Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Καπετάν Άγρας

Ο Σαραντέλλος Αγαπηνός ή Τέλλος Άγρας, όπως ήταν το πολεμικό του ψευδώνυμο, γνωστός ως Καπετάν Άγρας, Έλληνας εθνικιστής, αξιωματικός του Ελληνικού στρατού, εθνικός αγωνιστής και αντάρτης Μακεδονομάχος από τις ηρωικότερες φυσιογνωμίες του Μακεδονικού Αγώνα, 

γεννήθηκε [1] στις 17 Φεβρουαρίου 1880 στο Ναύπλιο, όμως ο πατέρας του επέλεξε να τον εγγράψει στα Μητρώα Αρρένων της κωμοπόλεως Γαργαλιάνων Μεσσηνίας τον τόπο καταγωγής της οικογένειας, και απαγχονίστηκε στη νύκτα της 7ης Ιουνίου 1907, αιχμάλωτος Βουλγάρων κομιτατζήδων, στην περιοχή της Πέλλας. 

Τάφηκε στο χωριό Βλάδοβο, έξω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, το σημερινό χωριό Άγρας, μαζί με τον συνοδό του Αντώνη Μίγκα. 

Ήταν άγαμος και δεν άφησε απογόνους.

Τέλλος Αγαπηνός (Καπετάν Άγρας)
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 17 Φεβρουαρίου 1880
Τόπος: Ναύπλιο (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Αξιωματικός, Μακεδονομάχος
Εθνικός αγωνιστής
Δολοφονία: 7 Ιουνίου 1907
Τόπος: Πέλλα (Ελλάδα)

Περιεχόμενα

Βιογραφία

Ο Σαράντος καταγόταν από την ιστορική οικογένεια των Αγαπηνών που κατοικούσαν στους Γαργαλιάνους, η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την Εθνεγερσία του 1821.


Οικογένεια Άγρα

Παππούς του ήταν Αντώνιος Αγαπηνός, έφορος της επιμελητείας της Εθνεγερσίας του 1821. Αδελφός του παππού του Σαράντου ήταν ο Διονύσιος Αγαπηνός, οπλαρχηγός και επικεφαλής 100 περίπου Γαργαλιανιωτών, με τους οποίους συμμετείχε σε διάφορες μάχες του Απελευθερωτικού Αγώνα, όπως στα Δερβενάκια, στην εκστρατεία των Αθηνών, στην μάχη που έγινε στην περιοχή των Παλαιών Πατρών και στην πολιορκία του Νιόκαστρου στην Πύλο. Ο Αντώνης Αγαπηνός, ο παππούς του Σαράντου, όσο και ο αδελφός του παππού του, υπογράφουν ως δημογέροντες των Γαργαλιάνων σε διάφορα έγγραφα της εποχής τους, ενώ ο Διονύσιος Αγαπηνός ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ το όνομα του υπάρχει στα αρχεία της τσαρικής αστυνομίας, όπου αναφέρεται ως συνδρομητής των Δεκεμβριστών, των Ρώσων Επαναστατών του Δεκεμβρίου του 1825 [2]. Πατέρας του Καπετάν Άγρα ήταν ο δικαστικός Ανδρέας Αντωνίου Αγαπηνός, ο οποίος υπηρετούσε ως Εφέτης στο Ναύπλιο όπου γεννήθηκε ο Σαράντος, όμως ο πατέρας του επέλεξε να τον εγγράψει στα Μητρώα Αρρένων της κωμοπόλεως Γαργαλιάνων Μεσσηνίας, τόπο καταγωγής της οικογένειας. Μητέρα του ήταν η Ολυμπία Μαλτσινιώτη από τη Λακωνία, που διέμενε στο Ναύπλιο, και ο Σαράντος πήρε το όνομα του παππού του από την πλευρά της μητέρας του, που ονομάζονταν Σαραντέλλος Μαλτσινιώτης. Ο Σαράντος Αγαπηνός είχε δυο αδελφούς, τον Αντώνη Αγαπηνό (γεννήθηκε το 1877 στην Τρίπολη Αρκαδίας και πέθανε το 1923 στη Σύρο) και τον Νίκο Αγαπηνό (γεννήθηκε το 1890 στο Ναύπλιο και πέθανε το 1947 στο Μπένι Σουέφ της Αιγύπτου), που ήταν κι αυτοί γραμμένοι στα μητρώα Αρρένων των Γαργαλιάνων.

Σπουδές

Ο Σαράντος παρακολούθησε τα μαθήματα της Βασικής και της Μέσης εκπαιδεύσεως στο Ναύπλιο, όμως όταν ήταν ηλικίας δέκα χρόνων ο πατέρας του πέθανε από ανακοπή καρδιάς και η οικογένεια του Σαράντου μετακόμισε κοντά σε συγγενείς της στην Αθήνα, όπου φοίτησε στο 2ο Γυμνάσιο Αρρένων, στη γωνία των οδών Χέϋδεν και Αχαρνών, ενώ το σπίτι τους βρίσκεται στην πλατεία Κάνιγγος. Στην Αθήνα σε ηλικία 15 ετών το Σαράντος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο.

Στρατιωτική δράση

Τον Οκτώβριο του 1895 ο Σαράντος εισήχθη για φοίτηση στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε το 1901 με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού και τοποθετήθηκε στο 7ο Τάγμα της Φρουράς Αθηνών, στο Σύνταγμα. Όμως λίγους μήνες αργότερα, προκειμένου να προσφέρει ουσιαστικότερες υπηρεσίες στην Ελλάδα, επιδίωξε την εθελούσια κατάταξη του και ζήτησε από τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο Α' τη μετάθεση του στα σύνορα, κοντά στα στρατιωτικά σώματα που αγωνίζονταν στη Μακεδονία εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Αρχικά το αίτημα του απορρίφθηκε λόγω της απειρίας του, όμως ο Αγαπηνός παράκουσε τις εντολές και τον Φεβρουάριο του 1902, όταν μετατέθηκε στο 2ο Σύνταγμα Ευζώνων στον Τύρναβο, αναγκάστηκε να καταφύγει στη μεσολάβηση του φίλου του Μακεδονομάχου Υπολοχαγού Ν. Ρόκκα, που είναι γνωστός ως Καπετάν Κολιός. Το Σεπτέμβριο του 1906, ο Καπετάν Άγρας αρχηγός της αποστολής με καπετάνιο τον μόνιμο Αρχιλοχία Γεώργιο Τηλιγάδη και δώδεκα ευζώνους από τη Ρούμελη έφυγαν με ιστιοφόρο από το Τσάγεζι, το σημερινό Στόμιο, της Λάρισας για τη Μακεδονία. Οι αντάρτες αποβιβάστηκαν στις εκβολές του Λουδία νύχτα, από το ιστιοφόρο κι έφτασαν με προφυλάξεις φθάνουν στη Νάουσα, που ήταν το κέντρο του αγώνα της περιοχής.

Μακεδονικός αγώνας

Ο Σαράντος με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού μπήκε στο Βάλτο των Γιαννιτσών και τοποθετήθηκε αρχηγός ανταρτικού σώματος, το οποίο προετοίμαζε στο Βόλο ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης, γνωστός ως Καπετάν Ακρίτας. Εκεί πολέμησε κυρίως στην περιοχή του όρους Βερμίου και πρωτοστάτησε στις συμπλοκές με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, δίχως να τον καταβάλουν οι τραυματισμοί, οι ασθένειες και οι πυρετοί του βάλτου. Σημαντική υπήρξε η συμβολή του στις σκληρές μάχες για την εκκαθάριση της βαλτώδους λίμνης των Γιαννιτσών, η οποία είχε καταστεί από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες απροσπέλαστο οχυρό. Τον Σεπτέμβριο του 1906, ύστερα από απόφαση του Ελληνικού Γενικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη, αποστέλλονται στη λίμνη των Γιαννιτσών τρία νέα [3], στη συγκρότηση τους, Ελληνικά ανταρτικά σώματα και με τη μεσολάβηση του Νικολάου Ρόκα, κλήθηκε στην περιοχή ο Αγαπηνός.

Με την βοήθεια του σώματος του ντόπιου και βουλγαρόφωνου Ελληνόψυχου καπετάν Γκόνου Γιώτα, πρόσβαλε το Ζερβοχώρι που ήταν το ορμητήριο των Κομιτατζήδων. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1906, με μια αιφνιδιαστική επιχείρηση κατέλαβε την καλύβα Κούγκα, παλιό και σημαντικό οχυρό των Βουλγάρων στο Βάλτο και, αφού την επισκεύασε και την εφοδίασε, την κατέστησε αρχηγείο του και κέντρο οργανώσεως των περιπολιών και επιθέσεων του. Είχε ταυτίσει την Κούγκα με την τύχη του: «Αν χαθεί η Κούγκα, θα χαθώ κι εγώ» έλεγε. Στις 14 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, το σώμα του Αγαπηνού επιχείρησε επίθεση κατά των Βουλγαρικών ανταρτικών σωμάτων, με σκοπό να καταλάβει την κεντρική τους καλύβα, την οποία υπεράσπιζε το απόσπασμα του Βούλγαρου κομιτατζή Αποστόλ Πέτκοφ. Η επιχείρηση ήταν ανεπιτυχής και στην σύγκρουση που ακολούθησε, οι απώλειες ήταν τρεις νεκροί σύντροφοι του Άγρα καθώς και τρεις τραυματίες, μεταξύ των οποίων ο υπαρχηγός του, Τηλιγάδης, αλλά και ο ίδιος ο Άγρας, ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό ώμο και στο δεξί χέρι. Ο Αγαπηνός μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά επέστρεψε στις αρχές του 1907 στην περιοχή, όπου η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε, όταν προσβλήθηκε από ελονοσία. Την παραμονή των Θεοφανείων του 1907, που ο Καπετάν Άγρας έφερε τον παπα-Νικόλα, από τη γειτονική Μαρίνα, για να κάνει Αγιασμό και να μεταλάβει τους άνδρες του, δέχτηκε αιφνιδιαστικά πυρά κομιτατζήδων μέσα στο χώρο της Κούγκας, όπου σκοτώθηκε ο πατέρας Νικόλαος και τραυματίσθηκαν δύο Εύζωνοι της ομάδας του.

Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1907, ο Άγρας αποχώρησε από τη λίμνη των Γιαννιτσών και εγκαταστάθηκε στη Νάουσα, αφενός για να αποθεραπευτεί από τα τραύματα και τους πυρετούς, αφετέρου για να διευθύνει τον αγώνα της περιοχής. Τον Απρίλιο του 1907, το Ελληνικό Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης υλοποιώντας απόφαση του κέντρου του Μακεδονικού Αγώνος από την Αθήνα, αποφάσισε να αντικαταστήσει τους αρχηγούς και τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν δοκιμαστεί και εξαντληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάμεσά τους και τον Καπετάν Άγρα, τον οποίο αντικατέστησε με τον λοχαγό Νικόλαο Δουμπιώτη, γνωστό ως Καπετάν Αμύντα. Προτού αναχωρήσει από την περιοχή, ο καπετάν Άγρας, ο οποίος λάμβανε πληροφορίες για την πτώση του ηθικού των Βουλγάρων κομιτατζήδων και τη διάθεση πολλών να διακόψουν τους δεσμούς τους με το κομιτάτο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Αγαπηνού τέτοια διάθεση εκδήλωσε και ο βοεβόδας Βάννη Ζλατάν, κι αποφάσισε να επισφραγίσει την δική του απόσυρση με τη θεαματική προσχώρηση στην Ελληνική πλευρά μεγάλης ομάδας κομιτατζήδων. Έτσι θέλησε να συναντηθεί με τους αρχηγούς των Βουλγαρικών τμημάτων Κασάπσκι και Ζλάταν, με σκοπό είτε να τους εξαγοράσει, είτε να τους πείσει να στραφούν ενωμένοι Έλληνες και Βούλγαροι κατά των Τούρκων. Ο Καπετάν Τέλλος Άγρας είχε ενημερώσει το προξενείο της Θεσσαλονίκης από τις 24 Μαΐου του 1907 για την πρόθεση του.

Αιχμαλωσία

Ο Αγαπηνός αγνοώντας την εισήγηση στενών συνεργατών του και των προκρίτων της Ναούσης, αποφάσισε να συναντηθεί με τους Βούλγαρους βοεβόδες και η συνάντηση ορίστηκε για τις 3 Ιουνίου 1907, σε ουδέτερο έδαφος, μεσημέρι Κυριακής στη θέση Γκαβράν Κάμιν, πάνω από την Αγία Φωτεινή του Βερμίου. Ο Αγαπηνός στην συνάντηση συνοδεύονταν από τον βιομήχανο Ζαφείριο Λόγγο, τον Τώνη Μίγγα και τέσσερις ακόμη οδηγούς. Ο Βούλγαρος βοεβόδας Ζλάταν εκμεταλλεύτηκε την αυτοθυσία του Αγαπηνού και τον αιχμαλώτισε άοπλο, μαζί με τους συνοδούς του, τους οποίους απελευθέρωσε κι έμεινε μόνο ο Μίγκας που αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον καπετάνιο του. Ο Αγαπηνός και ο Μίγκας διαπομπεύθηκαν και περιφέρθηκαν σαν ζώα, δεμένοι και ξυπόλητοι επί τέσσερις μέρες, στα χωριά της Βουλγαρικής Εξαρχίας ως δήθεν αιχμαλώτοι.

Τι ακολούθησε

Στις 8 Ιουνίου 1907, ο Λάμπρος Κορομηλάς, ο Έλληνας πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, απέστειλε στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα, το ακόλουθο τηλεγράφημα:
«Εξωτερικόν-Απόρρητον:Αρχηγός Άγρας Αγαπηνός επινοήσας έλθει συνεννόησιν προς Βουλγάρους οπλαρχηγούς χωρίς να ζητήσει ημετέραν άδειαν, χωρίς να ανακοινώσει πράγμα εις κανέναν εκ Ναούσης, εξήλθεν Κυριακή πρωί άοπλος μηδένα τωνοπλιτών παραλαβών, συνοδευόμενος υπό τεσσάρων κοινών Ναουσαίων και ενός Βουλγάρου, προς συνάντησιν Βουλγάρων. Τρεις ώρας δυτικώς Ναούσης παρά θέσιν Γαβράν Κάμιν, συνήντησε πρώτον απόσπασμα βλαχοποιμενικόν, είτα σώμα Βουλγάρων Ζλατάνη καί Γκεόργκι Κασάπτσε. Ούτοι επί δύο ώρες υπεκρίθησαν αισθήματα φιλίας μέχρις ου επείσθησαν ότι αρχηγός ουδέν είχε λάβει προφυλακτικόν μέτρον. Είτα συνέλαβον αυτόν και ένα, τον πιστότερον κατά κρίσιν των σύντροφον και απήγαγον. Τους άλλους απέλυσαν. Ολίγας ελπίδας έχω διασώσεως, παρ' όλα αμέσως ληφθέντα μέτρα.
Κορομηλάς.»

Απαγχονισμός

Ο Καπετάν Άγρας και ο Τώνης Μίγκας μεταφέρθηκαν από το χωριό Κερασιά στον μικρό κάμπο του Τεχόβου, και οι κομιτατζήδες επέλεξαν τον συγκεκριμένο τόπο για τη θανάτωσή τους, γιατί απείχε από χωριά εξαρχικά, ώστε να αποφευχθούν αντίποινα εις βάρος των κατοίκων τους και ήταν κοντά σε πολυσύχναστους δρόμους, ώστε να προσφέρεται για θέαμα και παραδειγματισμό των αμετανόητων γρεκομάνων. Οι Έλληνες Μακεδονομάχοι απαγχονίστηκαν από το κλαδί μιας καρυδιάς, κοντά το χωριό Τέχοβο τη νύκτα της 7ης Ιουνίου 1907. Δύο ημέρες μετά το πρώτο τηλεγράφημα του Λάμπρου Κορομηλά, το Υπουργείο έλαβε άλλο τηλεγράφημα: «10 Ιουνίου 1907. Άγρας και εις οδηγός του εφονεύθησαν Πέμπτην υπό Βουλγάρων. Λεπτομερείας ταχυδρομικώς εν σημερινώ ημερολόγισ Κορομηλά.» Το ημερολόγιο ανέφερε: «Την Παρασκευήν πρωί, χωρικοί εκ Τεχόβου ερχόμενοι εις Βοδενά μετά τινός χωροφύλακος, ευρον εις διασταυρώσεις οδών αγουσών εις Σαρακίνοβο-Τέχοβο-Βουλκογιάνοβο και επί δένδρου καρυδίας κρεμάμενα δύο πτώματα. Ειδοποιήθη ο Καϊμακάμης Βοδενών (Εδέσσης) όστις μετέβη επί τόπου και η ταυτότης τού Τώνη Μίγγα ανεγνωρίσθη υπό γνωριζόντων αυτόν χωρικών. Επί των πτωμάτων υπήρχεν επιγραφή εις Βουλγαρικήν. Εις μεν τον Άγραν : «Εκ Ναυπλίου γενικός αρχηγός σώματος Ναούσης συνεργαζόμενος με Τούρκους και Γκέκηδες, κατά το 85ον άρθρον του Κανονισμού τού Κομιτάτου ετιμωρήθη». Επί δε του Μίγγα : «Άντώνιος Μίγγας, Ναουσαίος». Ο καϊμακάμης και ο Γιούσμπασης ήθελαν να ταφώσιν εν Τεχόβω, τη παρακλήσει όμως προσδραμόντων χωρικών εκ Βλαδόβου και μεσολαβήσει του παρισταμένου χριστιανού αστυνόμου Άλέκου, επετράπη η μεταφορά αυτών εις Βλάδοβον όπου και ετάφησαν, ψαλείσης της νεκρωσίμου ακολουθίας και παρισταμένων όλων τών ορθοδόξων κατοίκων. Οι νεκροί εφωτογραφήθησαν. Δεν έφερον άλλας πληγάς πλήν των εκ του σχοινίου εις τον λαιμόν και εις τας χείρας. Κατά πληροφορίας των εν Βοδενοίς, ο Άγρας από ημέρας της συλλήψεώς του δεν ηθέλησεν να φάγη τίποτε.
Κορομηλάς.»

Νεκρώσιμη ακολουθία & Ταφή

Τα λείψανα του Καπετάν Άγρα και Τώνη Μίγγα σαβανώθηκαν από τη Μαρία Πάσχου, τη Μαρία Τζόλα και τη Μαρία Μπακιρτζή οι οποίες ήταν κάτοικοι του χωριού Βλάδοβο το σημερινό χωριό Άγρας. Την Εξόδιο Ακολουθία έψαλλε ο παπα-Χρίστος, ο εφημέριος του χωριού Βλάδοβο, με ψάλτη το δάσκαλο του χωριού Κωνσταντίνο Πάσχο. Οι σοροί των δύο ηρωικών νεκρών τάφηκαν την παραμονή της Πεντηκοστής, το Ψυχοσάββατο 9 Ιουνίου 1907, στη νότια πλευρά του περιβόλου της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου όπου βρισκόταν και το κοιμητήριο του χωριού. Στις 18 Οκτωβρίου 1912 στήθηκε μνημείο στο σημείο της ταφής του Καπετάν Άγρα στην αυλή της εκκλησίας του χωριού Άγρας. Στις 18 Οκτωβρίου 1961 έγινε μετακομιδή των οστών των δύο Μακεδονομάχων στον τόπο της θυσίας τους, όπου τοποθετήθηκαν σε ειδική κρύπτη εντός του μικρού ναού που ανεγέρθηκε. Οι τάφοι τους, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου διατηρούνται, αλλά είναι κενοτάφια.

Μνήμη Καπετάν Άγρα

Ο κλάδος της καρυδιάς, όπου κρεμάστηκαν οι δύο μαχητές, φυλασσόταν ως ιερό κειμήλιο σε αίθουσα της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Εδέσσης. Η ιστορία του Καπετάν Άγρα τραγουδήθηκε από τη λαϊκή μούσα και το εθνικό του έργο αποτελεί τμήμα του ιστορήματος «Στα μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, ενώ ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου έγραψε γι αυτόν τους στίχους:
«Τα περιστέρια ένα πρωί δεν είχανε χαρά
ήταν στην στέγη ενός σπιτιού και κλαίγανε
και στο διαβάτη λέγανε:
Αλίμονο που χάσαμε δύο ανήσυχα φτερά!
Να μην τα πήρε ο άνεμος; Μην ξαποσταίνουν κάπου;
Μην έπεσαν στη γης;
Τ’ αδέρφι μας δεν φαίνεται και τώρα πως θα πάμε;
Άσπρο καράβι, όλα μαζί, στον αέρα της αυγής;
Κι ένας μικρός κορυδαλλός τραγούδησε απ’ το ύψος.
Να μην το περιμένετε, τι δεν θα ξαναρθή.
Πολύν καιρό εχάρηκεν αξένοιαστο μαζί σας,
μα ήρθεν η ώρα της οργής, η ώρα να υψωθή.
Περιστεράκι μια βραδυά κοιμήθηκ’ αυτού κάτου,
και την αυγή εξύπνησε αητός.
Έχετε γειά ! Πήγε ψηλά κι ευφραίνει
τα ματωμένα του φτερά στη βρύση του φωτός.»

Στις φωτογραφίες που διασώθηκαν ο Άγρας διακρίνεται με τους συντρόφους του στο Βάλτο φορώντας γάντι στο δεξί χέρι γιατί του έλειπε η ονυχοφόρος φάλαγγα από το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού του. Το γάντι μαζί με το όπλο του, ένα μάνλιχερ, και την ξιφολόγχη του τα έστειλαν στους συγγενείς του και τα πήρε ο μικρός αδελφός του Νίκος που έζησε στο Benisuef της Αιγύπτου, ο οποίος τα πέταξε στον Νείλο ποταμό, όταν ο Νάσερ εφάρμοσε ειδικά μέτρα για τους Έλληνες της Αιγύπτου. Το χωριό Τέχοβο ονομάζεται σήμερα Καρυδιά και το χωριό Βλάντοβο, και τα δύο βρίσκονται στα όρια του νομού Πέλλης, όπου τάφηκε ο Καπετάν Άγρας, μετονομάστηκε σε Άγρας. Η ποδοσφαιρική ομάδα της κωμοπόλεως των Γαργαλιάνων ονομάζεται προς τιμήν του Τέλλος Άγρας ενώ και ο συμβολιστής ποιητής Ευάγγελος Ιωάννου έγινε γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Τον Ιούνιο του 2007 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος τίμησε τους Καπετάν Άγρα και Αντώνη Μίγγα με τρισάγιο που τέλεσε στον τόπο του μαρτυρίου τους όπου εκφώνησε ομιλία εθνικού περιεχομένου τιμώντας τα εκατό χρόνια από τον μαρτυρικό θάνατο τους.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΠαραπομπές

  1. [Το στρατιωτικό Σώμα του Ανθυπολοχαγού Τέλλου Άγρα εισήλθε πρώτο στη λίμνη των Γιαννιτσών στις αρχές του Σεπτεμβρίου 1906. Αποτελούνταν από δύναμη είκοσι ανδρών. Μετά από λίγες μέρες κατέφτασαν τα σώματα του Υπολοχαγού του Πεζικού Κωνσταντίνου Σάρρου ή Καπετάν Κάλα και του Ανθυποπλοίαρχου Ιωάννη Δεμέστιχα ή Καπετάν Νικηφόρου, με εικοσιπέντε άνδρες ο καθένας. Πρωταρχική αποστολή τους αποτελούσε η απομάκρυνση των Βουλγαρικών συμμοριών από τη λίμνη, οι οποίες είχαν εγκατασταθεί με ισχυρές δυνάμεις στο νοτιοδυτικό τμήμα της λίμνης, έτσι ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση εξορμήσεως και κέντρο ανεφοδιασμού των Ελληνικών σωμάτων για τις περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας.]


  • [Ὁ Μακεδονομάχος Σαράντος Ἀγαπηνός(Καπετάν Ἄγρας) myriobiblos.gr, Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Eπιστήμων]

  • Οι Γαργαλιάνοι στον Αγώνα του 1821 gargaliani.8m.com, (ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2020, 21:35'). 
  •  ΠΗΓΗ el.metapedia.org

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου