28 Οκτωβρίου — Η ιταλική διείσδυση
Με την έναρξη του πολέμου, η μεραρχία «Τζούλια» πέρασε τα ελληνοαλβανικά σύνορα και κινήθηκε προς τις ορεινές περιοχές της Πίνδου.
Οι Ιταλοί αλπινιστές προχώρησαν μέσα από δύσβατες διαδρομές, επιδιώκοντας να παρακάμψουν τις ελληνικές θέσεις και να εκμεταλλευτούν τα κενά ανάμεσα στα αμυνόμενα τμήματα.
Η επίθεση πραγματοποιήθηκε κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Οι βροχοπτώσεις, η ομίχλη και η λάσπη δυσκόλευαν τις μετακινήσεις, ενώ οι ορεινοί χείμαρροι είχαν φουσκώσει.
Παρά τα εμπόδια, η «Τζούλια» πέτυχε κατά τις πρώτες ημέρες σημαντική διείσδυση.
Οι ελληνικές δυνάμεις, υποχωρώντας σε ορισμένα σημεία και αντιστεκόμενες σε άλλα, προσπαθούσαν να καθυστερήσουν την ιταλική προέλαση και να αποτρέψουν την ταχεία προσέγγιση του Μετσόβου.
Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η προώθηση των Ιταλών απειλούσε να δημιουργήσει ρήγμα ανάμεσα στους δύο βασικούς τομείς του ελληνικού μετώπου.
Η μάχη για τη Βωβούσα
Ένας από τους σημαντικότερους στόχους της ιταλικής διείσδυσης ήταν η περιοχή της Βωβούσας, στην καρδιά της βόρειας Πίνδου.
Η κατάληψη της περιοχής θα μπορούσε να διευκολύνει την περαιτέρω κίνηση προς το Μέτσοβο, αν και η απόσταση, το ανάγλυφο και οι δυσκολίες ανεφοδιασμού παρέμεναν σοβαρά εμπόδια.
Στις 3 Νοεμβρίου 1940, τα προωθημένα τμήματα της ιταλικής μεραρχίας «Τζούλια» έφτασαν στη Βωβούσα, όπου συνάντησαν την αντίσταση ελληνικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων ο λόχος του λοχαγού Αναστασίου Παππά. Η άφιξη ενισχύσεων της Μεραρχίας Ιππικού συνέβαλε στην ανακοπή της ιταλικής προέλασης. Στις 4 Νοεμβρίου, οι ιταλικές δυνάμεις υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν προς το Δίστρατο.
Η επιτυχία αυτή, ωστόσο, έκρυβε έναν μεγάλο κίνδυνο για τους ίδιους τους επιτιθέμενους.
Καθώς η μεραρχία προχωρούσε μέσα στα βουνά, οι γραμμές ανεφοδιασμού της επιμηκύνονταν. Η μεταφορά πυρομαχικών, τροφίμων και υγειονομικού υλικού γινόταν ολοένα δυσκολότερη, ενώ η επαφή με τις υπόλοιπες ιταλικές δυνάμεις δεν εξασφαλιζόταν με την ταχύτητα που απαιτούσε η επιχείρηση.
Η «Τζούλια» είχε προχωρήσει βαθιά, χωρίς όμως να έχει εξασφαλίσει πλήρως τα πλευρά και τις επικοινωνίες της.
Ο τραυματισμός του Δαβάκη
![]() |
| Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης τραυματισμένος στο Επταχώρι της Πίνδου, στις 4 Νοεμβρίου 1940, δύο ημέρες μετά τον σοβαρό τραυματισμό του κατά τις επιχειρήσεις εναντίον της ιταλικής Μεραρχίας «Τζούλια». Πηγή: Ιωάννα Λουλάκη, fouit.gr. |
Στις 2 Νοεμβρίου 1940, κατά τη διάρκεια αναγνώρισης στην περιοχή του υψώματος Προφήτης Ηλίας, κοντά στη Φούρκα, ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης τραυματίστηκε σοβαρά από εχθρικά πυρά. Ο τραυματισμός του τον απομάκρυνε από την ενεργό διοίκηση σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή των επιχειρήσεων.
Ο τραυματισμός του αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για το Απόσπασμα Πίνδου σε μια στιγμή κατά την οποία οι ελληνικές μονάδες δοκιμάζονταν από την ιταλική πίεση.
Ο Δαβάκης είχε συνδεθεί με την οργάνωση της άμυνας και με τις πρώτες προσπάθειες αντιμετώπισης της διείσδυσης. Η απομάκρυνσή του από την ενεργό διοίκηση, όμως, δεν σήμανε τη διακοπή του ελληνικού αγώνα.
Η διοίκηση και ο συντονισμός των επιχειρήσεων συνεχίστηκαν από τους αρμόδιους αξιωματικούς, ενώ νέες ελληνικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς την περιοχή.
Η μάχη της Πίνδου περνούσε πλέον σε μια νέα φάση.
Οι ελληνικές ενισχύσεις αλλάζουν την κατάσταση
Η ελληνική στρατιωτική διοίκηση είχε αντιληφθεί τη σοβαρότητα της απειλής και προχώρησε στην αποστολή ενισχύσεων.
Στις επιχειρήσεις συμμετείχαν δυνάμεις της Ι Μεραρχίας Πεζικού, υπό τον υποστράτηγο Βασίλειο Βραχνό, καθώς και η Μεραρχία Ιππικού και η Ταξιαρχία Ιππικού. Η συμμετοχή των σχηματισμών αυτών συνέβαλε καθοριστικά στην ανακοπή της ιταλικής προέλασης και στην επακόλουθη ελληνική αντεπίθεση.
Η άφιξη των ενισχύσεων επέτρεψε στους Έλληνες να αναλάβουν επιθετικότερες πρωτοβουλίες.
Αντί να περιορίζονται στην προσπάθεια ανακοπής της ιταλικής προέλασης, άρχισαν να πιέζουν τις πλευρές της «Τζούλια», να απειλούν τις γραμμές επικοινωνίας της και να επιχειρούν την απομόνωση των προωθημένων τμημάτων της.
Οι συγκρούσεις διεξάγονταν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Το πεζικό έπρεπε συχνά να κινείται σε απότομες πλαγιές και στενά μονοπάτια, ενώ η μεταφορά πυροβόλων και εφοδίων απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια.
Καθοριστική υπήρξε και η συμβολή των κατοίκων των ορεινών περιοχών.
Άνδρες και γυναίκες βοήθησαν στη μεταφορά τροφίμων, πυρομαχικών και άλλων εφοδίων, αξιοποιώντας τα ζώα μεταφοράς και τη γνώση των τοπικών διαδρομών. Σε αρκετές περιπτώσεις η βοήθειά τους επέτρεψε στις ελληνικές μονάδες να συνεχίσουν τον αγώνα σε περιοχές όπου τα στρατιωτικά μεταφορικά μέσα δεν μπορούσαν να φτάσουν.
Από την προέλαση στην υποχώρηση
Καθώς οι ελληνικές αντεπιθέσεις εντείνονταν, η κατάσταση της ιταλικής μεραρχίας γινόταν ολοένα δυσκολότερη.
Οι δυνάμεις της «Τζούλια» είχαν καταπονηθεί από τις συνεχείς πορείες και τις μάχες, ενώ τα προβλήματα ανεφοδιασμού περιόριζαν την επιχειρησιακή τους δυνατότητα.
Η ελληνική πίεση στα πλευρά και στα μετόπισθεν απειλούσε να αποκόψει τα προωθημένα ιταλικά τμήματα.
Η επιχείρηση, που είχε αρχίσει με στόχο τη γρήγορη διείσδυση προς το Μέτσοβο, είχε μετατραπεί σε αγώνα αποφυγής της περικύκλωσης.
Οι Ιταλοί αναγκάστηκαν σταδιακά να εγκαταλείψουν τις προωθημένες θέσεις τους και να κινηθούν προς τα βόρεια, προσπαθώντας να διατηρήσουν τη συνοχή των μονάδων τους.
Οι ελληνικές δυνάμεις συνέχισαν την πίεση, ανακαταλαμβάνοντας εδάφη και αποκαθιστώντας τον έλεγχο των κρίσιμων διαβάσεων.
Μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, η προσπάθεια της «Τζούλια» να διασπάσει το ελληνικό μέτωπο μέσω της Πίνδου είχε αποτύχει.
Μια νίκη με ευρύτερη στρατηγική σημασία
Η ελληνική επιτυχία στην Πίνδο είχε αποφασιστική σημασία για την εξέλιξη της πρώτης φάσης του πολέμου.
Η αποτυχία της ιταλικής διείσδυσης απέτρεψε τον κίνδυνο διακοπής της επικοινωνίας ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας.
Παράλληλα, η υποχώρηση της «Τζούλια» στέρησε από την ιταλική διοίκηση τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί μια επιτυχία στα ελληνικά μετόπισθεν, την ώρα που η κύρια επίθεση στο Καλπάκι είχε επίσης καθηλωθεί.
Η μάχη ανέδειξε την αποφασιστικότητα των ελληνικών μονάδων, την ικανότητα της διοίκησης να μεταφέρει ενισχύσεις σε κρίσιμους τομείς και τη σημασία της συνεργασίας στρατού και τοπικού πληθυσμού.
Ανέδειξε, όμως, και τις αδυναμίες του ιταλικού επιχειρησιακού σχεδίου.
Η βαθιά διείσδυση μιας ορεινής μεραρχίας, χωρίς επαρκή εξασφάλιση των πλευρών και του ανεφοδιασμού της, είχε δημιουργήσει μια επικίνδυνη κατάσταση για τους ίδιους τους επιτιθέμενους.
Η «Τζούλια» δεν είχε ηττηθεί επειδή οι άνδρες της δεν γνώριζαν να πολεμούν. Είχε αναλάβει μια εξαιρετικά απαιτητική αποστολή, η οποία τελικά υπερέβη τις δυνατότητες υποστήριξης και συντονισμού της.
Στις πρώτες δύο εβδομάδες του πολέμου, λοιπόν, ο ελληνικός στρατός είχε επιτύχει δύο αποτελέσματα καθοριστικής σημασίας: είχε διατηρήσει τη βασική αμυντική τοποθεσία της Ηπείρου και είχε αποκρούσει την επικίνδυνη διείσδυση στην Πίνδο.
Η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων άρχιζε σταδιακά να αλλάζει χέρια.
Στις 14 Νοεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός θα περνούσε στη γενική αντεπίθεση στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας, ανοίγοντας τον δρόμο για την Κορυτσά.
Η ανατροπή — Από την άμυνα στην αντεπίθεση
Η πρωτοβουλία περνά στον ελληνικό στρατό
Στα μέσα Νοεμβρίου 1940, η κατάσταση στο ελληνοϊταλικό μέτωπο είχε μεταβληθεί σημαντικά.
Η ιταλική επίθεση στην Ήπειρο είχε αποτύχει να διασπάσει τη γραμμή Ελαίας–Καλαμά, ενώ η μεραρχία «Τζούλια» είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την προσπάθεια διείσδυσης προς το Μέτσοβο.
Οι δύο βασικές επιθετικές ενέργειες της ιταλικής διοίκησης δεν είχαν επιτύχει τους αντικειμενικούς τους σκοπούς.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική επιστράτευση είχε προχωρήσει και νέες μονάδες είχαν φτάσει στο μέτωπο. Οι δυνάμεις που κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου είχαν αναλάβει κυρίως αμυντικές αποστολές ενισχύονταν πλέον από σχηματισμούς ικανούς να αναλάβουν ευρύτερες επιθετικές επιχειρήσεις.
Η ελληνική στρατιωτική ηγεσία αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τη μεταβολή της κατάστασης.
Η προσοχή στράφηκε προς τη Δυτική Μακεδονία, όπου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να επιτεθούν εναντίον των ιταλικών θέσεων που προστάτευαν την περιοχή της Κορυτσάς.
Η επιχείρηση δεν θα ήταν εύκολη. Ο αντίπαλος κατείχε ισχυρές ορεινές τοποθεσίες, ενώ η μορφολογία του εδάφους δυσκόλευε τη μετακίνηση του πυροβολικού και τον ανεφοδιασμό των επιτιθέμενων.
Ωστόσο, η επιτυχία μπορούσε να ανατρέψει την ισορροπία σε ολόκληρο το μέτωπο.
Ο σχεδιασμός της ελληνικής αντεπίθεσης
Την ευθύνη των επιχειρήσεων στη Δυτική Μακεδονία είχε το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα.
Σημαντικό ρόλο στην επίθεση ανέλαβε το Γ΄ Σώμα Στρατού, με διοικητή τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου.
Η ελληνική διοίκηση επιδίωκε να διασπάσει τις ιταλικές αμυντικές θέσεις στους ορεινούς όγκους που κάλυπταν την Κορυτσά και να εξαναγκάσει τις εχθρικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν την περιοχή.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν η Μόροβα και το Ιβάν.
Οι δύο ορεινοί όγκοι αποτελούσαν βασικά στηρίγματα της ιταλικής αμυντικής διάταξης. Από τις θέσεις αυτές μπορούσαν να ελέγχονται οι προσβάσεις προς την Κορυτσά και να παρεμποδίζεται η ελληνική προέλαση.
Για να επιτύχει η επίθεση, οι ελληνικές μονάδες έπρεπε να καταλάβουν διαδοχικά υψώματα, να εξουδετερώσουν οργανωμένες θέσεις αντίστασης και να διατηρήσουν τον συντονισμό τους σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο ορεινό περιβάλλον.
Το πυροβολικό θα είχε σημαντικό ρόλο, αλλά η φύση του εδάφους σήμαινε ότι μεγάλο μέρος του αγώνα θα διεξαγόταν από το πεζικό, σε μικρές αποστάσεις και συχνά με επιθέσεις εναντίον ισχυρά κατεχόμενων υψωμάτων.
14 Νοεμβρίου — Η έναρξη της επίθεσης
Στις 14 Νοεμβρίου 1940, οι ελληνικές δυνάμεις εξαπέλυσαν τη μεγάλη αντεπίθεση στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας.
Στις 06:30 της 14ης Νοεμβρίου 1940, οι ελληνικές δυνάμεις εξαπέλυσαν τη μεγάλη αντεπίθεση στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας. Η επίθεση του Γ΄ Σώματος Στρατού εκδηλώθηκε χωρίς προηγούμενη προπαρασκευή πυροβολικού, με σκοπό τον αιφνιδιασμό των ιταλικών δυνάμεων. Τα ελληνικά τμήματα κινήθηκαν εναντίον των οργανωμένων εχθρικών θέσεων, επιδιώκοντας τη διάσπαση της αμυντικής τοποθεσίας Μόροβας–Ιβάν.
Η ιταλική αντίσταση υπήρξε ισχυρή.
Οι αμυνόμενοι αξιοποιούσαν τις ορεινές θέσεις και τα διαθέσιμα πυρά τους, υποχρεώνοντας τις ελληνικές μονάδες να προχωρούν με διαδοχικές επιθέσεις και ελιγμούς.
Οι συγκρούσεις εξελίχθηκαν σε σκληρό αγώνα για τον έλεγχο των υψωμάτων.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ελληνικές δυνάμεις έπρεπε να ανεβαίνουν απότομες πλαγιές κάτω από εχθρικά πυρά, μεταφέροντας μαζί τους τον οπλισμό και τα αναγκαία εφόδια.
Η κατάληψη μιας θέσης δεν σήμαινε πάντοτε το τέλος της σύγκρουσης. Οι Ιταλοί πραγματοποιούσαν αντεπιθέσεις, προσπαθώντας να ανακτήσουν κρίσιμα σημεία και να εμποδίσουν την επέκταση των ελληνικών επιτυχιών.
Παρά τις δυσκολίες, η ελληνική επίθεση άρχισε σταδιακά να αποδίδει αποτελέσματα.
Οι μάχες στη Μόροβα και στο Ιβάν
Κατά τις επόμενες ημέρες, το επίκεντρο των επιχειρήσεων μεταφέρθηκε στις ισχυρές ιταλικές θέσεις της Μόροβας και του Ιβάν.
Οι ελληνικές μονάδες προωθούνταν από ύψωμα σε ύψωμα, επιχειρώντας να διασπάσουν την αμυντική διάταξη και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ευρύτερη προέλαση.
Οι μάχες χαρακτηρίστηκαν από την επιμονή των δύο αντιπάλων.
Οι Ιταλοί προσπαθούσαν να διατηρήσουν τις θέσεις που προστάτευαν την Κορυτσά, γνωρίζοντας ότι η απώλειά τους θα έθετε σε κίνδυνο ολόκληρη την αμυντική τους διάταξη.
Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές δυνάμεις είχαν αποκτήσει την πρωτοβουλία και επιδίωκαν να μην επιτρέψουν στον αντίπαλο να αναδιοργανωθεί.
Η αποτελεσματική συνεργασία πεζικού και πυροβολικού, η συνεχής πίεση και η κατάληψη σημαντικών εδαφικών σημείων άρχισαν να περιορίζουν τις δυνατότητες της ιταλικής άμυνας.
![]() |
| «Η Γ΄ Μοίρα Πυροβολικού του Ελληνικού Στρατού βάλλει από τη Μόροβα προς το Ιβάν, στις 18 Νοεμβρίου 1940, κατά τη διάρκεια της ελληνικής αντεπίθεσης. Πηγή: Ιστορικό φωτογραφικό αρχείο, pheidias.antibaro.gr.» |
Στις 18 Νοεμβρίου, η ΙΧ Μεραρχία κατέλαβε το ύψωμα Μπίγκλα, αποκτώντας θέσεις από τις οποίες το ελληνικό πυροβολικό μπορούσε να πλήξει την οδό Κορυτσάς–Ερσέκας, το αεροδρόμιο και τους στρατώνες της πόλης. Η εξέλιξη αυτή επιβάρυνε σημαντικά τη θέση των ιταλικών δυνάμεων και περιόρισε τις δυνατότητες διατήρησης της αμυντικής τους διάταξης.
Καθώς οι ελληνικές επιτυχίες επεκτείνονταν, η διατήρηση της Κορυτσάς γινόταν ολοένα δυσκολότερη για την ιταλική διοίκηση.
Η απειλή δεν προερχόταν πλέον από μία μόνο κατεύθυνση. Η προέλαση των ελληνικών μονάδων μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις οδούς επικοινωνίας και υποχώρησης των αμυνόμενων.
Η ιταλική υποχώρηση
Μέχρι τις 20 και 21 Νοεμβρίου, η ελληνική πίεση είχε δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην ιταλική αμυντική διάταξη.
Η απώλεια σημαντικών θέσεων στη Μόροβα και στο Ιβάν περιόριζε τις δυνατότητες συνέχισης της άμυνας στην περιοχή της Κορυτσάς.
Η ιταλική διοίκηση βρέθηκε μπροστά στον κίνδυνο να καθηλωθούν δυνάμεις της σε θέσεις που δεν μπορούσαν πλέον να υποστηριχθούν αποτελεσματικά.
Υπό αυτές τις συνθήκες, άρχισε η υποχώρηση από την περιοχή.
Οι ελληνικές μονάδες συνέχισαν την προέλασή τους, επιδιώκοντας να διατηρήσουν την επαφή με τον αντίπαλο και να εκμεταλλευτούν την επιτυχία.
Η πρώτη μεγάλη ελληνική αντεπίθεση είχε πετύχει τον βασικό της σκοπό.
Ο δρόμος προς την Κορυτσά είχε ανοίξει.
22 Νοεμβρίου 1940 — Η κατάληψη της Κορυτσάς
![]() |
| «Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα στους δρόμους της Κορυτσάς, στις 23 Νοεμβρίου 1940, μία ημέρα μετά την κατάληψη της πόλης από τον Ελληνικό Στρατό. Πηγή: Ιστορική φωτογραφία με πρωτότυπη λεζάντα εποχής.» |
Στις 22 Νοεμβρίου 1940, στις 17:00, το Απόσπασμα Μπεγέτη της ΙΧ Μεραρχίας εισήλθε στην Κορυτσά, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού από τον ελληνικό πληθυσμό της πόλης. Η κατάληψή της επισφράγισε την επιτυχία των πολυήμερων επιχειρήσεων στη Μόροβα και στο Ιβάν.
Η είδηση προκάλεσε ενθουσιασμό στην Ελλάδα.
![]() |
| «Στιγμιότυπο ενθουσιασμού για την προέλαση του Ελληνικού Στρατού στο Αλβανικό Μέτωπο, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941. Πηγή: Ιστορικό φωτογραφικό λεύκωμα, φωτογραφία αρ. 31.» |
Ήταν η πρώτη μεγάλη πόλη που καταλαμβανόταν από τον ελληνικό στρατό κατά την αντεπίθεσή του, λιγότερο από έναν μήνα μετά την έναρξη της ιταλικής εισβολής.
Η επιτυχία είχε ιδιαίτερη στρατιωτική και ψυχολογική σημασία.
Η Κορυτσά αποτελούσε σημαντικό συγκοινωνιακό και διοικητικό κέντρο της περιοχής. Η απώλειά της υποχρέωνε τις ιταλικές δυνάμεις να αναζητήσουν νέες αμυντικές θέσεις και ανέτρεπε ακόμη περισσότερο τον αρχικό σχεδιασμό της εκστρατείας.
Για την ελληνική πλευρά, η κατάληψη της πόλης αποτελούσε επιβεβαίωση ότι η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων είχε πλέον περάσει στα χέρια της.
Η επιτυχία δεν είχε προκύψει από μια αιφνιδιαστική ενέργεια ή από την κατάρρευση ενός αντιπάλου που δεν αντιστάθηκε.
Ήταν αποτέλεσμα πολυήμερων συγκρούσεων, δύσκολων ορεινών επιχειρήσεων και της σταδιακής διάσπασης της ιταλικής άμυνας.
Οι ελληνικές απώλειες και η καταπόνηση των μονάδων υπενθύμιζαν το τίμημα της νίκης.
Η απήχηση της νίκης
Η κατάληψη της Κορυτσάς αποτέλεσε σημαντικό γεγονός και πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δυνάμεις του Άξονα είχαν σημειώσει μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες στην Ευρώπη, η ελληνική αντεπίθεση προσέλκυσε το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου.
Για την ιταλική ηγεσία, η εξέλιξη ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστη.
Στις 18 Νοεμβρίου, μόλις τέσσερις ημέρες πριν από την απώλεια της Κορυτσάς, ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε διακηρύξει ότι η Ιταλία θα «τσάκιζε τη μέση της Ελλάδας».
Η πτώση της πόλης ανέδειξε το χάσμα ανάμεσα στις δημόσιες διακηρύξεις της φασιστικής ηγεσίας και στην πραγματική κατάσταση του μετώπου.
Η ιταλική διοίκηση αναγκαζόταν πλέον να αντιμετωπίσει όχι μόνο την απώλεια εδαφών, αλλά και τις συνέπειες μιας εκστρατείας που είχε εξελιχθεί αντίθετα από τις αρχικές προσδοκίες.
Η προέλαση συνεχίζεται
Η κατάληψη της Κορυτσάς δεν αποτέλεσε το τέλος της ελληνικής αντεπίθεσης.
Οι ελληνικές δυνάμεις συνέχισαν να κινούνται προς τα δυτικά και τα βόρεια, επιδιώκοντας να εκμεταλλευτούν την υποχώρηση του αντιπάλου και να καταλάβουν νέες στρατηγικές θέσεις.
![]() |
| «Ελληνικό βαρύ πυροβόλο βάλλει εναντίον ιταλικών θέσεων στην περιοχή του Πόγραδετς, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941. Πηγή: Ιστορικό φωτογραφικό λεύκωμα, φωτογραφία αρ. 201.» |
Στις 24 Νοεμβρίου καταλήφθηκε η Μοσχόπολη, ενώ στις 30 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις έφτασαν στο Πόγραδετς.
Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε σημαντικά την ελληνική επιτυχία και υποχρέωσε την ιταλική διοίκηση να αναπροσαρμόσει την αμυντική της διάταξη.
Ο Νοέμβριος, που είχε αρχίσει με τον ελληνικό στρατό να αποκρούει την εισβολή στα σύνορα, ολοκληρωνόταν με τις ελληνικές δυνάμεις να προελαύνουν μέσα στο αλβανικό έδαφος.
Η ανατροπή είχε πλέον συντελεστεί.
Και ο Δεκέμβριος θα έφερνε νέες σημαντικές εξελίξεις στο μέτωπο.
Ο Δεκέμβριος των ελληνικών επιτυχιών — Πρεμετή, Άγιοι Σαράντα και Αργυρόκαστρο
Ένας νέος μήνας, ένα διαφορετικό μέτωπο
Ο Δεκέμβριος του 1940 βρήκε τον ελληνικό στρατό σε μια θέση που ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν κατά την έναρξη του πολέμου.
Μόλις πέντε εβδομάδες μετά την ιταλική εισβολή, οι ελληνικές δυνάμεις είχαν αποκρούσει τις επιθέσεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο, είχαν περάσει στην αντεπίθεση και είχαν καταλάβει σημαντικές θέσεις στο αλβανικό έδαφος.
Η Κορυτσά, η Μοσχόπολη και το Πόγραδετς είχαν ήδη περάσει στον ελληνικό έλεγχο. Η ιταλική διοίκηση προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της, ενώ η ελληνική στρατιωτική ηγεσία επιδίωκε να διατηρήσει την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων.
Η κατάσταση, ωστόσο, δεν ήταν απλή.
Η προέλαση είχε επιμηκύνει τις ελληνικές γραμμές ανεφοδιασμού. Οι μονάδες έπρεπε να μετακινούνται σε ορεινές περιοχές, με περιορισμένο οδικό δίκτυο, μέσα σε βροχές, χιόνια και ολοένα χαμηλότερες θερμοκρασίες.
Η μεταφορά πυρομαχικών, τροφίμων και υγειονομικού υλικού αποτελούσε καθημερινή δοκιμασία.
Παρά τις δυσκολίες, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν.
3 Δεκεμβρίου — Η κατάληψη της Πρεμετής
Στις 3 Δεκεμβρίου 1940, περίπου στις 10:00 το πρωί, το Απόσπασμα του αντισυνταγματάρχη Ιωάννη Δημοκωστούλα, που υπαγόταν στη Μεραρχία Ιππικού, κατέλαβε την Πρεμετή, σημαντική κωμόπολη στην κοιλάδα του ποταμού Αώου.
Η περιοχή είχε ιδιαίτερη στρατιωτική σημασία, καθώς συνδεόταν με τις συγκοινωνίες και τις ορεινές προσβάσεις του κεντρικού τομέα του μετώπου.
Η ελληνική προέλαση προς την Πρεμετή αποτελούσε συνέχεια των επιχειρήσεων που είχαν αρχίσει μετά την απόκρουση της ιταλικής εισβολής.
Οι ιταλικές δυνάμεις, παρά τις απώλειες και τις υποχωρήσεις των προηγούμενων εβδομάδων, εξακολουθούσαν να αντιστέκονται, επιδιώκοντας να συγκρατήσουν την ελληνική πίεση και να οργανώσουν νέες αμυντικές θέσεις.
Η κατάληψη της Πρεμετής ενίσχυσε τη θέση των ελληνικών δυνάμεων στον κεντρικό τομέα και δημιούργησε ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τη συνέχιση των επιχειρήσεων.
Ήταν μία ακόμη ένδειξη ότι η ιταλική διοίκηση δεν είχε κατορθώσει να σταθεροποιήσει το μέτωπο.
5 Δεκεμβρίου — Η θυσία του Μαρδοχαίου Φριζή
![]() |
| «Ο αντισυνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής (1893–1940), ο οποίος έπεσε μαχόμενος στις 5 Δεκεμβρίου 1940, κατά τις επιχειρήσεις του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Πηγή: Φωτογραφικό Αρχείο Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος.» |
Ανάμεσα στις σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες των πρώτων ημερών του Δεκεμβρίου καταγράφεται και μία από τις πιο συγκινητικές απώλειες του ελληνικού στρατού.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1940, ο συνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στην περιοχή της Πρεμετής.
Ο Φριζής ήταν έμπειρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού και είχε διακριθεί ήδη από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, συμμετέχοντας στις επιχειρήσεις αντιμετώπισης της ιταλικής διείσδυσης στην Πίνδο.
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων είχε αναλάβει σημαντικές αποστολές, συμβάλλοντας στην ελληνική αντίσταση και στην επακόλουθη αντεπίθεση.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1940, κατά τη διάρκεια ιταλικής αεροπορικής επίθεσης βορειοανατολικά της Πρεμετής, ο αντισυνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής βρισκόταν έφιππος κοντά στους άνδρες του. Σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, διέταξε τους στρατιώτες του να καλυφθούν, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στη θέση του. Χτυπήθηκε από την αεροπορική επίθεση και σκοτώθηκε, έχοντας ήδη διακριθεί για τη συμβολή του στην απόκρουση της ιταλικής εισβολής.
Η απώλειά του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση.
Ο Μαρδοχαίος Φριζής, Έλληνας εβραϊκής καταγωγής, αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικές μορφές του πολέμου του 1940. Η προσφορά του υπενθυμίζει ότι στον αγώνα συμμετείχαν Έλληνες διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, ενωμένοι στην υπεράσπιση της χώρας.
Η θυσία του συνδέθηκε για πάντα με τις επιχειρήσεις της Πίνδου και της Βόρειας Ηπείρου.
6 Δεκεμβρίου — Οι Άγιοι Σαράντα
![]() |
| «Δεκέμβριος 1940. Έλληνες στρατιώτες φωτογραφίζονται σε ελληνικό καφενείο στους Αγίους Σαράντα, μετά την κατάληψη της πόλης από τον Ελληνικό Στρατό. Πρώτος από αριστερά ο Διομήδης Ναούμ. Πηγή: Αρχείο Διομήδη Ναούμ, μέσω της σελίδας Facebook “Greece at WWII Archives”.» |
Στον δυτικό τομέα του μετώπου, η ελληνική προέλαση είχε επίσης αποκτήσει σημαντική δυναμική.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1940, ελληνικές δυνάμεις εισήλθαν στους Αγίους Σαράντα, το παραλιακό λιμάνι της νότιας Αλβανίας.
Η κατάληψη της πόλης είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η περιοχή αποτελούσε ένα από τα σημεία επικοινωνίας της ενδοχώρας με την Αδριατική και το Ιόνιο.
Η ιταλική διοίκηση είχε στηρίξει μεγάλο μέρος των επιχειρήσεών της στην αξιοποίηση των αλβανικών λιμανιών και των οδικών αξόνων που οδηγούσαν προς το ελληνικό μέτωπο.
Η απώλεια των Αγίων Σαράντα περιόριζε τις δυνατότητές της στον νότιο παραλιακό τομέα, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είχε αποκοπεί συνολικά ο ανεφοδιασμός του ιταλικού στρατού.
Η επιτυχία αυτή είχε και συμβολικό χαρακτήρα.
Ένα λιμάνι που βρισκόταν στην περιοχή από την οποία είχε εκδηλωθεί η ιταλική εισβολή περνούσε πλέον στον έλεγχο των ελληνικών δυνάμεων.
Το Δέλβινο και η προέλαση στην ενδοχώρα
Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στον παραλιακό τομέα, οι ελληνικές μονάδες προωθήθηκαν προς το Δέλβινο και τις γύρω περιοχές.
Η κατάληψη του Δελβίνου, κατά τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου, αποτελούσε μέρος της προσπάθειας εξασφάλισης των συγκοινωνιών και της διεύρυνσης του ελληνικού ελέγχου στη νότια Αλβανία.
Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη συνολική πίεση που ασκούνταν στις ιταλικές δυνάμεις, οι οποίες αναγκάζονταν να υποχωρούν προς νέες αμυντικές τοποθεσίες.
Η ελληνική προέλαση δεν πραγματοποιούνταν σε ένα ενιαίο και ευθύγραμμο μέτωπο.
Οι ορεινοί όγκοι, οι κοιλάδες και το περιορισμένο οδικό δίκτυο διαμόρφωναν διαφορετικούς άξονες επιχειρήσεων. Κάθε προώθηση απαιτούσε την εξασφάλιση των πλευρών και τη διατήρηση των γραμμών ανεφοδιασμού.
Για τον λόγο αυτό, οι ελληνικές επιτυχίες προέκυπταν από διαδοχικές τοπικές επιχειρήσεις και όχι από μια ανεμπόδιστη προέλαση.
8 Δεκεμβρίου — Η κατάληψη του Αργυροκάστρου
![]() |
| «Ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος στο Αργυρόκαστρο, κατά την περίοδο του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940–1941. Η πόλη καταλήφθηκε από τον Ελληνικό Στρατό στις 8 Δεκεμβρίου 1940. Πηγή: Ιστορική φωτογραφία, αρ. 102, με πρωτότυπη έντυπη λεζάντα.» |
Στις 8 Δεκεμβρίου 1940, οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν το Αργυρόκαστρο.
Η πόλη, χτισμένη στις πλαγιές της κοιλάδας του Δρίνου, αποτελούσε σημαντικό διοικητικό και συγκοινωνιακό κέντρο της περιοχής.
Η κατάληψή της είχε ιδιαίτερη σημασία για τη συνέχιση των επιχειρήσεων στον δυτικό και κεντρικό τομέα.
Το Αργυρόκαστρο βρισκόταν σε περιοχή από την οποία διέρχονταν σημαντικές οδικές συνδέσεις, ενώ η απώλειά του περιόριζε ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες της ιταλικής διοίκησης να διατηρήσει τις προηγούμενες θέσεις της.
Η είδηση της ελληνικής επιτυχίας προκάλεσε νέο κύμα ενθουσιασμού στην Ελλάδα.
Μετά την Κορυτσά, μια ακόμη πόλη με ιδιαίτερη ιστορική και συναισθηματική σημασία για τον ελληνισμό είχε περάσει στον ελληνικό έλεγχο.
Η κατάληψη του Αργυροκάστρου επιβεβαίωνε ότι η ελληνική αντεπίθεση δεν αποτελούσε πλέον μια περιορισμένη επιχείρηση αποκατάστασης των συνόρων.
Είχε εξελιχθεί σε ευρύτερη προέλαση, η οποία υποχρέωνε την ιταλική διοίκηση να αναδιοργανώνει διαρκώς την άμυνά της.
![]() |
| «Το αεροδρόμιο του Αργυροκάστρου μετά τον βομβαρδισμό του από ελληνικές δυνάμεις κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941. Πηγή: ΓΕΣ – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού.» |
Η άλλη όψη των επιτυχιών — Κρύο, λάσπη και εξάντληση
Πίσω από τις ανακοινώσεις για την κατάληψη πόλεων και την προέλαση των ελληνικών δυνάμεων, η καθημερινότητα στο μέτωπο γινόταν ολοένα δυσκολότερη.
Ο χειμώνας είχε αρχίσει να επηρεάζει σοβαρά τις επιχειρήσεις.
Οι συνεχείς βροχοπτώσεις μετέτρεπαν τους δρόμους σε λασπωμένες διαδρομές, ενώ στα μεγαλύτερα υψόμετρα το χιόνι και ο παγετός δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο τις μετακινήσεις.
Οι στρατιώτες έπρεπε να διατηρούν τις θέσεις τους και να συνεχίζουν τις επιχειρήσεις μέσα σε συνθήκες που δοκίμαζαν τις σωματικές τους αντοχές.
Η μεταφορά εφοδίων στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στα μεταγωγικά ζώα και στην ανθρώπινη προσπάθεια.
Σε ορισμένες περιοχές, οι μονάδες αντιμετώπιζαν καθυστερήσεις στον ανεφοδιασμό, ελλείψεις σε κατάλληλο ιματισμό και δυσκολίες στην απομάκρυνση των τραυματιών.
Τα κρυοπαγήματα άρχισαν να αποτελούν ολοένα σοβαρότερο πρόβλημα.
Οι δυσκολίες αυτές δεν αφορούσαν μόνο τον ελληνικό στρατό.
Και οι ιταλικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν την καταπόνηση των συνεχών συγκρούσεων, την υποχώρηση σε δύσβατο έδαφος και τα προβλήματα που προκαλούσαν οι καιρικές συνθήκες.
Ο πόλεμος είχε πλέον μετατραπεί σε μια σκληρή αναμέτρηση αντοχής.
Η ιταλική διοίκηση αναζητά διέξοδο
Οι διαδοχικές ελληνικές επιτυχίες προκάλεσαν σοβαρή κρίση στην ιταλική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία.
Η αντικατάσταση του αρχικού διοικητή της εισβολής, Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, από τον στρατηγό Ουμπάλντο Σοντού δεν είχε οδηγήσει στην ανακοπή της ελληνικής προέλασης.
Οι αναφορές των Ιταλών διοικητών αποτύπωναν την ανησυχία για τις συνεχείς υποχωρήσεις, τις δυσκολίες ανασυγκρότησης των μονάδων και την ανάγκη εξασφάλισης νέων αμυντικών θέσεων.
Στις αρχές Δεκεμβρίου, η κρίση έφτασε μέχρι τα ανώτατα κλιμάκια της ιταλικής ηγεσίας.
Ο στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο αποχώρησε από τη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, ενώ ο στρατηγός Ούγκο Καβαλέρο ανέλαβε αυξημένες ευθύνες για την αντιμετώπιση της κατάστασης.
Η ιταλική διοίκηση προσπαθούσε να συγκεντρώσει ενισχύσεις, να σταθεροποιήσει το μέτωπο και να αποτρέψει νέες ελληνικές επιτυχίες.
Ωστόσο, η ελληνική προέλαση δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.
Στον παραλιακό τομέα, προς τη Χειμάρρα, οι ελληνικές δυνάμεις προετοιμάζονταν για μια νέα σειρά σκληρών επιχειρήσεων.
Πριν από τα Χριστούγεννα του 1940, μία ακόμη σημαντική πόλη θα περνούσε στον ελληνικό έλεγχο.
Η μάχη της Χειμάρρας — 20 έως 22 Δεκεμβρίου 1940
![]() |
| «Βαρύ πυροβολικό του Ελληνικού Στρατού στη Χειμάρρα, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941. Η πόλη καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις στις 22 Δεκεμβρίου 1940. Πηγή: ΓΕΣ – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, μέσω της σελίδας Facebook “Άσπρο και Μαύρο”.» |
Η ελληνική προέλαση προς τα Ακροκεραύνια
Στα μέσα Δεκεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός συνέχιζε την προέλασή του στη νότια Αλβανία, παρά τις ολοένα δυσκολότερες συνθήκες του χειμώνα.
Μετά την κατάληψη των Αγίων Σαράντα και του Αργυροκάστρου, η ελληνική στρατιωτική διοίκηση επιδίωκε να εκμεταλλευτεί τις επιτυχίες της και να προωθήσει τις δυνάμεις της προς νέες στρατηγικές θέσεις.
Στον παραλιακό τομέα, ένας από τους σημαντικότερους στόχους ήταν η Χειμάρρα, μια πόλη με ιδιαίτερη γεωγραφική και ιστορική σημασία, ανάμεσα στους Αγίους Σαράντα και στον Αυλώνα.
Η περιοχή προστατευόταν από τους ορεινούς όγκους των Ακροκεραυνίων. Οι απότομες πλαγιές, οι στενές διαβάσεις και το περιορισμένο οδικό δίκτυο προσέφεραν σημαντικά πλεονεκτήματα στους αμυνόμενους.
Η κατάληψη της Χειμάρρας, επομένως, δεν μπορούσε να επιτευχθεί με μια απλή προέλαση κατά μήκος της παραλιακής οδού.
Προϋπέθετε την εξουδετέρωση των ιταλικών θέσεων που έλεγχαν τις ορεινές προσβάσεις και απειλούσαν τα πλευρά των ελληνικών δυνάμεων.
Το σχέδιο του Α΄ Σώματος Στρατού
Η ελληνική διοίκηση σχεδίαζε ευρύτερες επιχειρήσεις με στόχο τη βελτίωση των θέσεών της στον δυτικό τομέα.
Το Α΄ Σώμα Στρατού επιδίωκε αφενός να προωθηθεί προς το Τεπελένι και να απειλήσει τη συγκοινωνιακή σύνδεσή του με τον Αυλώνα και αφετέρου να ανοίξει την πρόσβαση στην κοιλάδα του ποταμού Σιουσίτσα.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΙΙΙ Μεραρχία ανέλαβε επιχειρήσεις στον παραλιακό και ορεινό τομέα της Χειμάρρας.
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε το Απόσπασμα του συνταγματάρχη Θρασύβουλου Τσακαλώτου, με πυρήνα το 40ό Σύνταγμα Ευζώνων και τμήματα άλλων μονάδων.
Η αποστολή του ήταν εξαιρετικά δύσκολη.
Οι ελληνικές δυνάμεις έπρεπε να καταλάβουν ισχυρά οργανωμένες ιταλικές θέσεις, να εξασφαλίσουν τον αυχένα Κούτσι και να ανοίξουν τον δρόμο για την περαιτέρω προέλαση.
Οι Ιταλοί είχαν οργανώσει αμυντικές τοποθεσίες στα υψώματα Μάλι Ιτέρας, Μάλι ε Τζόρετ και Παπαθιά, χρησιμοποιώντας χαρακώματα, συρματοπλέγματα και θέσεις πολυβόλων και όλμων.
15–17 Δεκεμβρίου Οι πρώτες σκληρές συγκρούσεις
Οι ελληνικές επιθετικές ενέργειες άρχισαν στις 15 Δεκεμβρίου.
Το 12ο Σύνταγμα Πεζικού επιχείρησε να καταλάβει σημαντικά υψώματα στην περιοχή του Κιπαρού, ενώ το Απόσπασμα Τσακαλώτου κινήθηκε προς τις ορεινές θέσεις που κάλυπταν τον αυχένα Κούτσι.
Η ιταλική αντίσταση ήταν ισχυρή.
Οι αμυνόμενοι αξιοποιούσαν τις οργανωμένες θέσεις τους και το δύσβατο έδαφος, υποχρεώνοντας τις ελληνικές μονάδες να επιχειρούν κάτω από συνεχή πίεση.
Οι καιρικές συνθήκες επιδείνωναν την κατάσταση. Η χιονοθύελλα και η πυκνή ομίχλη δυσκόλευαν την παρατήρηση και περιόριζαν τη δυνατότητα υποστήριξης του πεζικού από το πυροβολικό.
Σε ορισμένες ορεινές περιοχές, το χιόνι έφτανε σε ύψος από 80 εκατοστά έως και 1,20 μέτρα.
Οι ελληνικές μονάδες έπρεπε να κινούνται μέσα σε βαθύ χιόνι, να ανεβαίνουν απότομες πλαγιές και να πλησιάζουν εχθρικές θέσεις προστατευμένες με συρματοπλέγματα.
Οι απώλειες ήταν σημαντικές.
Κατά τις επιχειρήσεις της 15ης έως 17ης Δεκεμβρίου, το 12ο Σύνταγμα είχε 4 αξιωματικούς και 49 οπλίτες νεκρούς, καθώς και 13 αξιωματικούς και 301 οπλίτες τραυματίες.
Οι αριθμοί αυτοί αποκαλύπτουν το πραγματικό κόστος των συγκρούσεων που προηγήθηκαν της κατάληψης της Χειμάρρας.
Η απόφαση του Τσακαλώτου
Η ελληνική διοίκηση είχε διαπιστώσει ότι το ύψωμα Παπαθιά αποτελούσε σοβαρή απειλή για τα πλευρά των ΙΙΙ και IV Μεραρχιών.
Η κατάληψή του ήταν απαραίτητη για τη συνέχιση της προέλασης.
Αρχικά εξετάστηκε η δυνατότητα υπερκέρασης της ιταλικής θέσης. Όμως το δύσβατο έδαφος, το βαθύ χιόνι και η εχθρική αντίσταση καθιστούσαν την προσπάθεια εξαιρετικά δύσκολη.
Ο συνταγματάρχης Θρασύβουλος Τσακαλώτος αποφάσισε να επιδιώξει την κατάληψη της τοποθεσίας μέσω του αυχένα Κούτσι.
Στις 17 Δεκεμβρίου, τα ελληνικά τμήματα πλησίασαν τις οργανωμένες ιταλικές θέσεις, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωπα με ισχυρά πυρά.
Η μη πραγματοποίηση της προβλεπόμενης πλευρικής ενέργειας από γειτονικές δυνάμεις δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση για το Απόσπασμα Τσακαλώτου, το οποίο δέχθηκε πυρά από περισσότερες κατευθύνσεις.
Η ελληνική διοίκηση αναγκάστηκε να αναπροσαρμόσει τον σχεδιασμό της.
Αντί μιας νέας μετωπικής προσπάθειας υπό τις ίδιες συνθήκες, επιλέχθηκε μια αιφνιδιαστική νυχτερινή ενέργεια.
Η νυχτερινή επίθεση της 19ης προς 20ή Δεκεμβρίου
Τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις πραγματοποίησαν την αποφασιστική τους επίθεση.
Επίλεκτοι άνδρες του ΙΙ/40 Τάγματος, υπό τον λοχαγό Δημήτριο Κουρκουμπά, ανέλαβαν να κινηθούν από δύσβατες πλαγιές προς τις ιταλικές θέσεις, με σκοπό να απασχολήσουν τον αντίπαλο και να διευκολύνουν την κύρια ενέργεια.
Η επιχείρηση απαιτούσε ιδιαίτερη τόλμη και προσεκτικό συντονισμό.
Οι στρατιώτες κινήθηκαν μέσα στο σκοτάδι, σε παγωμένο ορεινό έδαφος, προσπαθώντας να πλησιάσουν τις εχθρικές θέσεις χωρίς να γίνουν έγκαιρα αντιληπτοί.
Η αιφνιδιαστική ενέργεια συνέβαλε στην επιτυχία της ελληνικής επίθεσης.
Ο αυχένας Κούτσι περιήλθε στον ελληνικό έλεγχο.
Κατά τις συγκρούσεις συνελήφθησαν περίπου 200 Ιταλοί αιχμάλωτοι, μεταξύ των οποίων και ο διοικητής της τοπικής άμυνας, ενώ καταλήφθηκαν πυροβόλα και σημαντικό πολεμικό υλικό.
Η επιτυχία είχε αποφασιστική σημασία.
Με τον έλεγχο του αυχένα, οι ελληνικές δυνάμεις μπορούσαν πλέον να απειλήσουν τις γραμμές υποχώρησης των ιταλικών τμημάτων που εξακολουθούσαν να κατέχουν γειτονικά υψώματα.
21–22 Δεκεμβρίου — Η παράδοση του 141ου Τάγματος Μελανοχιτώνων
Στις 21 Δεκεμβρίου, το Απόσπασμα Τσακαλώτου συνέχισε τις επιχειρήσεις για την εξουδετέρωση των ιταλικών θέσεων στην Παπαθιά και στο Μάλι Ιτέρας.
Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ήδη δημιουργήσει σοβαρό κίνδυνο απομόνωσης των αμυνόμενων.
Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, ο Τσακαλώτος απέστειλε στον Ιταλό διοικητή του υψώματος Παπαθιά σημείωμα γραμμένο στη γαλλική γλώσσα, με το οποίο τον καλούσε να παραδοθεί.
Η ελληνική διοίκηση επισήμανε ότι η θέση του ιταλικού τμήματος είχε καταστεί εξαιρετικά δυσχερής, καθώς η ελληνική προέλαση είχε απειλήσει τις δυνατότητες υποχώρησής του.
Στις 22 Δεκεμβρίου, το 141ο Τάγμα Μελανοχιτώνων, με δύναμη 29 αξιωματικών και 677 οπλιτών, παραδόθηκε στις ελληνικές δυνάμεις, επισφραγίζοντας την επιτυχία των επιχειρήσεων στον αυχένα Κούτσι.
Η παράδοση ενός ολόκληρου οργανωμένου ιταλικού τάγματος αποτέλεσε σημαντική στρατιωτική επιτυχία.
Δεν σήμαινε μόνο την εξουδετέρωση μιας εχθρικής μονάδας. Επιβεβαίωνε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν καταφέρει να διασπάσουν την αμυντική συνοχή του αντιπάλου στην περιοχή.
Ο δρόμος προς τη Χειμάρρα ήταν πλέον ανοιχτός.
22 Δεκεμβρίου — Η κατάληψη της Χειμάρρας
Την αυγή της 22ας Δεκεμβρίου 1940, οι ελληνικές δυνάμεις εισήλθαν στη Χειμάρρα.
Η πόλη είχε εγκαταλειφθεί από τις ιταλικές δυνάμεις, οι οποίες υποχωρούσαν προς βορειότερες θέσεις.
Η είσοδος του ελληνικού στρατού συνοδεύτηκε από εκδηλώσεις ενθουσιασμού του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής.
Η κατάληψη της Χειμάρρας είχε ιδιαίτερη στρατιωτική σημασία, καθώς βελτίωνε τις ελληνικές θέσεις στον παραλιακό τομέα και διευκόλυνε την περαιτέρω προώθηση προς τις προσβάσεις του Αυλώνα.
Δεν σήμαινε, ωστόσο, ότι ο Αυλώνας είχε καταληφθεί ή ότι οι ιταλικές δυνάμεις είχαν αποκοπεί από τα σημαντικά λιμάνια ανεφοδιασμού τους.
Η ιταλική διοίκηση εξακολουθούσε να διαθέτει σημαντικές δυνάμεις και δυνατότητες ενίσχυσης του μετώπου.
Η ελληνική επιτυχία ήταν μεγάλη, αλλά ο πόλεμος παρέμενε ανοιχτός.
«ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΚΑΤΕΛΗΦΘΗ»
Η σημασία της επιτυχίας αποτυπώθηκε και στα επίσημα ελληνικά πολεμικά ανακοινωθέντα.
Στο υπ' αριθμόν 58 ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου, που δημοσιεύθηκε στον Τύπο, η κατάληψη της Χειμάρρας αναγγελλόταν με δύο μόνο λέξεις:
«ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΚΑΤΕΛΗΦΘΗ».
Το ανακοινωθέν γνωστοποιούσε επίσης την παράδοση του 141ου Τάγματος Μελανοχιτώνων και τη σύλληψη άλλων Ιταλών αιχμαλώτων.
Η λιτή αυτή διατύπωση αποτύπωνε μια νέα σημαντική επιτυχία, σχεδόν δύο μήνες μετά την έναρξη της ιταλικής εισβολής.
Η αντίδραση του Μουσολίνι
Η απώλεια της Χειμάρρας προκάλεσε νέα ανησυχία στην ιταλική ηγεσία.
Στις 24 Δεκεμβρίου 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι απέστειλε τηλεγράφημα στον στρατηγό Ούγκο Καβαλέρο, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για την ήττα της μεραρχίας «Σιένα» και την απώλεια της πόλης.
Η αντίδρασή του αποτύπωνε το μέγεθος της απογοήτευσης που επικρατούσε στα ανώτατα κλιμάκια της φασιστικής ηγεσίας.
Η εκστρατεία που είχε σχεδιαστεί ως σύντομη επίδειξη ιταλικής ισχύος είχε μετατραπεί σε μια παρατεταμένη και αιματηρή αναμέτρηση.
Οι ελληνικές επιτυχίες δεν είχαν μόνο στρατιωτικό αντίκτυπο. Επηρέαζαν το ηθικό των αντιπάλων, το κύρος της ιταλικής ηγεσίας και τις εκτιμήσεις για τη συνέχιση του πολέμου.
Η απώλεια της Χειμάρρας αποτελούσε μία ακόμη υπενθύμιση ότι η ιταλική διοίκηση δεν είχε κατορθώσει να ανακτήσει την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων.
Η σημασία της μάχης
Η μάχη της Χειμάρρας αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες ελληνικές επιτυχίες του Δεκεμβρίου 1940.
Ανέδειξε την ικανότητα των ελληνικών μονάδων να επιχειρούν σε εξαιρετικά δύσβατο ορεινό έδαφος, κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες και απέναντι σε οργανωμένες αμυντικές θέσεις.
Η επιτυχία δεν προέκυψε από μια απλή μετωπική επίθεση.
Ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών επιχειρήσεων, αναπροσαρμογής του σχεδιασμού, αιφνιδιαστικών ενεργειών και αποτελεσματικής εκμετάλλευσης των εδαφικών επιτυχιών.
Ο ρόλος του συνταγματάρχη Θρασύβουλου Τσακαλώτου και των ανδρών του υπήρξε καθοριστικός, όπως σημαντική ήταν και η συμβολή των υπόλοιπων μονάδων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις.
Οι ελληνικές απώλειες υπενθύμιζαν ότι κάθε νέα επιτυχία είχε σημαντικό ανθρώπινο τίμημα.
Η κατάληψη της Χειμάρρας άνοιξε νέες δυνατότητες για τον ελληνικό στρατό, αλλά δεν οδήγησε στην κατάρρευση της ιταλικής άμυνας.
Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν και μετά τις 22 Δεκεμβρίου.
Ωστόσο, καθώς το 1940 πλησίαζε στο τέλος του, το χιόνι, το ψύχος, η εξάντληση των στρατιωτών και οι δυσκολίες ανεφοδιασμού περιόριζαν ολοένα περισσότερο τις δυνατότητες νέων μεγάλων επιθετικών ενεργειών.
Η ελληνική προέλαση είχε φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή. Ο επόμενος αντίπαλος δεν ήταν μόνο ο ιταλικός στρατός, αλλά και ο βαρύς χειμώνας των αλβανικών βουνών.
Οι τελευταίες ημέρες του 1940 — Ο πόλεμος στα χιονισμένα βουνά
Μετά τη Χειμάρρα — Η προέλαση συνεχίζεται
Η κατάληψη της Χειμάρρας στις 22 Δεκεμβρίου 1940 αποτέλεσε μία από τις τελευταίες σημαντικές ελληνικές επιτυχίες της χρονιάς.
Η ιταλική εισβολή, που είχε αρχίσει στις 28 Οκτωβρίου με στόχο τη γρήγορη κατάληψη ελληνικών εδαφών, είχε αποτύχει. Οι ελληνικές δυνάμεις όχι μόνο είχαν διατηρήσει τις βασικές αμυντικές τους θέσεις, αλλά είχαν περάσει στην αντεπίθεση, καταλαμβάνοντας σημαντικές πόλεις και ορεινές τοποθεσίες στη νότια Αλβανία.
Ωστόσο, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία γνώριζε ότι οι επιτυχίες αυτές δεν εξασφάλιζαν την οριστική ήττα του αντιπάλου.
Ο ιταλικός στρατός εξακολουθούσε να διαθέτει σημαντικές δυνάμεις, πυροβολικό και αεροπορική υποστήριξη. Παράλληλα, η ιταλική διοίκηση προωθούσε ενισχύσεις μέσω των αλβανικών λιμανιών, επιδιώκοντας να ανασυγκροτήσει τις μονάδες της και να οργανώσει ισχυρότερες αμυντικές θέσεις.
Στον δυτικό τομέα, οι ελληνικές δυνάμεις συνέχισαν τις προσπάθειες προώθησης προς τις ορεινές προσβάσεις του Αυλώνα και την περιοχή του Τεπελενίου.
Στον κεντρικό τομέα, οι επιχειρήσεις αποσκοπούσαν στη βελτίωση των ελληνικών θέσεων και στη δημιουργία ευνοϊκότερων προϋποθέσεων για τη συνέχιση της επίθεσης.
Η ελληνική προέλαση, όμως, δεν μπορούσε πλέον να διατηρήσει τον ρυθμό των προηγούμενων εβδομάδων.
Ο χειμώνας γίνεται ένας ακόμη αντίπαλος
![]() |
| «Έλληνες στρατιώτες εφορμούν με εφ' όπλου λόγχη εναντίον χιονοσκεπών ιταλικών θέσεων, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941. Πηγή: Φωτογραφικό Αρχείο Πολεμικού Μουσείου.» |
Στα τέλη Δεκεμβρίου, οι συνθήκες στα βουνά της νότιας Αλβανίας είχαν γίνει εξαιρετικά δύσκολες.
Οι έντονες χιονοπτώσεις κάλυπταν τις ορεινές διαβάσεις, ενώ ο παγετός καθιστούσε επικίνδυνη ακόμη και τη μετακίνηση μικρών τμημάτων.
Οι στρατιώτες περνούσαν πολλές ώρες και συχνά ολόκληρες ημέρες εκτεθειμένοι στο ψύχος, μέσα σε πρόχειρα καταλύματα, χαρακώματα ή θέσεις που δεν προσέφεραν επαρκή προστασία.
Τα βρεγμένα ρούχα και υποδήματα, η δυσκολία εξασφάλισης ζεστού φαγητού και η παρατεταμένη έκθεση στο χιόνι δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα υγείας.
Τα κρυοπαγήματα αποτελούσαν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατιώτες έπρεπε να απομακρυνθούν από τις μονάδες τους χωρίς να έχουν τραυματιστεί από εχθρικά πυρά, επειδή τα άκρα τους είχαν υποστεί σοβαρές βλάβες από το ψύχος.
Οι υγειονομικές υπηρεσίες προσπαθούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες, αλλά η μεταφορά ασθενών και τραυματιών από τις προωθημένες θέσεις ήταν συχνά εξαιρετικά δύσκολη.
Ο πόλεμος δεν διεξαγόταν πλέον μόνο με όπλα και πυροβολικό.
Διεξαγόταν και με την καθημερινή προσπάθεια των στρατιωτών να επιβιώσουν μέσα σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό φυσικό περιβάλλον.
Ο ανεφοδιασμός — Η αθέατη μάχη του μετώπου
![]() |
| «Τραυματίας Έλληνας στρατιώτης μεταφέρεται με υποζύγιο από ορεινή περιοχή του μετώπου, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941. Πηγή: Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.» |
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του ελληνικού στρατού ήταν η επιμήκυνση των γραμμών ανεφοδιασμού.
Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οι ελληνικές μονάδες αμύνονταν σε θέσεις σχετικά κοντά στις οργανωμένες βάσεις υποστήριξής τους.
Μετά την αντεπίθεση του Νοεμβρίου και την προέλαση του Δεκεμβρίου, οι ίδιες δυνάμεις βρίσκονταν πλέον σε σημαντική απόσταση από τα αρχικά σημεία συγκέντρωσης εφοδίων.
Οι διαθέσιμοι δρόμοι ήταν περιορισμένοι και σε πολλές περιπτώσεις ακατάλληλοι για τη συστηματική κίνηση μηχανοκίνητων οχημάτων.
Η λάσπη, το χιόνι και οι καταστροφές γεφυρών δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο τις μεταφορές.
Για τον λόγο αυτό, ο ανεφοδιασμός εξακολουθούσε να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα μεταγωγικά ζώα.
![]() |
| «Ελληνική εφοδιοπομπή μεταφέρει πυρομαχικά με υποζύγια μέσα σε χιονοθύελλα, διασχίζοντας δύσβατα ορεινά μονοπάτια κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941. Πηγή: ΓΕΣ – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, φωτογραφία αρ. 145.» |
Μουλάρια και άλογα μετέφεραν πυρομαχικά, τρόφιμα, υγειονομικό υλικό και άλλα απαραίτητα εφόδια προς τις προωθημένες μονάδες.
Σε ορισμένες περιοχές, η μεταφορά γινόταν ακόμη και με τα χέρια, μέσα από στενά μονοπάτια και απότομες πλαγιές.
Η διατήρηση της μαχητικής ικανότητας των μονάδων εξαρτιόταν όχι μόνο από τη γενναιότητα των στρατιωτών, αλλά και από τη δυνατότητα να φτάσουν εγκαίρως στις θέσεις τους τα απαραίτητα εφόδια.
Κάθε καθυστέρηση μπορούσε να επηρεάσει την εξέλιξη μιας επιχείρησης.
Η ιταλική άμυνα ενισχύεται
Την ίδια περίοδο, η ιταλική διοίκηση προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των προηγούμενων ηττών.
Οι διαδοχικές υποχωρήσεις είχαν επιβαρύνει το ηθικό και την επιχειρησιακή συνοχή αρκετών μονάδων. Ωστόσο, ο ιταλικός στρατός δεν είχε καταρρεύσει.
Νέες δυνάμεις μεταφέρονταν στην Αλβανία, ενώ οι υπάρχοντες σχηματισμοί αναδιοργανώνονταν και επιχειρούσαν να δημιουργήσουν ισχυρότερες αμυντικές γραμμές.
Οι ορεινές θέσεις προσέφεραν σημαντικά πλεονεκτήματα στους αμυνόμενους.
Οι ελληνικές μονάδες, για να συνεχίσουν την προέλασή τους, έπρεπε να καταλαμβάνουν διαδοχικά υψώματα και να εξουδετερώνουν θέσεις αντίστασης, συχνά χωρίς επαρκή δυνατότητα ανάπτυξης πυροβολικού και μεταφορικών μέσων.
Η ιταλική διοίκηση επιδίωκε να κερδίσει χρόνο.
Κάθε ημέρα που περνούσε επέτρεπε την άφιξη νέων ενισχύσεων, τη βελτίωση της αμυντικής οργάνωσης και τη συγκέντρωση εφοδίων για τη συνέχιση του πολέμου.
Η σύγκρουση αποκτούσε πλέον χαρακτηριστικά παρατεταμένου αγώνα φθοράς.
Οι επιχειρήσεις προς το Τεπελένι
Ένας από τους σημαντικότερους στόχους της ελληνικής διοίκησης ήταν η περιοχή του Τεπελενίου.
Η πόλη βρισκόταν σε στρατηγική θέση, κοντά στη συμβολή σημαντικών συγκοινωνιακών αξόνων και ορεινών προσβάσεων.
Η κατάληψή της θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά την ελληνική θέση στον δυτικό τομέα και να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στις ιταλικές δυνάμεις.
Οι ελληνικές μονάδες συνέχισαν τις επιχειρήσεις στα γύρω υψώματα και στις ορεινές περιοχές που κάλυπταν τις προσβάσεις προς την πόλη.
Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και η προέλαση αργή.
Η ιταλική άμυνα είχε ενισχυθεί, ενώ οι δύσκολες καιρικές συνθήκες περιόριζαν τις δυνατότητες των επιτιθέμενων.
Παρά τις ελληνικές προσπάθειες, το Τεπελένι δεν καταλήφθηκε μέχρι το τέλος του 1940.
Η περιοχή θα εξακολουθούσε να αποτελεί σημαντικό πεδίο συγκρούσεων και κατά τους επόμενους μήνες.
Οι τελευταίες συγκρούσεις του Δεκεμβρίου
Κατά την τελευταία εβδομάδα του Δεκεμβρίου, οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν σε διάφορους τομείς του μετώπου.
Οι ελληνικές δυνάμεις επιχειρούσαν να βελτιώσουν τις θέσεις τους, να καταλάβουν σημαντικά υψώματα και να δημιουργήσουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για μελλοντικές επιθετικές ενέργειες.
Στον δυτικό τομέα, οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε ορεινές περιοχές νότια του Τεπελενίου, ενώ πραγματοποιήθηκαν τοπικές επιχειρήσεις για την εξασφάλιση των προσβάσεων προς τις ιταλικές αμυντικές θέσεις.
Οι Ιταλοί αντιστέκονταν με επιμονή, αξιοποιώντας το δύσβατο έδαφος και τις ενισχύσεις που είχαν αρχίσει να φτάνουν.
Η ελληνική διοίκηση, από την πλευρά της, έπρεπε να σταθμίζει προσεκτικά το κόστος κάθε νέας επιθετικής ενέργειας.
Οι μονάδες είχαν ήδη καταπονηθεί από τις συνεχείς συγκρούσεις του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου.
Οι απώλειες, η έλλειψη ανάπαυσης, οι δυσκολίες μεταφορών και οι καιρικές συνθήκες περιόριζαν τις δυνατότητες ανάληψης νέων επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας.
Η προέλαση δεν είχε σταματήσει ολοκληρωτικά, αλλά είχε επιβραδυνθεί αισθητά.
31 Δεκεμβρίου 1940 — Ένας πόλεμος που δεν είχε τελειώσει
Την τελευταία ημέρα του 1940, η εικόνα του ελληνοϊταλικού μετώπου ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη της 28ης Οκτωβρίου.
Ο ελληνικός στρατός είχε αποκρούσει την εισβολή και είχε μεταφέρει τον πόλεμο στο αλβανικό έδαφος.
Η Κορυτσά, η Μοσχόπολη, το Πόγραδετς, η Πρεμετή, οι Άγιοι Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και η Χειμάρρα βρίσκονταν πλέον υπό ελληνικό έλεγχο.
Οι επιτυχίες αυτές είχαν προκαλέσει διεθνή εντύπωση και είχαν ανατρέψει τις αρχικές προσδοκίες της ιταλικής ηγεσίας.
Ωστόσο, η στρατιωτική πραγματικότητα παρέμενε σύνθετη.
Η Ιταλία δεν είχε εγκαταλείψει τον πόλεμο.
Οι δυνάμεις της εξακολουθούσαν να κατέχουν σημαντικές θέσεις, να ενισχύονται και να προετοιμάζονται για τη συνέχιση των επιχειρήσεων.
Ο ελληνικός στρατός, παρά τις επιτυχίες του, αντιμετώπιζε ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες σε ανθρώπινο δυναμικό, εφόδια και μεταφορές.
Η Κλεισούρα και το Τεπελένι παρέμεναν εκτός ελληνικού ελέγχου.
Η σύγκρουση είχε εισέλθει σε μια νέα φάση, στην οποία η αντοχή, η δυνατότητα ανεφοδιασμού και η διατήρηση της συνοχής των μονάδων θα αποκτούσαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Το 1940 έκλεινε με μια εντυπωσιακή ελληνική στρατιωτική επιτυχία, αλλά χωρίς την οριστική λήξη του πολέμου.
Η Ελλάδα είχε κερδίσει τις πρώτες μεγάλες μάχες. Η τελική έκβαση της αναμέτρησης, όμως, παρέμενε ανοιχτή.
Η ήττα μέσα από τα μάτια των Ιταλών — Από τη βεβαιότητα στην απογοήτευση
Ένας πόλεμος που θεωρούσαν εύκολο
Όταν η Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα, στις 28 Οκτωβρίου 1940, η φασιστική ηγεσία θεωρούσε ότι η στρατιωτική επιχείρηση θα ολοκληρωνόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Οι εκτιμήσεις της ιταλικής διοίκησης στηρίζονταν στην πεποίθηση ότι η αριθμητική και υλική υπεροχή της Ιταλίας, σε συνδυασμό με την αιφνιδιαστική εισβολή, θα εξασφάλιζε την ταχεία κατάρρευση της ελληνικής αντίστασης.
Η πραγματικότητα του πεδίου της μάχης διέψευσε αυτές τις προσδοκίες.
Οι ελληνικές δυνάμεις όχι μόνο απέκρουσαν τις αρχικές επιθέσεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο, αλλά από τα μέσα Νοεμβρίου πέρασαν στην αντεπίθεση.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο ιταλικός στρατός είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει σημαντικές θέσεις, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις προχωρούσαν στο αλβανικό έδαφος.
Πώς αντιμετώπισαν όμως αυτές τις εξελίξεις οι ίδιοι οι Ιταλοί διοικητές;
Η απάντηση βρίσκεται σε στρατιωτικές αναφορές, υπηρεσιακά έγγραφα και προσωπικές επιστολές που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Τα τεκμήρια αυτά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή αποκαλύπτουν τις εκτιμήσεις της ιταλικής ηγεσίας την ώρα που τα γεγονότα εξελίσσονταν, και όχι μόνο μέσα από τις μεταπολεμικές αφηγήσεις των πρωταγωνιστών.
7 Νοεμβρίου — Οι πρώτες προειδοποιήσεις
Ήδη στις 7 Νοεμβρίου 1940, πριν ακόμη αρχίσει η μεγάλη ελληνική αντεπίθεση, ο Ιταλός συνταγματάρχης Τσιλιάνα (Cigliana) συνέταξε αναφορά προς τον στρατηγό Μάριο Ροάττα.
Στην αναφορά περιέγραφε την κατάσταση στην περιοχή της Κορυτσάς, όπου οι ιταλικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν αυξανόμενη ελληνική πίεση.
Ο Ιταλός αξιωματικός εντόπιζε σοβαρές αδυναμίες στην οργάνωση της άμυνας.
Η ανάμειξη τμημάτων διαφορετικών μεραρχιών, οι δυσκολίες ανεφοδιασμού και η ανάγκη συνεχούς ενίσχυσης απειλούμενων θέσεων δημιουργούσαν προβλήματα στη συνοχή της ιταλικής διάταξης.
Παράλληλα, αναγνώριζε την αποτελεσματικότητα του ελληνικού πυροβολικού και την ποιότητα της αντίστασης που συναντούσαν οι ιταλικές μονάδες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η αναφορά δεν παρουσίαζε τους Ιταλούς στρατιώτες ως απρόθυμους να πολεμήσουν.
Αντίθετα, αναγνώριζε ότι είχαν διεξαγάγει σκληρές συγκρούσεις και ότι το ηθικό τους παρέμενε ακόμη υψηλό.
Το πρόβλημα δεν βρισκόταν απλώς στην αντοχή των στρατιωτών.
Βρισκόταν και στον σχεδιασμό, στην οργάνωση των μονάδων, στις συγκοινωνίες και στην υποτίμηση της αντίστασης που θα αντιμετώπιζαν.
Ο “στρατιωτικός περίπατος” που δεν πραγματοποιήθηκε
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά ιταλικά έγγραφα συντάχθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1940.
Ο στρατηγός Ουμπάλντο Σοντού, διοικητής των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, απευθύνθηκε στους ανώτερους διοικητές του, επιχειρώντας να εξηγήσει τα αίτια της δυσμενούς εξέλιξης των επιχειρήσεων.
Στο έγγραφό του αναγνώριζε ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει μέσα σε μια γενικευμένη πεποίθηση πως ο ελληνικός στρατός δεν διέθετε σοβαρές στρατιωτικές ικανότητες.
Αυτή η αντίληψη είχε δημιουργήσει, όπως χαρακτηριστικά έγραφε, μια ατμόσφαιρα «στρατιωτικού περιπάτου» — passeggiata militare.
Η έκφραση είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.
Δεν περιγράφει μόνο την αισιοδοξία της ιταλικής ηγεσίας. Φανερώνει ότι η αρχική υποτίμηση του αντιπάλου είχε επηρεάσει την προετοιμασία και τις προσδοκίες των μονάδων.
Όταν οι Ιταλοί διαπίστωσαν ότι αντιμετώπιζαν οργανωμένη και αποφασιστική αντίσταση, η αρχική βεβαιότητα μετατράπηκε σε απογοήτευση.
Ο Σοντού προχωρούσε μάλιστα σε μια δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα διαπίστωση.
Κατά την εκτίμησή του, μετά την αρχική υποτίμηση του ελληνικού στρατού, οι Ιταλοί είχαν περάσει στο αντίθετο άκρο: άρχισαν να υπερεκτιμούν τις δυνατότητές του.
Η παρατήρηση αυτή αποκαλύπτει πόσο βαθιά είχε επηρεαστεί η ψυχολογία της ιταλικής διοίκησης από τις απροσδόκητες εξελίξεις.
28 Νοεμβρίου — «Οι Έλληνες μάς καταδιώκουν»
Μία ημέρα αργότερα, στις 28 Νοεμβρίου, ο Σοντού απηύθυνε προσωπική επιστολή στον στρατηγό Κάρλο Τζελόζο, διοικητή της 11ης Ιταλικής Στρατιάς.
Το περιεχόμενό της ήταν ακόμη πιο ανησυχητικό.
Ο Σοντού περιέγραφε την υποχώρηση των ιταλικών δυνάμεων και την πίεση που ασκούσαν οι ελληνικές μονάδες.
Με μια χαρακτηριστική διατύπωση, παραδεχόταν ότι οι Ιταλοί συνέχιζαν να συμπτύσσονται, με τους Έλληνες να τους ακολουθούν κατά πόδας.
Η επιστολή δεν περιοριζόταν στην περιγραφή των δυσκολιών.
Ο Ιταλός διοικητής τόνιζε την ανάγκη να διατηρηθούν οι νέες αμυντικές θέσεις, επειδή αυτές προστάτευαν τις συγκοινωνίες και τα λιμάνια από τα οποία εξαρτιόταν ο ανεφοδιασμός του στρατού.
Η ανησυχία του είχε σαφή στρατηγική βάση.
Η απώλεια σημαντικών οδικών αξόνων ή η απειλή εναντίον των αλβανικών λιμανιών θα μπορούσε να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο τη θέση των ιταλικών δυνάμεων.
Η υποχώρηση, επομένως, δεν αποτελούσε μόνο ζήτημα απώλειας εδαφών.
Απειλούσε τη συνολική δυνατότητα συνέχισης των επιχειρήσεων.
Η κρίση φτάνει στη Ρώμη
Οι διαδοχικές αποτυχίες προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην ιταλική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.
Ο αρχικός διοικητής της εισβολής, Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, είχε ήδη αντικατασταθεί.
Στις αρχές Δεκεμβρίου ακολούθησε η αποχώρηση του στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο από τη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου.
Η κρίση δεν περιοριζόταν πλέον στους διοικητές του μετώπου.
Η ίδια η φασιστική ηγεσία αναγκαζόταν να αναθεωρήσει τις αρχικές εκτιμήσεις της για τη διάρκεια και τις απαιτήσεις του πολέμου.
Ο Μουσολίνι είχε διακηρύξει δημόσια, στις 18 Νοεμβρίου, ότι η Ιταλία θα συνέτριβε την ελληνική αντίσταση.
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, οι ελληνικές δυνάμεις καταλάμβαναν την Κορυτσά.
Η απόσταση ανάμεσα στις δημόσιες διακηρύξεις και στις στρατιωτικές εξελίξεις γινόταν ολοένα μεγαλύτερη.
Η ιταλική διοίκηση αναζητούσε ενισχύσεις, πρόσθετο πολεμικό υλικό και τρόπους ανασυγκρότησης των μονάδων της.
Στα υπηρεσιακά έγγραφα της περιόδου καταγράφονται επίσης αιτήματα προς τη Γερμανία για την παροχή αναγκαίων μέσων και υλικών.
Οι κινήσεις αυτές φανερώνουν ότι η Ιταλία αντιμετώπιζε πλέον έναν πόλεμο πολύ πιο απαιτητικό από εκείνον που είχε αρχικά σχεδιάσει.
24 Δεκεμβρίου — Η Χειμάρρα προκαλεί νέα οργή
Η κατάληψη της Χειμάρρας από τον ελληνικό στρατό, στις 22 Δεκεμβρίου, προκάλεσε νέα ένταση στη Ρώμη.
Στις 24 Δεκεμβρίου, ο Μουσολίνι απέστειλε τηλεγράφημα στον στρατηγό Ούγκο Καβαλέρο, αναφερόμενος στην ήττα της ιταλικής μεραρχίας «Σιένα» και στην απώλεια της πόλης.
Το τηλεγράφημα αποτύπωνε τη δυσαρέσκεια της ιταλικής ηγεσίας και την αναζήτηση ευθυνών για τη νέα αποτυχία.
Ιδιαίτερη σημασία είχε ότι η απώλεια της Χειμάρρας σημειωνόταν ενώ η Ιταλία προσπαθούσε να σταθεροποιήσει το μέτωπο και να περιορίσει τις συνέπειες των ελληνικών επιτυχιών.
Η φασιστική ηγεσία επιθυμούσε να παρουσιάζει την εκστρατεία ως μια προσωρινή δυσκολία που σύντομα θα ξεπερνιόταν.
Τα γεγονότα, ωστόσο, αποδείκνυαν ότι ο ελληνικός στρατός διατηρούσε ακόμη την ικανότητα να αναλαμβάνει επιτυχείς επιθετικές επιχειρήσεις.
Η Χειμάρρα αποτέλεσε έτσι όχι μόνο μια ελληνική στρατιωτική επιτυχία, αλλά και ένα ακόμη πλήγμα στο κύρος της ιταλικής ηγεσίας.
Οι Ιταλοί στρατιώτες δεν ήταν ένας εύκολος αντίπαλος
Η εξέταση των ιταλικών πηγών οδηγεί και σε ένα συμπέρασμα που συχνά παραβλέπεται.
Η ελληνική νίκη δεν μπορεί να εξηγηθεί με την απλουστευτική αντίληψη ότι οι Ιταλοί στρατιώτες ήταν δειλοί ή απρόθυμοι να πολεμήσουν.
Πολλές ιταλικές μονάδες αντιστάθηκαν με επιμονή, πραγματοποίησαν αντεπιθέσεις και υπέστησαν σοβαρές απώλειες.
Οι μάχες στο Καλπάκι, στην Πίνδο, στη Μόροβα, στο Ιβάν και στα ορεινά περάσματα του Δεκεμβρίου δεν ήταν εύκολες αναμετρήσεις.
Ο ελληνικός στρατός χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλες προσπάθειες και να υποστεί σημαντικές απώλειες για να πετύχει τους αντικειμενικούς του σκοπούς.
Ο ιστορικός Ζαχαρίας Τσιρπανλής, μελετώντας το ηθικό των δύο αντιπάλων, επισημαίνει ακριβώς αυτή τη διάσταση.
Οι Ιταλοί στρατιώτες μπορούσαν να πολεμούν με γενναιότητα και αυτοθυσία. Αυτό δεν αναιρεί τις σοβαρές αδυναμίες του ιταλικού σχεδιασμού ούτε την αποτελεσματικότητα της ελληνικής αντίστασης.
Αντίθετα, αναδεικνύει περισσότερο την πραγματική αξία των ελληνικών επιτυχιών.
Η ελληνική αντεπίθεση δεν επικράτησε απέναντι σε έναν στρατό που απλώς εγκατέλειψε τις θέσεις του.
Επικράτησε μέσα από σκληρές συγκρούσεις, σε εξαιρετικά δύσκολο έδαφος, απέναντι σε μονάδες που σε πολλές περιπτώσεις πολέμησαν αποφασιστικά.
Το τέλος των ψευδαισθήσεων
Στις 31 Δεκεμβρίου 1940, η ιταλική ηγεσία βρισκόταν αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από εκείνη που είχε προβλέψει δύο μήνες νωρίτερα.
Η Ελλάδα δεν είχε καταληφθεί.
Ο ελληνικός στρατός είχε αποκρούσει την εισβολή, είχε αναλάβει την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων και είχε προωθηθεί βαθιά στη νότια Αλβανία.
Οι ιταλικές δυνάμεις είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες και είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν πόλεις και στρατηγικές θέσεις.
Ωστόσο, η Ιταλία εξακολουθούσε να διαθέτει μεγάλους στρατιωτικούς και υλικούς πόρους.
Η ανασυγκρότηση των δυνάμεών της και η άφιξη ενισχύσεων δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση του πολέμου.
Τα ιταλικά έγγραφα της περιόδου αποκαλύπτουν μια πορεία από την υπερβολική αυτοπεποίθηση στην αμφιβολία και από την υποτίμηση του αντιπάλου στην αναγνώριση της στρατιωτικής του αξίας.
Αποτελούν, ταυτόχρονα, μια πολύτιμη υπενθύμιση ότι η ιστορία ενός πολέμου δεν γράφεται μόνο από τα ανακοινωθέντα των νικητών.
Γράφεται και από τις αναφορές εκείνων που αναγκάστηκαν να εξηγήσουν γιατί τα σχέδιά τους απέτυχαν.
Στο τέλος του 1940, η Ιταλία δεν είχε χάσει οριστικά τον πόλεμο. Είχε όμως χάσει τη βεβαιότητα ότι μπορούσε να τον κερδίσει εύκολα.
Από την εισβολή στην αντεπίθεση: Οι εξήντα πέντε ημέρες που ανέτρεψαν τις προβλέψεις
![]() |
| «Έλληνας στρατιώτης δίπλα σε οδική πινακίδα που αναγράφει την απόσταση των 177 χιλιομέτρων από τα Τίρανα, κατά την ελληνική προέλαση στο αλβανικό μέτωπο. Πηγή: Ιστορικό φωτογραφικό λεύκωμα, φωτογραφία αρ. 230.» |
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν τα πρώτα ιταλικά τμήματα πέρασαν τα ελληνοαλβανικά σύνορα, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πολεμική αναμέτρηση που δεν είχε επιλέξει.
Η ιταλική ηγεσία προσδοκούσε μια σύντομη εκστρατεία, η οποία θα οδηγούσε στην κατάληψη της χώρας και στην ενίσχυση της θέσης της φασιστικής Ιταλίας στην ανατολική Μεσόγειο.
Εξήντα πέντε ημέρες αργότερα, στις 31 Δεκεμβρίου 1940, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική.
Ο ελληνικός στρατός είχε αποκρούσει την εισβολή, είχε διατηρήσει τις κρίσιμες αμυντικές του θέσεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο και είχε περάσει σε μια αντεπίθεση που μετέφερε τις επιχειρήσεις στο αλβανικό έδαφος.
Η Κορυτσά, η Μοσχόπολη, το Πόγραδετς, η Πρεμετή, οι Άγιοι Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και η Χειμάρρα βρίσκονταν πλέον υπό ελληνικό έλεγχο.
Οι εξελίξεις αυτές είχαν διαψεύσει τις αρχικές ιταλικές προβλέψεις και είχαν προκαλέσει διεθνή εντύπωση.
Μια επιτυχία που δεν ήταν αυτονόητη
Η ελληνική επιτυχία δεν υπήρξε αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα.
Στηρίχθηκε στην προπολεμική προετοιμασία, στην επιστράτευση, στην οργάνωση της άμυνας και στις αποφάσεις της στρατιωτικής ηγεσίας.
Στηρίχθηκε επίσης στην αντοχή των στρατιωτών, στην αποτελεσματικότητα των μονάδων που πολέμησαν σε δύσκολες συνθήκες και στην προσπάθεια όσων εξασφάλιζαν καθημερινά τον ανεφοδιασμό του μετώπου.
Στο Καλπάκι, οι ελληνικές δυνάμεις απέτρεψαν τη διάσπαση της βασικής αμυντικής τοποθεσίας της Ηπείρου.
Στην Πίνδο, η επικίνδυνη διείσδυση της ιταλικής μεραρχίας «Τζούλια» αποκρούστηκε ύστερα από σκληρές συγκρούσεις και την έγκαιρη επέμβαση ελληνικών ενισχύσεων.
Στη Μόροβα και στο Ιβάν, ο ελληνικός στρατός απέδειξε ότι μπορούσε να αναλάβει οργανωμένες επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον ισχυρών ορεινών θέσεων.
Η κατάληψη της Κορυτσάς στις 22 Νοεμβρίου αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο επιστέγασμα της ελληνικής αντεπίθεσης..
Τον Δεκέμβριο, η προέλαση συνεχίστηκε προς την Πρεμετή, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και τη Χειμάρρα.
Κάθε επιτυχία, ωστόσο, είχε το δικό της τίμημα.
Πίσω από τις ημερομηνίες και τα ονόματα των πόλεων βρίσκονταν νεκροί, τραυματίες, στρατιώτες εξαντλημένοι από τις συνεχείς πορείες και άνθρωποι που δοκιμάζονταν καθημερινά από το κρύο, την πείνα και τις κακουχίες.
Η ιστορία των επιχειρήσεων δεν μπορεί να περιοριστεί στις μετακινήσεις των στρατιωτικών σχηματισμών επάνω σε έναν χάρτη.
Είναι και η ιστορία εκείνων που κλήθηκαν να πολεμήσουν, να μεταφέρουν εφόδια, να περιθάλψουν τραυματίες και να διατηρήσουν ζωντανή τη λειτουργία ενός ολόκληρου στρατού.
Η σημασία της ελληνικής αντίστασης
Η αποτυχία της ιταλικής εισβολής είχε σημασία που ξεπερνούσε τα όρια του ελληνοϊταλικού μετώπου.
Σε μια Ευρώπη όπου οι δυνάμεις του Άξονα είχαν σημειώσει διαδοχικές στρατιωτικές επιτυχίες, η ελληνική αντίσταση απέδειξε ότι οι επιθετικοί σχεδιασμοί τους δεν ήταν αδύνατο να ανατραπούν.
Η ελληνική αντεπίθεση προσέλκυσε το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου και ενίσχυσε το κύρος της χώρας στο εξωτερικό.
Παράλληλα, η Ιταλία υποχρεώθηκε να διαθέσει πρόσθετες δυνάμεις και πολεμικό υλικό σε μια εκστρατεία που είχε σχεδιαστεί με εντελώς διαφορετικές προσδοκίες.
Η αποτυχία της δεν οφειλόταν μόνο στις αδυναμίες του ιταλικού σχεδιασμού.
Οφειλόταν και στην ικανότητα του ελληνικού στρατού να αξιοποιήσει το έδαφος, να οργανώσει την άμυνά του και, όταν δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες, να αναλάβει την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων.
Αυτό ακριβώς αναδεικνύει τη στρατιωτική σημασία των γεγονότων του 1940.
Ένας πόλεμος που συνεχιζόταν
Παρά τις ελληνικές επιτυχίες, στις 31 Δεκεμβρίου 1940 δεν είχε επιτευχθεί οριστική νίκη.
Η Ιταλία εξακολουθούσε να διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και δυνατότητες ενίσχυσης του μετώπου.
Οι ελληνικές μονάδες είχαν καταπονηθεί από δύο μήνες συνεχών επιχειρήσεων, ενώ ο χειμώνας και οι δυσκολίες ανεφοδιασμού περιόριζαν ολοένα περισσότερο τις δυνατότητες προέλασης.
Το Τεπελένι παρέμενε υπό ιταλικό έλεγχο, όπως και η Κλεισούρα, η οποία θα καταλαμβανόταν από τον ελληνικό στρατό στις 10 Ιανουαρίου 1941.
Οι επιχειρήσεις θα συνεχίζονταν μέσα στον βαρύ χειμώνα.
Τον Μάρτιο του 1941, η Ιταλία θα επιχειρούσε να ανατρέψει την κατάσταση με νέα μεγάλη επίθεση, γνωστή ως Εαρινή Επίθεση, η οποία επίσης δεν θα πετύχαινε τους αντικειμενικούς της σκοπούς.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1941, η γερμανική εισβολή θα δημιουργούσε μια εντελώς διαφορετική στρατηγική κατάσταση για την Ελλάδα.
Αυτά, όμως, ανήκουν στο επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας.
Η παρακαταθήκη του 1940
Από την 28η Οκτωβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου 1940, η Ελλάδα πέτυχε κάτι που στην αρχή της αναμέτρησης δεν μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένο.
Αντιμετώπισε την εισβολή μιας στρατιωτικά ισχυρότερης χώρας, απέκρουσε τις αρχικές επιθέσεις και πραγματοποίησε μια επιτυχημένη αντεπίθεση σε εξαιρετικά δύσκολο ορεινό περιβάλλον.
Η επιτυχία αυτή δεν υπήρξε χωρίς λάθη, δυσκολίες ή απώλειες.
Δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της αποφασιστικότητας, ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε έναν διοικητή, σε μία μονάδα ή σε μία μάχη.
Ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής προσπάθειας, στην οποία συμμετείχαν η στρατιωτική ηγεσία, οι αξιωματικοί, οι οπλίτες, οι υπηρεσίες υποστήριξης και ο άμαχος πληθυσμός.
Το τέλος του 1940 βρήκε τον ελληνικό στρατό στα βουνά της νότιας Αλβανίας, αντιμέτωπο με έναν αντίπαλο που εξακολουθούσε να πολεμά και με έναν χειμώνα που δοκίμαζε καθημερινά τις αντοχές του.
Η τελική έκβαση του πολέμου παρέμενε αβέβαιη.
Όμως, όσα είχαν συμβεί μέσα σε αυτές τις εξήντα πέντε ημέρες είχαν ήδη αποκτήσει τη δική τους θέση στην ιστορία.
Γιατί το 1940 δεν υπήρξε μόνο η χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα είπε «ΟΧΙ» σε ένα τελεσίγραφο.
Ήταν και η χρονιά κατά την οποία ο ελληνικός στρατός μετέτρεψε εκείνη την άρνηση σε οργανωμένη αντίσταση, σε στρατιωτική αντεπίθεση και σε μια σειρά επιτυχιών που ανέτρεψαν τις αρχικές προβλέψεις.
ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
Παρακάτω είναι οι σύνδεσμοι που έχουμε καταγράψει, με την ίδια αρίθμηση:
1. Μάχη Πίνδου – Ελαίας – Καλαμά: Επίσημο αφιέρωμα ΓΕΣ.
Πύλη Ενημέρωσης Προσωπικού
2. Επίτομη Ιστορία Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου: PDF για τη μάχη Ελαίας–Καλαμά — σχετικό απόσπασμα, όχι ολόκληρο το βιβλίο.
3. Μάχη της Πίνδου: PDF Στρατιωτικής Επιθεώρησης.
4. Μάχη και απελευθέρωση Κορυτσάς: PDF ΓΕΣ.
5. Ιστορία Ελληνικού Πυροβολικού: PDF βιβλίου.
6. Στρατιωτική Επιθεώρηση 2013: PDF περιοδικού.
7. Μάχη της Χειμάρρας: Επίσημο PDF ΓΕΣ.
stelexi.army.gr
8. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940–1941: Η ακριβής ηλεκτρονική έκδοση χρειάζεται ταυτοποίηση.
9. Μάχη της Χειμάρρας – Χειμερινές επιχειρήσεις: Επίσημο ιστορικό άρθρο ΓΕΣ.
Πύλη Ενημέρωσης Προσωπικού
10. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος – Ένας Ορεινός Αγώνας: Δεν έχουμε επιβεβαιωμένο ακριβές URL.
11. Στρατιωτική Επιθεώρηση, Μάιος–Ιούνιος 2008: Δεν έχουμε επιβεβαιωμένο ακριβές URL.
12. Αγώνες και Νεκροί του Ελληνικού Στρατού: Έχουμε βιβλιογραφική αναφορά, όχι επιβεβαιωμένο PDF του βιβλίου.
13. Η Ελληνική Αντεπίθεση, 14/11/1940–6/1/1941: Αναφέρεται στη βιβλιογραφία του επίσημου αφιερώματος Χειμάρρας. Δεν είναι σύνδεσμος προς ολόκληρο το βιβλίο.
Πύλη Ενημέρωσης Προσωπικού
14. Ημερολόγιον Επιχειρήσεων Γενικού Στρατηγείου: Παρουσίαση της έκδοσης από την ΕΡΤ.
15. Φειδίας – Ιστορικό φωτογραφικό αρχείο: Χρειάζεται ο ακριβής σύνδεσμος της συλλογής από την οποία πήραμε τις φωτογραφίες. https://pheidias.antibaro.gr/1940/photos.htm




















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου