Σειρά άρθρων: ΤΑ 7 ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (7/7)
Του Νικόλαου Μενελάου
Τέως Προέδρου Σωματείου Ταχυδρόμων Νομού Αχαΐας
Για περισσότερα από χίλια πεντακόσια χρόνια, στην άκρη της Αλεξάνδρειας υψωνόταν ένα οικοδόμημα που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο.
Ένας τεράστιος πύργος, ορατός από δεκάδες χιλιόμετρα μέσα στη θάλασσα, που την ημέρα αποτελούσε σημείο αναφοράς για τους ναυτικούς και τη νύχτα άναβε στην κορυφή του μια μεγάλη φωτιά για να τους οδηγεί με ασφάλεια προς τα λιμάνια της πόλης.
Ήταν ο Φάρος της Αλεξάνδρειας.
Ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά επιτεύγματα της ελληνιστικής εποχής και ένα οικοδόμημα τόσο επιβλητικό, ώστε το όνομα του μικρού νησιού επάνω στο οποίο κατασκευάστηκε έμελλε να ξεπεράσει τα όρια της Αιγύπτου και της ίδιας της αρχαιότητας.
Γιατί πριν υπάρξει ο πύργος, υπήρχε ήδη η νήσος Φάρος.
Και αιώνες αργότερα, όταν το μνημείο είχε πλέον χαθεί, το όνομά της εξακολουθούσε να ταξιδεύει.
Φάρος. Phare. Faro. Farol.
Το όνομα ενός τόπου είχε γίνει η ονομασία των πύργων που οδηγούν τα πλοία μέσα στο σκοτάδι.
Όμως πίσω από την εικόνα του περίφημου Φάρου κρύβονται ακόμη πολλά ερωτήματα.
Πόσο ψηλός ήταν πραγματικά;
Ποιος τον σχεδίασε;
Πώς έφταναν καθημερινά τα καύσιμα σε ύψος περίπου εκατό μέτρων;
Υπήρχε πράγματι ο περίφημος καθρέφτης που, σύμφωνα με μεταγενέστερους θρύλους, μπορούσε ακόμη και να πυρπολήσει εχθρικά πλοία;
Ποιο ήταν το τεράστιο άγαλμα που υψωνόταν στην κορυφή του;
Και πώς ένα οικοδόμημα που άντεξε για περισσότερους από δεκαπέντε αιώνες κατέληξε κομματιασμένο στον βυθό της Μεσογείου;
Σήμερα, χιλιάδες αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά βρίσκονται ακόμη κάτω από τα νερά της Αλεξάνδρειας. Οι αρχαιολόγοι τα μελετούν, τα καταγράφουν και προσπαθούν, κομμάτι προς κομμάτι, να ανασυνθέσουν ένα από τα διασημότερα οικοδομήματα της αρχαιότητας.
Και μέσα από αυτά τα ευρήματα, τις αρχαίες περιγραφές και τις εικόνες που σώθηκαν πάνω σε νομίσματα και αντικείμενα, ο χαμένος Φάρος αρχίζει σιγά σιγά να υψώνεται ξανά μπροστά μας.
Πριν από τον Φάρο υπήρχε… η Φάρος
Πολύ πριν υψωθεί ο περίφημος πύργος, το όνομα Φάρος ήταν ήδη γνωστό στους Έλληνες.
Το συναντάμε ακόμη και στην Οδύσσεια.
Ο Όμηρος αναφέρει ένα νησί που ονομαζόταν Φάρος, απέναντι από την Αίγυπτο, στην αφήγηση του Μενελάου. Εκεί ο βασιλιάς της Σπάρτης και οι σύντροφοί του παρέμειναν εγκλωβισμένοι για ημέρες, ώσπου ο Μενέλαος, με τη βοήθεια της Ειδοθέας, κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον θαλάσσιο θεό Πρωτέα και να μάθει από εκείνον τον δρόμο της επιστροφής.
Αιώνες αργότερα, το ίδιο όνομα θα συνδεόταν όχι πλέον με έναν ομηρικό μύθο, αλλά με ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά επιτεύγματα της αρχαιότητας.
Η Φάρος ήταν ένα μακρόστενο νησί που βρισκόταν απέναντι από την ακτή όπου επρόκειτο να δημιουργηθεί η Αλεξάνδρεια. Στο ανατολικό άκρο της, απέναντι από την είσοδο του Μεγάλου Λιμένα, θα κατασκευαζόταν αργότερα ο μεγάλος πύργος.
Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έφθασε στην Αίγυπτο και το 331 π.Χ. αποφάσισε να ιδρύσει εκεί τη νέα πόλη που θα έφερε το όνομά του, η επιλογή της περιοχής μόνο τυχαία δεν ήταν.
Η θέση επέτρεπε τη δημιουργία ενός μεγάλου λιμενικού και εμπορικού κέντρου στη Μεσόγειο. Όμως η προσέγγιση των πλοίων δεν ήταν εύκολη. Ύφαλοι, αβαθή νερά και η χαμηλή ακτογραμμή μπορούσαν να κάνουν ιδιαίτερα επικίνδυνη την είσοδο στα λιμάνια, κυρίως τη νύχτα.
Η νέα πόλη χρειαζόταν ένα σημάδι που να φαίνεται από πολύ μακριά.
Και η Φάρος βρισκόταν στην ιδανική θέση.
Η ένωση του νησιού με την Αλεξάνδρεια
Η Φάρος δεν έμεινε απομονωμένη από τη νέα πόλη.
Ένα τεράστιο έργο, το περίφημο Επταστάδιο, συνέδεσε το νησί με την Αλεξάνδρεια. Το όνομά του προερχόταν από το μήκος του, περίπου επτά στάδια — περισσότερο από ένα χιλιόμετρο.
Δεν επρόκειτο απλώς για έναν δρόμο.
Το Επταστάδιο χώρισε ουσιαστικά τη θαλάσσια περιοχή σε δύο μεγάλα λιμενικά συστήματα: στα ανατολικά τον Μεγάλο Λιμένα και στα δυτικά τον λιμένα του Ευνοστού.
Η Αλεξάνδρεια αποκτούσε έτσι ένα από τα σημαντικότερα λιμενικά συγκροτήματα της Μεσογείου.
Και καθώς η πόλη των Πτολεμαίων μεγάλωνε, τα πλοία που έφθαναν σε αυτήν πολλαπλασιάζονταν.
Έμποροι, στρατιώτες, ταξιδιώτες και πρεσβευτές έρχονταν από ολόκληρη τη Μεσόγειο. Στα αμπάρια των πλοίων μεταφέρονταν σιτηρά, κρασί, λάδι, ξυλεία, μέταλλα, πάπυρος, υφάσματα και πολύτιμα προϊόντα από ακόμη μακρινότερες περιοχές.
Η ασφάλεια της εισόδου στο λιμάνι είχε πλέον τεράστια σημασία.
Κάπου εκεί γεννήθηκε η ιδέα ενός οικοδομήματος που δεν θα είχε προηγούμενο.
Ένας πύργος για να οδηγεί τα πλοία
Η κατασκευή του Φάρου τοποθετείται συνήθως στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.
Το έργο φαίνεται ότι ξεκίνησε επί βασιλείας του Πτολεμαίου Α΄ Σωτήρος, πιθανότατα γύρω στο 297 π.Χ., και ολοκληρώθηκε επί του γιου και διαδόχου του, Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου, περίπου το 283–281 π.Χ.
Η χρονολόγηση της έναρξης γύρω στο 297 π.Χ. προέρχεται από μεταγενέστερη παράδοση και επομένως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απόλυτα βέβαιη. Αυτό όμως που δεν αμφισβητείται είναι ότι ο Φάρος υπήρξε δημιούργημα των πρώτων δεκαετιών της πτολεμαϊκής Αλεξάνδρειας.
Σκοπός του ήταν πρωτίστως πρακτικός:
να οδηγεί με ασφάλεια τα πλοία προς την Αλεξάνδρεια.
Όμως οι Πτολεμαίοι δεν κατασκεύασαν έναν απλό πύργο με μια φωτιά στην κορυφή.
Δημιούργησαν ένα μνημείο που θα μπορούσε να το δει κανείς από δεκάδες χιλιόμετρα μακριά και το οποίο διακήρυττε, πριν ακόμη το πλοίο φτάσει στο λιμάνι, τον πλούτο και τη δύναμη της νέας πρωτεύουσας.
Και εδώ εμφανίζεται ένα όνομα που επί αιώνες θεωρήθηκε το όνομα του ανθρώπου που σχεδίασε τον Φάρο:
Σώστρατος ο Κνίδιος.
Μόνο που η ιστορία του Σώστρατου αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη απ’ όσο συνήθως διαβάζουμε.
Ποιος ήταν τελικά ο Σώστρατος;
Για περισσότερους από δύο χιλιάδες χρόνια, ένα όνομα παρέμεινε σχεδόν αξεχώριστο από την ιστορία του Φάρου της Αλεξάνδρειας.
Σώστρατος ο Κνίδιος, γιος του Δεξιφάνους.
Στα περισσότερα βιβλία και στις περισσότερες σύγχρονες αναφορές παρουσιάζεται ως ο αρχιτέκτονας του Φάρου.
Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Μία από τις σημαντικότερες αρχαίες μαρτυρίες προέρχεται από τον Στράβωνα, ο οποίος έζησε για ένα διάστημα στην Αλεξάνδρεια και περιγράφει τον Φάρο στη Γεωγραφία του.
Ο Στράβων αναφέρει τον Σώστρατο ως «φίλο των βασιλέων» και μας πληροφορεί ότι είχε κάνει αφιέρωση προς τους Σωτήρες θεούς για χάρη εκείνων που ταξίδευαν στη θάλασσα.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο Στράβων δεν λέει ότι ο Σώστρατος σχεδίασε τον Φάρο.
Χρησιμοποιεί το ρήμα «ἀνέθηκε».
Αργότερα, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος θα συνδέσει σαφέστερα τον Σώστρατο με την κατασκευή και από αυτήν αλλά και άλλες μεταγενέστερες μαρτυρίες εδραιώθηκε η παράδοση που τον θέλει αρχιτέκτονα του μεγάλου πύργου.
Η σύγχρονη έρευνα, όμως, είναι περισσότερο επιφυλακτική.
Οι ερευνητές του CEAlex θεωρούν πιθανό ότι ο Σώστρατος μπορεί να ήταν χορηγός, αναθέτης ή πρόσωπο που συνδεόταν με την αφιέρωση του μνημείου, και όχι κατ’ ανάγκην ο άνθρωπος που εκπόνησε τα αρχιτεκτονικά του σχέδια.
Έτσι, το ασφαλέστερο που μπορούμε να πούμε σήμερα είναι ότι ο Σώστρατος είχε σημαντική σχέση με τον Φάρο.
Το ποια ακριβώς ήταν αυτή η σχέση παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Η επιγραφή που χάθηκε
Η σύνδεση του Σώστρατου με το μνημείο δεν αποτελεί νεότερη εικασία.
Ο Στράβων γνώριζε την ύπαρξη της αφιέρωσής του και μας παραδίδει το περιεχόμενό της:
«Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος, θεοῖς σωτῆρσιν, ὑπὲρ τῶν πλοϊζομένων.»
Δηλαδή, σε ελεύθερη απόδοση:
«Ο Σώστρατος, γιος του Δεξιφάνους, από την Κνίδο, στους Σωτήρες θεούς, για χάρη των ναυτιλλομένων.»
Η ίδια η επιγραφή δεν έχει βρεθεί ανάμεσα στα χιλιάδες αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν εντοπιστεί στον βυθό της Αλεξάνδρειας.
Γνωρίζουμε την ύπαρξή της από τις γραπτές πηγές.
Και γύρω από αυτή την επιγραφή γεννήθηκε μία από τις ωραιότερες ιστορίες που συνδέθηκαν με τον Φάρο.
Το όνομα κάτω από τον σοβά
Περίπου τέσσερις αιώνες μετά την κατασκευή του Φάρου, ο Λουκιανός διηγήθηκε μια διαφορετική εκδοχή.
Σύμφωνα με την ιστορία του, ο Σώστρατος ήθελε να εξασφαλίσει ότι το δικό του όνομα θα παρέμενε επάνω στο έργο.
Χάραξε λοιπόν το όνομά του βαθιά στην πέτρα.
Ύστερα το σκέπασε με επίχρισμα και επάνω σε αυτό έγραψε το όνομα του τότε βασιλιά.
Ο χρόνος θα έκανε τα υπόλοιπα.
Το επίχρισμα κάποτε θα έπεφτε, το βασιλικό όνομα θα εξαφανιζόταν και από κάτω θα εμφανιζόταν ξανά το όνομα:
ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ.
Ήταν, σύμφωνα με τον θρύλο, ένας τρόπος να ξεγελάσει όχι μόνο τον βασιλιά αλλά και τον ίδιο τον χρόνο.
Μόνο που εδώ πρέπει να χωρίσουμε την όμορφη ιστορία από την ιστορία με την αυστηρή έννοια.
Ο Λουκιανός γράφει αιώνες μετά τα γεγονότα και χρησιμοποιεί την ιστορία του Σώστρατου ως λογοτεχνικό παράδειγμα για την υστεροφημία. Δεν έχουμε αρχαιολογικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το τέχνασμα με τον σοβά συνέβη πραγματικά.
Ο θρύλος, πάντως, πέτυχε κάτι ειρωνικό.
Είτε έκρυψε πράγματι το όνομά του κάτω από τον σοβά είτε όχι, περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα εξακολουθούμε να μιλάμε για τον Σώστρατο.
Και για το όνομα του πραγματικού αρχιτέκτονα του Φάρου —εφόσον ήταν άλλος— δεν γνωρίζουμε τίποτε.
Ένα οικοδόμημα που έμοιαζε με βουνό
Όποιος κι αν ήταν ο άνθρωπος που το σχεδίασε, το αποτέλεσμα πρέπει να προκαλούσε δέος.
Οι αρχαίες απεικονίσεις, οι περιγραφές των συγγραφέων, οι μεσαιωνικές μαρτυρίες και πλέον τα πραγματικά αρχιτεκτονικά μέλη που βρίσκονται στον βυθό επιτρέπουν στους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν σε σημαντικό βαθμό τη μορφή του.
Και το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ένας αριθμός που συχνά παρουσιάζεται ως βεβαιότητα:
το ακριβές ύψος του Φάρου δεν το γνωρίζουμε.
Οι διαφορετικές ερμηνείες των παλαιών μετρήσεων οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα. Οι σύγχρονες εκτιμήσεις κινούνται γενικά περίπου στην περιοχή των 100 έως 130 μέτρων, ανάλογα με την ανακατασκευή.
Ακόμη και στο χαμηλότερο άκρο αυτών των εκτιμήσεων, όμως, επρόκειτο για ένα ασύλληπτο επίτευγμα για την εποχή.
Και ο Φάρος δεν ήταν ένας λεπτός πύργος που υψωνόταν κατακόρυφα προς τον ουρανό.
Αποτελούνταν από τρία διαδοχικά σώματα, το ένα μικρότερο από το προηγούμενο.
Στη βάση βρισκόταν το τεράστιο τετράγωνο πρώτο τμήμα, που αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομήματος.
Πάνω του υψωνόταν ένα στενότερο οκταγωνικό τμήμα.
Και ακόμη ψηλότερα ένα μικρότερο κυλινδρικό τμήμα, επάνω στο οποίο βρισκόταν η ανώτερη κατασκευή και, τουλάχιστον στις απεικονίσεις των ρωμαϊκών χρόνων, ένα μεγάλο ανδρικό άγαλμα.
Όμως για να φτάσει κάποιος μέσα σε αυτό το οικοδόμημα, έπρεπε πρώτα να περάσει από κάτι που μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες γνωρίζαμε κυρίως από αναπαραστάσεις.
Σήμερα έχουμε τα πραγματικά κομμάτια του στον βυθό.
Τη μνημειακή πύλη του Φάρου.
Η είσοδος των γιγάντων
Ο Φάρος δεν ξεκινούσε με μια απλή πόρτα στη βάση του.
Η πρόσβαση στο μνημείο ήταν από μόνη της ένα εντυπωσιακό αρχιτεκτονικό σύνολο.
Μια μεγάλη ανηφορική ράμπα, στηριγμένη επάνω σε καμάρες, οδηγούσε τον επισκέπτη προς την είσοδο του τεράστιου πρώτου σώματος του πύργου.
Και εκεί βρισκόταν μια πραγματικά μνημειακή πύλη.
Για αιώνες γνωρίζαμε την ύπαρξη της εισόδου από τις περιγραφές και τις αρχαίες απεικονίσεις. Οι υποβρύχιες έρευνες, όμως, επέτρεψαν στους αρχαιολόγους να αναγνωρίσουν στον βυθό τα τεράστια αρχιτεκτονικά μέλη της και να ανασυνθέσουν τη μορφή της.
Η πύλη ήταν δωρικού ρυθμού και υπολογίζεται ότι είχε ύψος περίπου 11,5 μέτρα, πλάτος 4,9 μέτρα και βάθος περίπου 2,1 μέτρα.
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος, μόνο η είσοδος του Φάρου έφτανε περίπου στο ύψος μιας σημερινής τριώροφης έως τετραώροφης οικοδομής.
Και το 2025 η έρευνα έκανε ένα ακόμη μεγάλο βήμα.
Στο πλαίσιο του Pharos Project, ανελκύστηκαν από τον βυθό 22 τεράστια αρχιτεκτονικά μέλη. Ανάμεσά τους βρίσκονταν τμήματα της μνημειακής πύλης, όπως υπέρθυρα και παραστάδες, καθώς και άλλα στοιχεία του οικοδομήματος. Ορισμένοι από αυτούς τους λίθους φτάνουν σε βάρος 70 έως 80 τόνων.
Δεν έχουμε λοιπόν απλώς μια φανταστική αναπαράσταση της εισόδου.
Έχουμε κομμάτια της ίδιας της πύλης.
Οι Πτολεμαίοι υποδέχονταν τα πλοία
Κοντά στην είσοδο υπήρχε όμως κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό.
Οι υποβρύχιες έρευνες έφεραν στο φως θραύσματα από δύο τεράστια αγάλματα, ενός άνδρα και μιας γυναίκας.
Ο άνδρας απεικονιζόταν ως Αιγύπτιος Φαραώ.
Η γυναίκα ως Πτολεμαία βασίλισσα με χαρακτηριστικά της θεάς Ίσιδας.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιο βασιλικό ζεύγος απεικόνιζαν. Ήταν όμως κολοσσιαία.
Οι μορφές έφταναν περίπου τα 10 μέτρα ύψος, ενώ μαζί με τις βάσεις τους το συνολικό ύψος πλησίαζε τα 13 μέτρα.
Η θέση όπου βρέθηκαν τα θραύσματα και οι βάσεις τους οδήγησε την αρχαιολογική ομάδα στην ανασύνθεση ενός μνημειακού βασιλικού ζεύγους κοντά στην πρόσβαση του Φάρου.
Και δεν ήταν οι μόνοι γίγαντες της περιοχής.
Έχουν εντοπιστεί βάσεις και θραύσματα και άλλων κολοσσιαίων πτολεμαϊκών μορφών, μικρότερων αλλά και πάλι τεραστίων για ανθρώπινα μέτρα. Φαίνεται λοιπόν ότι ο χώρος γύρω από την είσοδο αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου μνημειακού και βασιλικού προγράμματος.
Η ακριβής θέση κάθε αγάλματος δεν μπορεί σήμερα να αποκατασταθεί με απόλυτη βεβαιότητα.
Η γενική εικόνα, όμως, πρέπει να ήταν καθηλωτική.
Ο ταξιδιώτης που έφθανε στη Φάρο δεν αντίκριζε απλώς έναν μεγάλο πύργο.
Έβλεπε έναν ολόκληρο χώρο σχεδιασμένο για να επιβάλει το μεγαλείο της πτολεμαϊκής Αλεξάνδρειας.
Και ύστερα άρχιζε να ανεβαίνει.
Η μεγάλη ράμπα
Η εξωτερική ράμπα οδηγούσε προς τη μνημειακή είσοδο σε σημαντικό ύψος από το επίπεδο του εδάφους.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια που πρόσθεσαν οι σύγχρονοι σχεδιαστές.
Η ράμπα εμφανίζεται ήδη σε αρχαίες απεικονίσεις του Φάρου, ακόμη και πάνω στα νομίσματα της ρωμαϊκής Αλεξάνδρειας.
Μόλις όμως κάποιος περνούσε την πύλη, άρχιζε ένα διαφορετικό ταξίδι.
Γιατί στο εσωτερικό του πρώτου τεράστιου τετράγωνου σώματος δεν υπήρχε απλώς μια στενή σκάλα που ανέβαινε στην κορυφή.
Υπήρχε μια μεγάλη εσωτερική ράμπα.
Οι μεσαιωνικοί ταξιδιώτες που πρόλαβαν τον Φάρο όρθιο περιγράφουν ένα εσωτερικό πολύ πιο σύνθετο απ' όσο θα φανταζόμασταν.
Ο Άραβας περιηγητής αλ-Μπαλαουί, τον 12ο αιώνα, περιγράφει μια πλατιά ανοδική διαδρομή στο εσωτερικό, αρκετά μεγάλη ώστε —σύμφωνα με τη μαρτυρία του— να μπορούν να κινούνται δύο έφιπποι δίπλα δίπλα.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1183, ο Ιμπν Τζουμπάιρ μπήκε στον Φάρο.
Και αυτό που περιγράφει δεν θυμίζει καθόλου έναν απλό κούφιο πύργο.
Μιλά για δρόμους, περάσματα, εισόδους και πολυάριθμους χώρους, σε τέτοιο βαθμό ώστε ένας άνθρωπος που δεν γνώριζε το οικοδόμημα μπορούσε εύκολα να χάσει τον προσανατολισμό του.
Τι υπήρχε μέσα στα δωμάτια;
Εδώ πρέπει να σταματήσουμε τη φαντασία.
Δεν γνωρίζουμε.
Είναι πολύ εύκολο να διαβάσει κανείς σύγχρονες περιγραφές που παρουσιάζουν αποθήκες καυσίμων, χώρους για τους φύλακες, εργαστήρια ή ακόμη και στάβλους σαν να έχουν εντοπιστεί αρχαιολογικά.
Δεν έχουν.
Γνωρίζουμε ότι το εσωτερικό ήταν χωρισμένο σε πολλούς χώρους και γνωρίζουμε ότι υπήρχε σύστημα ανόδου.
Η λειτουργία κάθε δωματίου παραμένει άγνωστη.
Είναι βέβαια πολύ πιθανό ο Φάρος να χρειαζόταν χώρους για ανθρώπους, εξοπλισμό και εφόδια. Και η μεγάλη εσωτερική ράμπα θα μπορούσε να επιτρέπει τη μεταφορά βαριών φορτίων προς τα ανώτερα επίπεδα.
Αλλά άλλο το πιθανό και άλλο το αποδεδειγμένο.
Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν φτάσουμε στη φωτιά του Φάρου.
Γιατί κάθε νύχτα έπρεπε να συμβαίνει κάτι πολύ πρακτικό:
κάποιος έπρεπε να ανεβάσει τα καύσιμα σχεδόν στην κορυφή ενός από τα ψηλότερα οικοδομήματα του αρχαίου κόσμου.
Οι τέσσερις Τρίτωνες
Φτάνοντας στο επάνω μέρος του τεράστιου πρώτου σώματος, η μορφή του Φάρου άλλαζε.
Εκεί υπήρχε μια μεγάλη ταράτσα και από πάνω ξεκινούσε το στενότερο δεύτερο τμήμα.
Στις γωνίες εμφανίζονται στις αρχαίες παραστάσεις τέσσερις Τρίτωνες.
Οι μυθικές θαλάσσιες μορφές παρουσιάζονται συχνά να φυσούν τις κόγχες τους, σαν να αναγγέλλουν στα πλοία την είσοδο στο μεγαλύτερο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.
Και οι Τρίτωνες δεν προέρχονται από μία μόνο νεότερη αναπαράσταση.
Εμφανίζονται επανειλημμένα στα αρχαία νομίσματα και σε άλλες αρχαίες παραστάσεις του μνημείου.
Από εκεί και πάνω ο τεράστιος όγκος άρχιζε να στενεύει.
Πρώτα το οκταγωνικό δεύτερο σώμα.
Ύστερα το μικρότερο κυλινδρικό τρίτο.
Και κάπου εκεί, περίπου εκατό μέτρα πάνω από τη Μεσόγειο, βρισκόταν η καρδιά της πραγματικής λειτουργίας του οικοδομήματος.
Η φωτιά.
Το φως που φαινόταν από 55 χιλιόμετρα
Όλο το μεγαλείο του Φάρου θα είχε μικρή σημασία αν δεν μπορούσε να επιτελέσει τον βασικό σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί.
Να δείχνει στα πλοία τον δρόμο προς την Αλεξάνδρεια.
Την ημέρα, ο ίδιος ο τεράστιος πύργος αποτελούσε το σημάδι.
Το μεγάλο ύψος του και η φωτεινή εξωτερική επιφάνειά του τον έκαναν να ξεχωρίζει πάνω από τη χαμηλή αιγυπτιακή ακτογραμμή.
Όταν όμως έπεφτε η νύχτα, στην κορυφή του άναβε μια μεγάλη φωτιά.
Και αυτή δεν αποτελεί μεταγενέστερο θρύλο.
Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει χαρακτηριστικά τη νυχτερινή φωτιά του Φάρου, σημειώνοντας ότι από μεγάλη απόσταση μπορούσε να μοιάζει με άστρο. Αρχαίοι συγγραφείς γνώριζαν λοιπόν ότι ο πύργος λειτουργούσε τη νύχτα με πραγματική φωτιά.
Τι έκαιγαν στην κορυφή;
Θα περίμενε κανείς ότι οι αρχαίες πηγές θα μας είχαν δώσει μια τόσο βασική πληροφορία.
Δεν το κάνουν.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιο καύσιμο χρησιμοποιούσαν.
Ξύλα ή άλλη στερεή καύσιμη ύλη αποτελούν εύλογες υποθέσεις, όμως δεν διαθέτουμε αρχαία μαρτυρία που να μας επιτρέπει να γράψουμε ότι «ο Φάρος έκαιγε ξύλα» ως αποδεδειγμένο γεγονός.
Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο με τον οποίο τα καύσιμα έφταναν στα ανώτερα επίπεδα.
Η μεγάλη εσωτερική ράμπα που περιγράφουν οι μεταγενέστεροι επισκέπτες θα μπορούσε να διευκολύνει τη μεταφορά φορτίων σε μεγάλο ύψος. Από κάποιο σημείο και μετά, στα στενότερα ανώτερα τμήματα, η άνοδος γινόταν με σκάλες.
Αυτό όμως αποτελεί λογική ανακατασκευή του τρόπου λειτουργίας και όχι πληροφορία που μας παρέδωσε κάποιος αρχαίος συγγραφέας.
Ένα πράγμα πάντως μπορούμε να φανταστούμε με ασφάλεια.
Η λειτουργία ενός τέτοιου φάρου απαιτούσε ανθρώπους, καύσιμα και καθημερινή εργασία.
Η μεγάλη φωτιά δεν άναβε μόνη της.
Τριακόσια στάδια μέσα στη νύχτα
Πόσο μακριά μπορούσαν να δουν οι ναυτικοί το φως;
Εδώ έχουμε μια εντυπωσιακή αρχαία μαρτυρία.
Ο Φλάβιος Ιώσηπος, τον 1ο αιώνα μ.Χ., αναφέρει ότι το φως του Φάρου ήταν ορατό από απόσταση 300 σταδίων.
Ανάλογα με το μήκος του σταδίου που χρησιμοποιούμε στη μετατροπή, πρόκειται περίπου για 50–55 χιλιόμετρα.
Με την πρώτη ματιά, ο αριθμός μοιάζει υπερβολικός.
Όμως δεν είναι.
Η καμπυλότητα της Γης περιορίζει την απόσταση στην οποία μπορεί να φανεί ένα αντικείμενο. Όσο ψηλότερα όμως βρίσκεται αυτό, τόσο μακρύτερα μετατοπίζεται ο ορίζοντας.
Με το φως σε ύψος περίπου εκατό μέτρων και τον παρατηρητή επίσης μερικά μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, η απόσταση που δίνει ο Ιώσηπος είναι γεωμετρικά εφικτή υπό καλές συνθήκες ορατότητας.
Άρα ο αρχαίος συγγραφέας μπορεί στην πραγματικότητα να μην υπερέβαλλε.
Ένα πλοίο που ταξίδευε μέσα στη νύχτα προς την Αλεξάνδρεια μπορούσε να δει στον μακρινό ορίζοντα ένα μικρό φωτεινό σημείο.
Στην αρχή ίσως έμοιαζε πραγματικά με άστρο.
Όσο όμως το πλοίο πλησίαζε, το άστρο μεγάλωνε.
Και ο ναυτικός ήξερε πλέον ότι μπροστά του βρισκόταν η Αλεξάνδρεια.
Και πού βρισκόταν η φωτιά;
Εδώ εμφανίζεται ένα από τα παράξενα προβλήματα στην ανακατασκευή του Φάρου.
Οι αρχαίες απεικονίσεις, ιδιαίτερα τα νομίσματα της Αλεξάνδρειας, παρουσιάζουν στην κορυφή του πύργου ένα μεγάλο ανδρικό άγαλμα.
Ταυτόχρονα οι γραπτές πηγές βεβαιώνουν ότι υπήρχε φωτιά.
Πώς ακριβώς συνυπήρχαν;
Δεν γνωρίζουμε.
Δεν έχει σωθεί αρκετή πληροφορία ώστε να ανακατασκευάσουμε με βεβαιότητα τη διάταξη της ανώτερης κατασκευής.
Ακόμη και η ταυτότητα της ανδρικής μορφής παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Έχει προταθεί ο Ζευς Σωτήρ, κάτι που ταιριάζει ιδιαίτερα με τον χαρακτήρα του Φάρου ως προστάτη των ναυτικών και με τις αρχαίες αναφορές στους Σωτήρες θεούς.
Άλλες ταυτίσεις έχουν επίσης προταθεί.
Τα μικροσκοπικά νομίσματα δεν μας επιτρέπουν να δώσουμε οριστική απάντηση.
Και υπάρχει μία ακόμη λεπτομέρεια.
Οι περισσότερες σωζόμενες νομισματικές απεικονίσεις απέχουν αιώνες από την κατασκευή του Φάρου.
Επομένως δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι το άγαλμα που απεικονιζόταν κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν το ίδιο με εκείνο που βρισκόταν εκεί όταν ολοκληρώθηκε το μνημείο επί των Πτολεμαίων.
Ο περίφημος καθρέφτης
Και κάπου εδώ αρχίζει ο θρύλος.
Σχεδόν καμία σύγχρονη αναπαράσταση του Φάρου δεν παραλείπει τον περίφημο μεγάλο καθρέφτη.
Σύμφωνα με τις ιστορίες που κυκλοφόρησαν κατά τον Μεσαίωνα, στην κορυφή υπήρχε ένα τεράστιο κάτοπτρο με εκπληκτικές δυνατότητες.
Σε ορισμένες διηγήσεις επέτρεπε στους Αλεξανδρινούς να βλέπουν εχθρικά πλοία από τεράστιες αποστάσεις.
Σε άλλες μπορούσε να συγκεντρώνει τις ακτίνες του Ήλιου και να πυρπολεί τα πλοία των εχθρών.
Εδώ όμως έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα.
Οι αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές που μιλούν για τον Φάρο δεν αναφέρουν έναν τέτοιο καθρέφτη.
Η παράδοση εμφανίζεται πολύ αργότερα, κυρίως στις μεσαιωνικές αραβικές περιγραφές του μνημείου. Με το πέρασμα των αιώνων οι δυνατότητες του κατόπτρου γίνονται ολοένα και πιο εντυπωσιακές — και ολοένα λιγότερο πιστευτές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκε κάποια ανακλαστική μεταλλική επιφάνεια για να ενισχύει ή να κατευθύνει το φως της φωτιάς.
Θα ήταν τεχνικά εύλογο.
Δεν έχουμε όμως ούτε αρχαιολογικό εύρημα ούτε αρχαία γραπτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υπήρχε.
Πολύ περισσότερο δεν έχουμε απόδειξη για έναν γιγαντιαίο «ηλιακό υπερόπλο» που έκαιγε πλοία στη θάλασσα.
Και η ομοιότητα με έναν άλλο περίφημο αρχαίο θρύλο είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη.
Από τον Αρχιμήδη στην Αλεξάνδρεια;
Κατά την πολιορκία των Συρακουσών από τους Ρωμαίους, το 214–212 π.Χ., ο Αρχιμήδης συνδέθηκε αργότερα με την ιστορία των περίφημων κατόπτρων που συγκέντρωναν τις ακτίνες του Ήλιου και πυρπολούσαν τα ρωμαϊκά πλοία.
Όμως ούτε αυτή η ιστορία εμφανίζεται στις παλαιότερες αφηγήσεις της πολιορκίας.
Οι αρχαίες πηγές περιγράφουν πράγματι τις εντυπωσιακές πολεμικές μηχανές του Αρχιμήδη, αλλά η ιστορία των εμπρηστικών κατόπτρων ανήκει σε μεταγενέστερη παράδοση.
Και εδώ η χρονολογία είναι καθοριστική.
Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας είχε κατασκευαστεί δεκαετίες πριν από την πολιορκία των Συρακουσών.
Επομένως οι άνθρωποι που τον σχεδίασαν δεν θα μπορούσαν να έχουν αντιγράψει μια εφεύρεση που αποδόθηκε αργότερα στον Αρχιμήδη.
Είναι όμως πιθανό —χωρίς να μπορούμε να το αποδείξουμε— οι μεταγενέστεροι αφηγητές να επηρεάστηκαν από το ίδιο εντυπωσιακό μοτίβο:
ένας τεράστιος καθρέφτης, το φως του Ήλιου και εχθρικά πλοία που τυλίγονται στις φλόγες.
Έτσι, στον Φάρο της Αλεξάνδρειας συναντιούνται για άλλη μια φορά η πραγματική τεχνολογία και ο θρύλος.
Η πραγματική φωτιά αρκούσε για να οδηγήσει τα πλοία.
Ο καθρέφτης που τα έκαιγε μπορούμε να τον αφήσουμε εκεί όπου ανήκει:
στον κόσμο των θρύλων.
Οι αρχαίες «εικόνες» του Φάρου
Πώς όμως γνωρίζουμε σήμερα τη μορφή ενός οικοδομήματος που εξαφανίστηκε πριν από αιώνες;
Δεν διαθέτουμε σχέδια του αρχιτέκτονα.
Δεν έχουμε κάποια αρχαία απεικόνιση αρκετά μεγάλη και λεπτομερή ώστε να λειτουργεί ως αρχιτεκτονικό σχέδιο.
Έχουμε όμως κάτι εξαιρετικά πολύτιμο.
Τους ίδιους τους Αλεξανδρινούς να απεικονίζουν τον Φάρο τους.
Ο Φάρος πάνω στα νομίσματα
Από τα σημαντικότερα στοιχεία για τη μορφή του μνημείου προέρχονται από τα νομίσματα της ρωμαϊκής Αλεξάνδρειας.
Οι ερευνητές του CEAlex έχουν συγκεντρώσει σχεδόν 1.000 νομίσματα που απεικονίζουν τον Φάρο. Οι παραστάσεις εμφανίζονται από τα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ. και συνεχίζονται κατά τον 2ο αιώνα.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Οι χαράκτες που δημιουργούσαν αυτές τις εικόνες εργάζονταν στην Αλεξάνδρεια.
Ο Φάρος δεν ήταν για εκείνους ένα μυθικό οικοδόμημα κάποιου μακρινού παρελθόντος.
Στεκόταν ακόμη απέναντί τους.
Βεβαίως ένα νόμισμα με διάμετρο λίγων εκατοστών δεν μπορεί να μας δώσει τις ακριβείς αναλογίες ή κάθε αρχιτεκτονική λεπτομέρεια.
Όταν όμως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά επαναλαμβάνονται σε πολλές διαφορετικές παραστάσεις, αποκτούν ιδιαίτερη αξία.
Και η γενική μορφή του Φάρου εμφανίζεται με αξιοσημείωτη συνέπεια.
Το μεγάλο τετράγωνο πρώτο σώμα.
Το στενότερο δεύτερο τμήμα.
Το μικρότερο ανώτερο σώμα.
Η ράμπα πρόσβασης.
Οι Τρίτωνες.
Και στην κορυφή, μια μεγάλη ανδρική μορφή.
«Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας σε νόμισμα της ρωμαϊκής εποχής, 92/93 μ.Χ. Διακρίνονται ο πύργος, οι Τρίτωνες στις πλευρές του και η ανδρική μορφή στην κορυφή. RPC II 2676.»
Οι Τρίτωνες που φυσούσαν τις κόγχες τους
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι θαλάσσιες μορφές που εμφανίζονται στις γωνίες του μνημείου.
Οι Τρίτωνες παρουσιάζονται συχνά να κρατούν ή να φυσούν μεγάλες κόγχες.
Δεν γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια της μορφής τους ούτε μπορούμε να μεταφέρουμε μηχανικά τις αναλογίες ενός νομίσματος σε ένα κτίριο εκατό μέτρων.
Η παρουσία τους όμως είναι τόσο επαναλαμβανόμενη ώστε αποτελεί ένα από τα ασφαλέστερα στοιχεία της εξωτερικής διακόσμησης του Φάρου.
Ο συμβολισμός τους δύσκολα θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος.
Θαλάσσιες θεότητες, στην κορυφή ενός οικοδομήματος που είχε δημιουργηθεί για να προστατεύει τους ανθρώπους της θάλασσας.
Ένας Φάρος μόλις 11 χιλιοστών
Η εικόνα δεν περιορίζεται στα νομίσματα.
Έχει σωθεί ένας μικροσκοπικός σφραγιδόλιθος από κόκκινο ίασπι, μήκους μόλις περίπου 11 χιλιοστών, πάνω στον οποίο ο τεχνίτης κατάφερε να χωρέσει μια ολόκληρη σκηνή.
Τον Φάρο.
Τη ράμπα.
Δύο Τρίτωνες.
Τη μορφή στην κορυφή.
Καμάρες.
Και ακόμη την πλώρη ενός πλοίου.
Σε ελάχιστο χώρο αποτυπώνεται ολόκληρη η ταυτότητα του μνημείου:
πύργος, θάλασσα και ναυσιπλοΐα.
Ο Φάρος είχε γίνει ήδη σύμβολο της Αλεξάνδρειας.
Μια εικόνα που ταξίδεψε μέχρι το Αφγανιστάν
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η περίπτωση ενός γυάλινου αγγείου που βρέθηκε στο Μπεγκράμ, στην περιοχή του σημερινού Αφγανιστάν.
Το αντικείμενο χρονολογείται περίπου στα τέλη του 1ου ή στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. και θεωρείται πιθανό προϊόν αλεξανδρινής κατασκευής.
Επάνω του απεικονίζεται ο Φάρος της Αλεξάνδρειας.
Η απόσταση είναι εντυπωσιακή.
Η εικόνα ενός πύργου στις ακτές της Μεσογείου είχε ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα προς την Κεντρική Ασία.
Και αυτό μας λέει ίσως κάτι περισσότερο από οποιαδήποτε μέτρηση.
Ο Φάρος δεν ήταν απλώς γνωστός.
Ήταν αναγνωρίσιμος.
Από τα νομίσματα μέχρι τα λυχνάρια
Παραστάσεις του μνημείου έχουν εντοπιστεί επίσης σε λυχνάρια, πολύτιμους λίθους, γυάλινα αντικείμενα και άλλες κατηγορίες αρχαίων ευρημάτων.
Μάλιστα στο Ελληνορωμαϊκό Μουσείο της Αλεξάνδρειας σώζεται σειρά πήλινων λυχναριών με παραστάσεις που συνδέονται με τον Φάρο, υλικό που εξακολουθεί να μελετάται από τους ερευνητές.
Κάθε αντικείμενο προσφέρει ένα μικρό κομμάτι της εικόνας.
Κανένα μόνο του δεν αποτελεί το «σχέδιο του Φάρου».
Όταν όμως συνδυαστούν μεταξύ τους, με τις αρχαίες και μεσαιωνικές περιγραφές και με τα αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν εντοπιστεί στον βυθό, αρχίζει να εμφανίζεται μπροστά μας το περίγραμμα του πραγματικού οικοδομήματος.
Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική προειδοποίηση.
Οι εντυπωσιακές σύγχρονες τρισδιάστατες αναπαραστάσεις που βλέπουμε σήμερα δεν αποτελούν φωτογραφίες του παρελθόντος.
Ορισμένα στοιχεία τους στηρίζονται πολύ ισχυρά στις πηγές και στα ευρήματα.
Άλλα αποτελούν επιστημονικές ανακατασκευές.
Και άλλα παραμένουν υποθέσεις.
Αυτός είναι και ο λόγος που διαφορετικές σοβαρές αναπαραστάσεις του Φάρου δεν είναι απολύτως ίδιες μεταξύ τους.
Και ήταν εξαρχής ένα από τα Επτά Θαύματα;
Θα περίμενε κανείς ότι ένα τόσο διάσημο οικοδόμημα θα βρισκόταν από την αρχή σε κάθε αρχαίο κατάλογο των Επτά Θαυμάτων.
Κι όμως, εδώ μας περιμένει μία ακόμη έκπληξη.
Στο περίφημο επίγραμμα του Αντίπατρου του Σιδώνιου, όπου απαριθμούνται επτά από τα μεγαλύτερα έργα που είχε γνωρίσει ο αρχαίος κόσμος, ο Φάρος της Αλεξάνδρειας δεν υπάρχει.
Στη θέση που σήμερα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον Φάρο βρίσκονται τα Τείχη της Βαβυλώνας.
Η περίφημη επτάδα δεν ήταν λοιπόν μία απολύτως σταθερή και αμετάβλητη λίστα σε ολόκληρη την αρχαιότητα.
Ο Φάρος εντάχθηκε στη διαμορφωμένη παράδοση των Επτά Θαυμάτων αργότερα.
Και αυτό είναι ίσως ακόμη πιο εντυπωσιακό.
Γιατί ένα οικοδόμημα που δεν βρισκόταν καν σε μία από τις γνωστότερες αρχαίες απαριθμήσεις κατέληξε να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα Επτά Θαύματα για ολόκληρο τον μεταγενέστερο κόσμο.
Και, σε αντίθεση με πολλά από τα υπόλοιπα Θαύματα, ο Φάρος είχε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά του.
Ρωμαίοι, Βυζαντινοί και Άραβες θα συνέχιζαν να τον βλέπουν να υψώνεται στην είσοδο της Αλεξάνδρειας.
Θα επισκευαζόταν.
Θα άλλαζε.
Θα δεχόταν σεισμό μετά τον σεισμό.
Και θα εξακολουθούσε να στέκεται.
Μέχρι που η γη άρχισε πραγματικά να τον νικά.
Ο Φάρος δεν έπεσε σε μία νύχτα
Η καταστροφή του Φάρου της Αλεξάνδρειας συχνά περιγράφεται με μία απλή φράση:
«Καταστράφηκε από σεισμό.»
Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη.
Ο Φάρος δεν κατέρρευσε ολόκληρος σε μία στιγμή. Παρέμεινε όρθιος για περίπου δεκαέξι αιώνες, δεχόμενος επανειλημμένα τα πλήγματα σεισμών, θαλάσσιων φαινομένων, φθοράς και ανθρώπινων επεμβάσεων. Το CEAlex καταγράφει μια μακρά ιστορία σεισμικών επεισοδίων που επηρέασαν το μνημείο πριν από την τελική εγκατάλειψή του.
Στο διάστημα αυτό ο Φάρος επισκευάστηκε πολλές φορές.
Και άλλαξε.
Οι άνθρωποι του Μεσαίωνα που τον επισκέφθηκαν δεν αντίκρισαν ακριβώς το οικοδόμημα που είχαν δει οι κάτοικοι της πτολεμαϊκής Αλεξάνδρειας.
Ιδιαίτερα το ανώτερο τμήμα του είχε υποστεί μετατροπές. Κατά την ισλαμική περίοδο υπήρχε πλέον στην κορυφή του τέμενος, ενώ επισκευές και ανακατασκευές πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές εποχές.
Κι όμως, ο γιγάντιος πύργος εξακολουθούσε να στέκεται.
Οι τελευταίοι άνθρωποι που μπήκαν μέσα
Μία από τις πολυτιμότερες περιγραφές προέρχεται από το 1183.
Ο Ανδαλουσιανός ταξιδιώτης Ιμπν Τζουμπάιρ επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια και μπήκε στον Φάρο.
Τον βρήκε τόσο εντυπωσιακό ώστε έγραψε ότι καμία περιγραφή δεν μπορούσε να αποδώσει πραγματικά το μέγεθός του.
Περιηγήθηκε στο εσωτερικό του και κατέγραψε τις σκάλες, τις εισόδους, τους διαδρόμους και τους πολυάριθμους χώρους του.
Περισσότερα από 1.400 χρόνια μετά την κατασκευή του, άνθρωποι εξακολουθούσαν λοιπόν να ανεβαίνουν μέσα στον Φάρο.
Αλλά οι πληγές είχαν αρχίσει να γίνονται σοβαρές.
Το 1274, ο Μαμελούκος σουλτάνος Μπαϊμπάρς διέταξε επισκευές όταν μία γωνία του οικοδομήματος είχε καταρρεύσει. Επισκευάστηκε επίσης η ανώτερη κατασκευή του μνημείου.
Ο Φάρος άντεξε για λίγο ακόμη.
Ώσπου έφθασε το 1303.
8 Αυγούστου 1303
Ένας εξαιρετικά ισχυρός σεισμός έπληξε την ανατολική Μεσόγειο και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Αλεξάνδρεια.
Ο Φάρος δέχθηκε καταστροφικό πλήγμα.
Οι πηγές περιγράφουν εκτεταμένες ζημιές στην πόλη και την πτώση μεγάλου μέρους του μνημείου. Το CEAlex συνδέει το γεγονός και με ισχυρό θαλάσσιο κύμα που ακολούθησε τον σεισμό.
Αλλά ακόμη και τότε:
ο Φάρος δεν εξαφανίστηκε.
Τμήματα του τεράστιου οικοδομήματος εξακολουθούσαν να στέκονται.
Υπήρξε μάλιστα προσπάθεια να αποκατασταθεί, όμως το έργο δεν ολοκληρώθηκε.
Ο πύργος που είχε επιβιώσει επί αιώνες είχε πλέον περάσει το σημείο από το οποίο μπορούσε πραγματικά να επιστρέψει.
Ο Ιμπν Μπατούτα βλέπει το τέλος
Λίγες δεκαετίες αργότερα ένας από τους μεγαλύτερους ταξιδιώτες του Μεσαίωνα έφθασε στην Αλεξάνδρεια.
Ο Ιμπν Μπατούτα.
Στην πρώτη του επίσκεψη, το 1326, ο Φάρος ήταν ήδη σε πολύ κακή κατάσταση.
Όταν επέστρεψε το 1349, η εικόνα ήταν ακόμη χειρότερη.
Το μνημείο είχε καταστραφεί σε τέτοιο βαθμό ώστε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, δεν ήταν πλέον δυνατό να φτάσει κανείς στην είσοδό του.
Είναι μια από τις τελευταίες φορές που μπορούμε σχεδόν να σταθούμε δίπλα σε έναν αυτόπτη μάρτυρα και να κοιτάξουμε τα ερείπια του Θαύματος.
Ο Φάρος ήταν ακόμη εκεί.
Αλλά είχε πάψει πλέον να είναι Φάρος.
Από Θαύμα… λατομείο
Όταν ένα τεράστιο αρχαίο οικοδόμημα εγκαταλείπεται, οι πέτρες του αποκτούν μια νέα αξία.
Γίνονται έτοιμο οικοδομικό υλικό.
Τα ερείπια του Φάρου άρχισαν να αποσυναρμολογούνται και να χρησιμοποιούνται σε μεταγενέστερες κατασκευές. Παράλληλα, οι σεισμοί, η διάβρωση και η θάλασσα συνέχισαν εκείνο που είχε αρχίσει το 1303.
Τεράστια αρχιτεκτονικά μέλη κατέληξαν στο νερό.
Άλλα παρέμειναν για κάποιο διάστημα στην ξηρά.
Άλλα επαναχρησιμοποιήθηκαν.
Στις αρχές του 15ου αιώνα εξακολουθούν να υπάρχουν αναφορές στα κατάλοιπα του Φάρου, αλλά το μεγάλο μνημείο της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας είχε ουσιαστικά τελειώσει την ιστορία του.
Σύντομα, όμως, στην ίδια ακριβώς θέση θα άρχιζε η ιστορία ενός άλλου οικοδομήματος.
Μύθος και πραγματικότητα
Λίγα μνημεία της αρχαιότητας συγκέντρωσαν γύρω τους τόσες ιστορίες όσο ο Φάρος της Αλεξάνδρειας.
Ίσως επειδή στεκόταν για περισσότερο από χίλια χρόνια στην είσοδο μιας από τις σημαντικότερες πόλεις του αρχαίου κόσμου.
Ίσως επειδή, όταν τελικά χάθηκε, η πραγματική εικόνα του άρχισε σιγά σιγά να παραχωρεί τη θέση της στον θρύλο.
Καθρέφτες που έβλεπαν πλοία σε τεράστιες αποστάσεις.
Ακτίνες που μπορούσαν να πυρπολήσουν εχθρικούς στόλους.
Μυστικές επιγραφές.
Αγάλματα στην κορυφή.
Και ένας δημιουργός που φέρεται να ξεγέλασε ακόμη και τον ίδιο τον βασιλιά.
Πόσα από αυτά όμως γνωρίζουμε πραγματικά;
Μύθος 1: «Ο τεράστιος καθρέφτης του Φάρου έκαιγε τα εχθρικά πλοία»
Είναι ίσως ο διασημότερος θρύλος του Φάρου.
Σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις, στην κορυφή του υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης που μπορούσε να συγκεντρώνει τις ακτίνες του ήλιου και να πυρπολεί εχθρικά πλοία πριν ακόμη πλησιάσουν την Αλεξάνδρεια.
Πραγματικότητα: Οι αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές δεν αναφέρουν έναν τέτοιο εμπρηστικό μηχανισμό.
Οι ιστορίες για τον θαυμαστό καθρέφτη εμφανίζονται πολύ αργότερα, κυρίως στη μεσαιωνική παράδοση. Δεν αποκλείεται κάποια ανακλαστική επιφάνεια να χρησιμοποιούνταν για την ενίσχυση ή την κατεύθυνση του φωτός, όμως δεν διαθέτουμε αρχαιολογική ή αρχαία γραπτή μαρτυρία ότι ο Φάρος διέθετε «όπλο» ικανό να καίει πλοία.
Ο εμπρηστικός καθρέφτης ανήκει επομένως στον θρύλο του Φάρου και όχι σε όσα μπορούμε σήμερα να τεκμηριώσουμε ιστορικά.
Μύθος 2: «Ο καθρέφτης μπορούσε να βλέπει πλοία σε τεράστιες αποστάσεις»
Οι μεταγενέστερες αφηγήσεις δεν απέδωσαν στον περίφημο καθρέφτη μόνο τη δύναμη να συγκεντρώνει το φως.
Του απέδωσαν και μια δεύτερη, σχεδόν απίστευτη ιδιότητα:
ότι μπορούσε να λειτουργεί σαν ένα είδος γιγαντιαίου οπτικού οργάνου, επιτρέποντας στους ανθρώπους του Φάρου να βλέπουν πλοία που βρίσκονταν πολύ μακριά στη θάλασσα.
Πραγματικότητα: Δεν διαθέτουμε καμία αρχαία μαρτυρία που να επιβεβαιώνει μια τέτοια δυνατότητα.
Οι εντυπωσιακές ιδιότητες του καθρέφτη εμφανίζονται σε πολύ μεταγενέστερες αφηγήσεις και φαίνεται ότι διογκώθηκαν όσο ο πραγματικός Φάρος περνούσε από την Ιστορία στον θρύλο.
Αν υπήρχε ανακλαστική επιφάνεια στην κορυφή του μνημείου, μπορεί να είχε πρακτική σχέση με το φως του Φάρου.
Δεν έχουμε όμως στοιχεία ότι λειτουργούσε ως ένα αρχαίο «τηλεσκόπιο» ικανό να εντοπίζει μακρινά πλοία.
Ο θαυμαστός καθρέφτης της Αλεξάνδρειας παραμένει περισσότερο δημιούργημα της μεσαιωνικής φαντασίας παρά τεκμηριωμένη τεχνολογία της ελληνιστικής εποχής.
Μύθος 3: «Ο Σώστρατος ήταν ο αρχιτέκτονας του Φάρου»
Το όνομα του Σώστρατου του Κνίδιου έχει συνδεθεί τόσο στενά με τον Φάρο, ώστε συχνά παρουσιάζεται ως δεδομένο ότι ήταν ο άνθρωπος που τον σχεδίασε και τον κατασκεύασε.
Πραγματικότητα: Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιος ήταν ο αρχιτέκτονας του Φάρου.
Ο Στράβων αναφέρει τον Σώστρατο σε σχέση με την περίφημη αφιέρωση προς τους «θεούς Σωτήρες», αλλά δεν τον αποκαλεί αρχιτέκτονα.
Η σύνδεσή του με την κατασκευή του μνημείου είναι ισχυρή και δεν αποκλείεται να είχε σημαντικό ρόλο στο έργο. Ωστόσο, οι πηγές που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν να δηλώσουμε ως ιστορικά βέβαιο ότι εκείνος σχεδίασε τον Φάρο.
Έτσι, ένα από τα γνωστότερα ονόματα που συνδέθηκαν με ένα από τα Επτά Θαύματα παραμένει ταυτόχρονα και ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματά του:
ο Σώστρατος συνδέεται με τον Φάρο — αλλά ο πραγματικός αρχιτέκτονάς του παραμένει άγνωστος.
Μύθος 4: «Ο Σώστρατος έκρυψε το όνομά του κάτω από τον σοβά»
Μια από τις ωραιότερες ιστορίες γύρω από τον Φάρο θέλει τον Σώστρατο να επιθυμεί να αφήσει το δικό του όνομα πάνω στο έργο.
Σύμφωνα με την παράδοση, χάραξε στο μάρμαρο την αφιέρωσή του και στη συνέχεια την κάλυψε με σοβά, πάνω στον οποίο γράφτηκε το όνομα του Πτολεμαίου.
Με τον χρόνο ο σοβάς θα έπεφτε.
Το όνομα του βασιλιά θα εξαφανιζόταν.
Και από κάτω θα εμφανιζόταν εκείνο του Σώστρατου.
Πραγματικότητα: Την ιστορία διηγείται ο Λουκιανός περίπου τέσσερις αιώνες μετά την κατασκευή του Φάρου.
Η αφήγηση είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν διαθέτουμε αρχαιολογική απόδειξη ότι το τέχνασμα με τον σοβά συνέβη πραγματικά.
Αυτό που γνωρίζουμε από τον Στράβωνα είναι ότι υπήρχε πράγματι επιγραφή που συνέδεε τον Σώστρατο με το μνημείο και την αφιέρωσή του στους «θεούς Σωτήρες».
Η επιγραφή έχει αρχαία μαρτυρία. Ο κρυμμένος σοβάς ανήκει στον θρύλο.
Μύθος 5: «Στην κορυφή του Φάρου υπήρχε σίγουρα άγαλμα του Δία Σωτήρα»
Πολλές σύγχρονες αναπαραστάσεις του Φάρου παρουσιάζουν στην κορυφή του ένα μεγάλο άγαλμα του Δία Σωτήρα, σαν να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια μορφή στεκόταν εκεί.
Πραγματικότητα: Γνωρίζουμε ότι στην κορυφή του Φάρου υπήρχε μνημειακό άγαλμα.
Δεν γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα ποιον παρίστανε.
Έχουν προταθεί ο Δίας Σωτήρ, ο Ποσειδώνας, αλλά και ο Πτολεμαίος Α΄ σε θεοποιημένη μορφή. Η σύνδεση με τον Δία είναι ισχυρή και ταιριάζει με τον σωτηριακό χαρακτήρα του μνημείου, αλλά δεν διαθέτουμε ασφαλή στοιχεία που να επιτρέπουν οριστική ταύτιση.
Έτσι, μπορούμε να τοποθετήσουμε ένα άγαλμα στην κορυφή του Φάρου.
Δεν μπορούμε όμως ακόμη να του δώσουμε με βεβαιότητα όνομα.
Μύθος 6: «Ο Φάρος καταστράφηκε από έναν μεγάλο σεισμό»
Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι ένα τόσο τεράστιο οικοδόμημα είχε ένα εξίσου θεαματικό τέλος: ένας καταστροφικός σεισμός, η κατάρρευση του πύργου και το τέλος του Φάρου.
Πραγματικότητα: Ο Φάρος δεν χάθηκε σε μία μόνο στιγμή.
Στη μακραίωνη ιστορία του υπέστη επανειλημμένες ζημιές από σεισμούς, επισκευάστηκε και μεταβλήθηκε πολλές φορές. Ιδιαίτερα ισχυρά σεισμικά γεγονότα κατά τον Μεσαίωνα προκάλεσαν σοβαρές καταστροφές, με τον σεισμό του 1303 να αποτελεί καθοριστικό πλήγμα.
Ακόμη και τότε όμως ο Φάρος δεν εξαφανίστηκε αμέσως. Τμήματα και ερείπιά του παρέμειναν για αρκετό διάστημα, ώσπου τον 15ο αιώνα στον ίδιο χώρο ανεγέρθηκε το φρούριο του Κάιτ Μπέη, χρησιμοποιώντας και αρχαίο οικοδομικό υλικό.
Ο Φάρος λοιπόν δεν είχε μία ημερομηνία καταστροφής. Έσβησε σταδιακά, ύστερα από αιώνες σεισμών, φθοράς και μεταβολών.
Το φρούριο που πήρε τη θέση του Φάρου
Τον Ιούνιο του 1477, ο Μαμελούκος σουλτάνος αλ-Ασράφ Κάιτ Μπέη επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια.
Η θέση στην άκρη του παλιού νησιού της Φάρου εξακολουθούσε να έχει τεράστια στρατηγική σημασία.
Εκεί όπου κάποτε ο πύργος καθοδηγούσε τα πλοία προς το λιμάνι, τώρα χρειαζόταν ένα οικοδόμημα που θα προστάτευε την πόλη από αυτά.
Ο Κάιτ Μπέη διέταξε την κατασκευή ενός ισχυρού φρουρίου επάνω στην περιοχή των παλαιών θεμελίων του Φάρου.
Το φρούριο σώζεται μέχρι σήμερα.
Συχνά διαβάζουμε ότι «το φρούριο χτίστηκε από τις πέτρες του Φάρου».
Η πραγματικότητα χρειάζεται περισσότερη προσοχή.
Γνωρίζουμε ότι αρχαίο υλικό της περιοχής επαναχρησιμοποιήθηκε και ότι το φρούριο κατασκευάστηκε επάνω στον χώρο του παλαιού Φάρου. Δεν μπορούμε όμως να θεωρήσουμε κάθε μεγάλο λίθο που βλέπουμε σήμερα στο κάστρο ως αναγνωρισμένο κομμάτι του αρχαίου Θαύματος.
Και κάπου εδώ η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει.
Ο Φάρος είχε πέσει.
Οι πέτρες του είχαν σκορπιστεί.
Ένα φρούριο είχε πάρει τη θέση του.
Μόνο που ένα μεγάλο μέρος του μνημείου δεν είχε εξαφανιστεί.
Βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα.
Κάτω από τη θάλασσα.
Και περισσότερα από πεντακόσια χρόνια αργότερα, οι αρχαιολόγοι θα άρχιζαν να το βρίσκουν.
Το Θαύμα στον βυθό
Για αιώνες, οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας γνώριζαν ότι κάτω από τα νερά γύρω από το φρούριο του Κάιτ Μπέη υπήρχαν τεράστιοι αρχαίοι λίθοι.
Δεν γνώριζαν όμως ακόμη την πραγματική έκταση όσων κρύβονταν στον βυθό.
Η σύγχρονη ιστορία της ανακάλυψης του Φάρου άρχισε να γράφεται τον 20ό αιώνα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Αιγύπτιος δύτης Καμέλ Αμπού ελ-Σααντάτ εντόπισε μεγάλα αρχαιολογικά κατάλοιπα στον βυθό, κοντά στο φρούριο. Ανάμεσά τους βρίσκονταν θραύσματα κολοσσιαίων αγαλμάτων.
Ήταν η αρχή.
Οι συστηματικές υποβρύχιες έρευνες που ακολούθησαν, ιδιαίτερα από το 1994–1995 και μετά, αποκάλυψαν έναν τεράστιο αρχαιολογικό χώρο γύρω από το Κάιτ Μπέη. Χιλιάδες αρχιτεκτονικά μέλη, γλυπτά και άλλα αντικείμενα βρίσκονταν διασκορπισμένα στον πυθμένα.
Κάποια ήταν τόσο μεγάλα ώστε το ίδιο τους το μέγεθος μαρτυρούσε το μνημειακό περιβάλλον από το οποίο προέρχονταν.
Όμως οι αρχαιολόγοι βρέθηκαν αμέσως μπροστά σε ένα δύσκολο πρόβλημα.
Δεν ήταν όλα κομμάτια του Φάρου.
Ένας ολόκληρος αρχαίος κόσμος κάτω από το νερό
Η περιοχή είχε χρησιμοποιηθεί επί πολλούς αιώνες.
Οι έρευνες έδειξαν ότι στον βυθό υπάρχουν διαφορετικά αρχαιολογικά σύνολα: τα κατάλοιπα που συνδέονται με τον ίδιο τον Φάρο, στοιχεία άλλων αρχαίων κατασκευών και μεταγενέστερα έργα στα οποία είχαν επαναχρησιμοποιηθεί ακόμη παλαιότερα αρχιτεκτονικά μέλη.
Αυτό σημαίνει ότι μια σφίγγα, ένας κίονας ή ένας οβελίσκος που βρίσκεται κοντά στο σημείο δεν μπορεί αυτομάτως να χαρακτηριστεί διακόσμηση του Φάρου.
Κάθε αντικείμενο πρέπει να εξεταστεί χωριστά.
Η θέση όπου βρέθηκε.
Το υλικό του.
Οι διαστάσεις του.
Η χρονολόγησή του.
Ο τρόπος με τον οποίο έσπασε.
Και κυρίως η σχέση του με τα υπόλοιπα κομμάτια γύρω του.
Έτσι άρχισε ένα τεράστιο αρχαιολογικό παζλ.
Ένας Πτολεμαίος και μια βασίλισσα μέσα στη θάλασσα
«Η ανέλκυση από τον Ανατολικό Λιμένα της Αλεξάνδρειας τμήματος κολοσσιαίου πτολεμαϊκού βασιλικού αγάλματος, το οποίο είχε βρεθεί στον υποθαλάσσιο χώρο κοντά στον Φάρο. Η αρχική μορφή υπολογίζεται ότι έφθανε περίπου τα 12 μέτρα σε ύψος.»
Ανάμεσα στα εντυπωσιακότερα ευρήματα βρίσκονται τα θραύσματα δύο κολοσσιαίων βασιλικών αγαλμάτων.
Το ένα απεικονίζει έναν Πτολεμαίο ηγεμόνα με τη μορφή Αιγύπτιου Φαραώ.
Το άλλο μια Πτολεμαία βασίλισσα με χαρακτηριστικά της θεάς Ίσιδας.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιο βασιλικό ζεύγος απεικόνιζαν.
Γνωρίζουμε όμως το μέγεθός τους.
Οι ίδιες οι μορφές έφταναν περίπου τα δέκα μέτρα, ενώ μαζί με τις βάσεις τους το συνολικό ύψος τους πλησίαζε τα δεκατρία μέτρα.
Τμήματα των κολοσσών ανελκύστηκαν από τη θάλασσα και η μελέτη της θέσης των θραυσμάτων και των βάσεών τους επέτρεψε στους ερευνητές να τα συσχετίσουν με το μνημειακό περιβάλλον της πρόσβασης στον Φάρο.
Και δεν ήταν μόνο δύο.
Βάσεις και θραύσματα δείχνουν την παρουσία και άλλων κολοσσιαίων βασιλικών μορφών στην περιοχή. Η ακριβής αρχική διάταξή τους παραμένει αντικείμενο έρευνας.
Ο βυθός έδειχνε πλέον ότι ο Φάρος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας απομονωμένος πύργος.
Γύρω του υπήρχε ένα μνημειακό περιβάλλον αντάξιο της πτολεμαϊκής πρωτεύουσας.
Σφίγγες, οβελίσκοι και αρχιτεκτονικά μέλη
Στις υποβρύχιες έρευνες εντοπίστηκαν επίσης σφίγγες, οβελίσκοι, κίονες, επιγραφικά και αρχιτεκτονικά μέλη.
Μέρος των ευρημάτων ανελκύστηκε κατά τις εργασίες της δεκαετίας του 1990 και σήμερα βρίσκεται στην ξηρά.
Εδώ όμως επιστρέφει η απαραίτητη προσοχή.
Δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε όλες αυτές τις σφίγγες και όλους τους οβελίσκους γύρω από τον Φάρο σε μια σύγχρονη αναπαράσταση απλώς επειδή βρέθηκαν στον ίδιο υποθαλάσσιο χώρο.
Η αρχαιολογία δεν λειτουργεί έτσι.
Υπάρχουν όμως άλλα αντικείμενα των οποίων η σχέση με το ίδιο το οικοδόμημα είναι πολύ ισχυρότερη.
Και ένα από αυτά μας επιτρέπει να περάσουμε σχεδόν από την ίδια πόρτα που περνούσαν οι άνθρωποι πριν από δύο χιλιάδες χρόνια.
Η πύλη ξαναβγαίνει από τη θάλασσα
«Ανέλκυση ενός από τα τμήματα της μνημειακής πύλης του Φάρου της Αλεξάνδρειας κατά την υποβρύχια αρχαιολογική αποστολή του 2025. Φωτογραφία: E. Forestier – CEAlex.»
Στον βυθό εντοπίστηκαν τεράστια αρχιτεκτονικά μέλη που οι ερευνητές μπόρεσαν να συνδέσουν μεταξύ τους.
Η μελέτη τους οδήγησε στην ανακατασκευή της μνημειακής δωρικής πύλης του Φάρου, ύψους περίπου 11,5 μέτρων.
Τα σπασμένα κομμάτια δεν βρίσκονταν τυχαία το ένα κοντά στο άλλο.
Οι επιφάνειες, οι διαστάσεις και οι θραύσεις τους επέτρεψαν στους αρχαιολόγους να καταλάβουν πώς συνδέονταν στο αρχικό οικοδόμημα.
Και το 2025, περισσότερο από δύο χιλιάδες τριακόσια χρόνια μετά την κατασκευή του Φάρου, συνέβη κάτι εξαιρετικό.
Στο πλαίσιο του νέου Pharos Project, ανελκύστηκαν από τον βυθό 22 τεράστια αρχιτεκτονικά μέλη για λεπτομερή καταγραφή και ψηφιακή μελέτη.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν τμήματα της μνημειακής πύλης και άλλα μεγάλα δομικά στοιχεία. Ορισμένα ζύγιζαν 70 έως 80 τόνους.
Η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει πλέον κάτι που οι πρώτοι δύτες δεν θα μπορούσαν να φανταστούν.
Κάθε λίθος μπορεί να σαρωθεί με μεγάλη ακρίβεια και να μετατραπεί σε τρισδιάστατο ψηφιακό αντικείμενο.
Ύστερα αρχίζει η προσπάθεια να βρεθεί πού ακριβώς ανήκε στο οικοδόμημα.
Με άλλα λόγια, ο Φάρος επιχειρείται σήμερα να ανακατασκευαστεί όπως ένα τεράστιο τρισδιάστατο παζλ, χρησιμοποιώντας τα ίδια τα κομμάτια του.
Ο Φάρος που επιστρέφει
Και ίσως εδώ βρίσκεται το πιο παράξενο κεφάλαιο ολόκληρης της ιστορίας του.
Για αιώνες οι άνθρωποι προσπάθησαν να φανταστούν τον Φάρο μέσα από λίγες γραμμές αρχαίων συγγραφέων.
Ύστερα ήρθαν τα νομίσματα και οι άλλες αρχαίες απεικονίσεις.
Ύστερα οι περιγραφές των μεσαιωνικών ταξιδιωτών.
Και τώρα υπάρχουν χιλιάδες πραγματικά κομμάτια του αρχαίου τοπίου στον βυθό.
Θεμέλιοι λίθοι.
Τμήματα γείσων και ζωφόρων.
Σφηνοειδείς λίθοι από θόλους.
Τεράστιες πλάκες.
Τμήματα της πύλης.
Κολοσσιαία γλυπτά.
Κάθε νέο εύρημα μπορεί να επιβεβαιώσει μια παλιά υπόθεση.
Ή να την ανατρέψει.
Γι' αυτό και η εικόνα που έχουμε σήμερα για τον Φάρο δεν είναι η τελευταία.
Η έρευνα συνεχίζεται.
Και ίσως κάποια από τα ερωτήματα που αφήσαμε αναπάντητα —η ακριβής μορφή των ανώτερων τμημάτων, η θέση της φωτιάς, η διάταξη των αγαλμάτων ή ακόμη και το πραγματικό ύψος του μνημείου— να αποκτήσουν στο μέλλον καλύτερες απαντήσεις.
Γιατί, σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα Επτά Θαύματα, εδώ ένα μεγάλο μέρος του αρχαιολογικού υλικού βρίσκεται ακόμη εκεί όπου κατέληξε όταν κατέρρευσε.
Στον βυθό της Αλεξάνδρειας.
Από ένα νησί σε μια λέξη που ταξίδεψε στον κόσμο
Και υπάρχει μια τελευταία ιστορία που αξίζει να ειπωθεί.
Ο Φάρος χάθηκε.
Το όνομά του όμως όχι.
Στην πραγματικότητα, το όνομα υπήρχε πριν από το ίδιο το Θαύμα.
Φάρος ονομαζόταν το νησί.
Ύστερα Φάρος ονομάστηκε ο μεγάλος πύργος που κατασκευάστηκε επάνω του.
Και τελικά το όνομα του συγκεκριμένου οικοδομήματος άρχισε να χρησιμοποιείται για κάθε παρόμοιο πύργο που οδηγούσε τα πλοία.
Η λέξη πέρασε από γλώσσα σε γλώσσα.
Στα γαλλικά έγινε phare.
Στα ιταλικά και στα ισπανικά faro.
Στα πορτογαλικά farol.
Και στα ελληνικά παρέμεινε αυτό που ήταν:
φάρος.
Ένα μικρό νησί της Αιγύπτου έδωσε έτσι το όνομά του σε χιλιάδες πύργους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιβίωση του χαμένου Θαύματος.
Ο πύργος έπεσε.
Οι πέτρες του βρέθηκαν στον βυθό.
Η φωτιά του έσβησε.
Αλλά το όνομά του εξακολουθεί, περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, να σημαίνει φως μέσα στο σκοτάδι.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Αρχαίες πηγές
Στράβων, Γεωγραφικά, XVII, 1
Από τις σημαντικότερες αρχαίες μαρτυρίες για τη Φάρο και την Αλεξάνδρεια.
Περιγράφει το νησί, τη θέση του Φάρου και το οικοδόμημα, ενώ διασώζει και την
περίφημη αναφορά στον Σώστρατο τον Κνίδιο και την αφιέρωση «στους Σωτήρες
θεούς, υπέρ των πλεόντων».
Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Φυσική Ιστορία, XXXVI
Βασική πηγή για την κατασκευή του Φάρου. Αναφέρει το τεράστιο κόστος του έργου,
τον Σώστρατο και, κυρίως, τη λειτουργία της φωτιάς κατά τη νύχτα για την
καθοδήγηση των πλοίων.
Φλάβιος Ιώσηπος, Ιουδαϊκός Πόλεμος, IV
Ιδιαίτερα σημαντικός για την εμβέλεια του φωτός. Αναφέρει ότι ο Φάρος μπορούσε
να γίνει αντιληπτός από απόσταση περίπου 300 σταδίων, δηλαδή περίπου
50–55 χιλιομέτρων.
Ποσείδιππος, επίγραμμα για τον Φάρο της Αλεξάνδρειας
Ιδιαίτερα πολύτιμη μαρτυρία, καθώς ο Ποσείδιππος έζησε πολύ κοντά στην εποχή
της κατασκευής του Φάρου. Στο επίγραμμά του αναφέρεται στον μεγάλο πυρσό του
μνημείου και επικαλείται τον Δία Σωτήρα, προστάτη των
ναυτικών.
Μεσαιωνικές μαρτυρίες
Αλ-Μπαλαουί, 12ος αιώνας
Μία από τις σημαντικότερες περιγραφές για τις διαστάσεις και το εσωτερικό του
Φάρου. Καταγράφει τα διαφορετικά τμήματα του οικοδομήματος και περιγράφει τη
μεγάλη εσωτερική ράμπα.
Ιμπν Τζουμπάιρ, 1183
Επισκέφθηκε ο ίδιος τον Φάρο και μπήκε στο εσωτερικό του. Η περιγραφή του για
τις σκάλες, τους διαδρόμους, τις εισόδους και τους πολυάριθμους χώρους είναι
ανεκτίμητη, επειδή προέρχεται από άνθρωπο που είδε το μνημείο ενώ ακόμη ήταν
προσβάσιμο.
Ιμπν Μπατούτα, 14ος αιώνας
Οι δύο επισκέψεις του μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τον Φάρο στις
τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Το 1349 τον βρήκε πλέον τόσο κατεστραμμένο
ώστε δεν ήταν δυνατό να φτάσει στην είσοδό του.
Αυτές οι τρεις είναι ιδανικές, γιατί ουσιαστικά έχουμε τρεις φωτογραφίες του Φάρου μέσα στον χρόνο: πριν από τη μεγάλη καταστροφή, κατά την παρακμή του και λίγο πριν από το τέλος.
Σύγχρονη έρευνα – Αρχαιολογία
Centre d'Études Alexandrines (CEAlex) – Pharos Project
Η σημαντικότερη σημερινή βάση για την έρευνα του Φάρου: αρχαίες και μεσαιωνικές
πηγές, νομίσματα και άλλες απεικονίσεις, υποβρύχια αρχαιολογία, αρχιτεκτονικά
μέλη και σύγχρονες ανακατασκευές του μνημείου.
Pharos Project – Centre d'Études Alexandrines
Centre d'Études Alexandrines – Υποβρύχιες αρχαιολογικές έρευνες
Παρουσιάζει τις έρευνες στον βυθό γύρω από το Κάιτ Μπέη, τα χιλιάδες
καταγεγραμμένα ευρήματα και την προσπάθεια ταύτισης των αρχιτεκτονικών μελών
που ανήκαν στον Φάρο.
CEAlex – Archaeological Excavations
Pharos Project – Fondation Dassault Systèmes / CEAlex, 2025
Η σύγχρονη φάση της έρευνας, με την ανέλκυση των 22 γιγάντιων αρχιτεκτονικών
μελών, μεταξύ των οποίων στοιχεία της μνημειακής πύλης, και την ψηφιακή
τρισδιάστατη ανακατασκευή τους.
The Gates of Alexandria's Lighthouse Emerge from the Sea





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου