Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Η Μάχη του Μαραθώνα ως ένα ανατρεπτικό «ρεπορτάζ»

Το «ρεπορτάζ» για τη Μάχη του Μαραθώνα δεν τελειώνει στο «νενικήκαμεν». Μπορεί μάλιστα εκεί να αρχίζει για όσους θέλουν να πληροφορηθούν περισσότερα. Κι όμως, συνήθως σε αυτό το σημείο βλέπουμε να πέφτει η αυλαία και δεν μαθαίνουμε, για παράδειγμα, τι απόγιναν οι Μήδοι αιχμάλωτοι και νεκροί, πότε έφθασαν οι Λακεδαιμόνιοι, πού και αν τελικά θάφτηκαν οι βάρβαροι.



Στην περίφημη αφήγηση, την απόλυτα τεκμηριωμένη με αναφορές σε αρχαίες πηγές, του ιστορικού, φιλολόγου Χρήστου Δ. Διονυσόπουλου στο φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του «Η Μάχη του Μαραθώνα. Ιστορική και τοπογραφική προσέγγιση» (εκδόσεις Καπόν) μαθαίνουμε πολλά. Όπως ότι «την επομένη το πρωί, στις 14 Σεπτεμβρίου 490/89 π.Χ., οι Λακεδαιμόνιοι φθάνουν στην Αθήνα και πληροφορούνται τα συμβάντα. Δείχνουν ενδιαφέρον να επισκεφθούν το πεδίο της μάχης για να δουν τους Μήδους».


Έτσι, «νωρίς το απόγευμα έφθασαν στον Μαραθώνα, είδαν τους Μήδους (νεκρούς και αιχμαλώτους), επαίνεσαν τους Αθηναίους για το κατόρθωμά τους και αναχώρησαν για τη Σπάρτη. Την ίδια μέρα πιθανόν (πριν ή μετά την αναχώρηση των Σπαρτιατών) ή την επομένη, οι Αθηναίοι έθαψαν τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης». Ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει πού ακριβώς ετάφησαν οι νεκροί. Αυτή τη στιγμή γνωρίζουμε τη θέση ταφής των Αθηναίων και των Πλαταιών από την αρχαιολογική σκαπάνη.


Η άποψη ότι η καύση και ταφή των πεσόντων Αθηναίων έγιναν εσπευσμένα, παρουσία λίγων συγγενών και ντόπιων από τον Μαραθώνα, με ελάχιστα κτερίσματα (τα αγγεία που έχουν βρεθεί είναι λιγότερα από τον αριθμό των 192 νεκρών), αποδίδεται στο άγχος των Αθηναίων για τον περσικό κίνδυνο που δεν είχε περάσει ή στην υψηλή θερμοκρασία της εποχής. Αν ίσχυε το δεύτερο, που είναι και το πιο πιθανό, γιατί άφησαν άταφους τους 6.400 Πέρσες; Δεν υπήρχε κίνδυνος για τη δημόσια υγεία;

«Ο Αριστείδης, που είχε παραμείνει με τη φυλή του στον Μαραθώνα όταν ο υπόλοιπος στρατός έσπευδε για την Αθήνα, είχε αναλάβει αποκλειστικά, κατά τον Πλούταρχο, τη φύλαξη των αιχμαλώτων και των λαφύρων. Μπορεί να περιποιήθηκε τους τραυματίες, μπορεί να περισυνέλεξε και να έπλυνε τα πτώματα, να ξεχώρισε τους Αθηναίους νεκρούς από τους Πλαταιείς, τους δούλους και τους Πέρσες. Όμως δεν τους είχε ανατεθεί η ταφή των νεκρών».

Και η θέση της ταφής των Περσών τεκμαίρεται από την εύρεση μεγάλου αριθμού οστών ανάμεσα στην εκκλησία της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας -όπου έχει στηθεί το Τρόπαιο- και το Μεγάλο Έλος. Αρχικά είχε διατυπωθεί η άποψη ότι το Τρόπαιο της νίκης του Μαραθώνα στήθηκε πάνω στα οστά των Περσών. Τα νέα ευρήματα, όμως, και κυρίως ο εντοπισμός της λίθινης βάσης του αρχικού ξύλινου Τροπαίου από τον Μανώλη Κορρέ σε ένα χαμηλό χωμάτινο τύμβο δείχνουν πως το Τρόπαιο στήθηκε πιθανότατα πάνω στο στρατόπεδο των Περσών και συγκεκριμένα στο σημείο όπου ήταν η σκηνή του Δάτη και όχι πάνω στα οστά τους.

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, εκτός από υπέροχος αφηγητής, αποδεικνύεται πολύ προσεκτικός μελετητής των αρχαίων πηγών. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας, όπως επίσης και ερμηνεύοντας τον Ηρόδοτο, βγάζει ανατρεπτικά συμπεράσματα για το μεγάλο αυτό ιστορικό γεγονός που άλλαξε τον ρου της Ιστορίας. Για παράδειγμα, αναφέρει πως η μάχη δεν έγινε πρωί, όπως ξέραμε από παλιότερους μελετητές, αλλά στις 5 το απόγευμα. Και η διάρκειά της δεν ήταν μεγάλη, κράτησε μόνο τρεις ώρες.



Οι Αθηναίοι ρίχτηκαν στον εχθρό όταν τα άλογα των Περσών ήταν στους στάβλους, δηλαδή το απόγευμα. Και επέλεξαν αυτή την ώρα για να μην έχουν να αντιμετωπίσουν και το ιππικό. Χρησιμοποίησαν πρώτοι την τακτική της δρομαίας εφόδου στα τελευταία 200 μέτρα πριν από τη σύγκρουση για να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των τόξων. Για την παράταξη του στρατού, εφαρμόστηκε η ευφυής στρατηγική του Μιλτιάδη ενίσχυσης των δύο πτερύγων σε σχέση με το ασθενές κέντρο, ώστε την κατάλληλη στιγμή να τους περικυκλώσουν.

Όσο για τον αριθμό των στρατιωτών που ποικίλλει από μελετητή σε μελετητή, εδώ αναφέρεται πως οι μάχιμοι Έλληνες πρέπει να ήταν 10.000, δηλαδή εννιά φορές λιγότεροι των Περσών (90.000).

Μια άλλη εικόνα μάς δίνει και για το θρυλικό δρομέα Φειδιππίδη, ο οποίος λεγόταν μάλλον «Φιλιππίδης». Το όνομα αυτό αναφέρεται στον Λουκιανό ως πραγματικό πρόσωπο πρώτη φορά και σε 273 άλλες περιπτώσεις, ενώ ο Φειδιππίδης μόνο σε 2 περιπτώσεις. Οι αγγελιαφόροι της νίκης δεν ήταν ένας, αλλά δύο. Καθένας ακολούθησε διαφορετική διαδρομή. Την παραλιακή ο ένας, την ορεινή ο άλλος. «Ο ένας έτρεξε καβαλάρης, ο άλλος πεζός κι αρματωμένος. Ο καβαλάρης πήγε από το Χαλάντρι, ο πεζός έπιασε Σταμάτα... έφτασε τέλος στην Αθήνα. "Ενικήσαμε" κ' είπε, κ' έπεσε εφτύς κ' εξεψύχησε. Ο καβαλάρης ταχυδρόμος ακόμη δεν εφάνηκε!»

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, λίγο πριν απ' τις 5.30, οι νικητές του Μαραθώνα επιστρέφουν στο άστυ και στρατοπεδεύουν στο Ηράκλειο του Κυνοσάργους, για να αντιμετωπίσουν τη νέα περσική απειλή. Όταν όμως τους είδαν οι Πέρσες, κατάλαβαν ότι ο αιφνιδιασμός τους απέτυχε, έμειναν λίγο ανοιχτά του Φαλήρου και απέπλευσαν για τη Μ. Ασία.

ΠΗΓΗ erroso

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου