«Ήταν δυο το μεσημέρι. Ο Γρηγόρης άνοιξε την πόρτα και βρήκε το τραπέζι στρωμένο. Ήταν όλοι εκεί και τον περίμεναν. Ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών κι ο Μιλτιάδης του Μαραθώνα, ο Γέρος του Μοριά κι ο Αθανάσιος Διάκος. Όλοι όσοι μελέτησε, όσοι θαύμασε, όσους ήθελε να μοιάσει. Εκεί ήταν κι ο Πίσκοπος Κυπριανός, έτοιμος να τον μεταλάβει απ’ το δισκοπότηρο των Αθανάτων. Πήρε τη θέση που του φύλαξαν ο Γλιόρης κι άρχισε να τους εξιστορεί τη μάχη…
Ήταν μισή ώρα μετά τις τέσσερις τα ξημερώματα, όταν οι αγγλικές αρβύλες πατούσαν στο στόμα του κρησφύγετου. «Μας πρόδωσαν» ψιθύρισε ένα απ’ τα παλληκάρια του Αυξεντίου, αφού άλλος τρόπος να ανακαλύψουν την κρυψώνα τους, δεν υπήρχε. Όπως δεν υπήρχε και τρόπος να διαφύγουν. Όχι βέβαια πως το ήθελαν…