Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2022

Το διάγγελμα Τζο Μπάιντεν για τον Βλ. Πούτιν και ο κίνδυνος επειδή ΗΠΑ και Ρωσία “πολεμούν” με… διαφορετικά όπλα

Το διάγγελμα Μπάιντεν συνιστά άλλη μια ψηφίδα στο πλαίσιο της διαχείρισης της ουκρανικής κρίσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Κεντρικό επιχείρημα της ανάλυσης του διαγγέλματος, είναι πως το γεγονός ότι οι δυο πραγματικοί αντίπαλοι μάχονται με διαφορετικά όπλα, είναι κάτι καινοφανές στη σύγχρονη ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Αυτό σημαίνει ότι ως μέθοδος δεν έχει δοκιμαστεί επαρκώς και εγείρει εύλογους φόβους ότι μπορεί να ωθεί σε κλιμάκωση αντί σε αποκλιμάκωση…

Του Ζαχαρία Μίχα*
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA)


Ο Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε την επιβολή κυρώσεων στη “ρωσική ελίτ” και σε δύο ρωσικές τράπεζες, εκ των οποίων η μία σχετίζεται με τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις. Κατηγόρησε ευθέως για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί τον Βλάντιμιρ Πούτιν. Ωστόσο, στο ενθαρρυντικό μέρος του διαγγέλματος, τόνισε ότι η πόρτα της διπλωματίας παραμένει ανοιχτή, όμως η ειλικρίνεια της επιθυμίας των Ρώσων να εμπλακούν, θα κριθεί από τις πράξεις και όχι τις διακηρύξεις.

Ο Αμερικανός πρόεδρος χάραξε μια γραμμή λέγοντας ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν “κάθε σπιθαμή” ΝΑΤΟϊκού εδάφους, ενέκρινε την ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων στις χώρες της Βαλτικής προφανώς σε ρόλο “πυροκροτητή” (trigger), ενώ δεσμεύθηκε πως η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να εξοπλίζει με “αμυντικά όπλα” (sic) την Ουκρανία.

Οι οικονομικές κυρώσεις παρότι προφανώς πλήττουν τη ρωσική οικονομία, αποκόπτοντας την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές για δανεισμό μέσω ομολόγων, δεν μπορούν να την γονατίσουν. Ο Μπάιντεν ξεκαθάρισε ότι αυτό είναι ένα πρώτο βήμα και οι κυρώσεις θα κλιμακωθούν. Αυτές οι κυρώσεις είναι σοβαρότερες από την απαγόρευση επενδύσεων, χρηματοδότησης και γενικότερα διενέργειας συναλλαγών με τις “Λαϊκές Δημοκρατίες” του Λουγκάνσκ και του Ντονιέτσκ.


Λες και θα συνωστίζονταν ποτέ επενδυτές και δυτικά κεφάλαια για να επενδύσουν εκεί. Ίσως τελικά να είναι οι αγορές που μπορούν να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικές. Χθες, το ρούβλι και οι ρωσικές χρηματαγορές βρέθηκαν σε ελεύθερη πτώση. Ωστόσο, είναι μάλλον εμφανές ότι και οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν πως οι οικονομικές κυρώσεις δεν αρκούν για να αποτρέψουν την κλιμάκωση των ρωσικών στρατιωτικών ενεργειών εάν το Κρεμλίνο το αποφασίσει. Αυτό δεν πρέπει να ακούστηκε και πολύ καθησυχαστικό στα αυτιά των κυβερνώντων στο Κίεβο.

Η εκτίμηση Μπάιντεν είναι ότι η μεθόδευση από ρωσικής πλευράς στήνει το σκηνικό για την κατάληψη περισσοτέρων ουκρανικών εδαφών από όσα καταλαμβάνουν οι δυο “Δημοκρατίες”. Εξέφρασε την ελπίδα να σφάλει. Εξίσου βέβαια ισχυρό είναι και το αντεπιχείρημα ότι πραγματικός στόχος της ρωσικής ηγεσίας είναι πείθοντας για την αποφασιστικότητά της να προχωρήσει, να οδηγήσει την Ουάσιγκτον σε συνδιαλλαγή.

Ο πραγματικός προβληματισμός, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, είναι το να διαπιστωθεί στην πράξη πως θα λειτουργήσει το ότι κάθε πλευρά “πολεμάει” με διαφορετικά όπλα. Η μία ακολουθεί την παραδοσιακή οδό της “σκληρής” στρατιωτικής ισχύος, ενώ η άλλη με το μοντέρνο οικονομικό οπλοστάσιο. Γεγονός παραμένει ότι δυτικά στρατεύματα δεν υπάρχουν στο έδαφος, ώστε να παιχθεί το κλασικό παιχνίδι της αποτροπής. Δεδομένης της βεβαιότητας για την ικανότητα και των δυο πλευρών να επιφέρουν σφοδρά πλήγματα η μία στην άλλη, να αποκαταστήσει διά της διπλωματίας κάποια ισορροπία.

Το πρόβλημα αυτής της οπτικής, είναι ότι εάν η ρωσική οικονομία αισθανθεί πίεση λόγω των κυρώσεων, προφανής επιλογή είναι η κάθετη κλιμάκωση. Στόχος θα είναι να εκθέσει την απροθυμία της Δύσης να διακινδυνεύσει θύματα από μια πολεμική αναμέτρηση. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόφαση γεωγραφικής επέκτασης των απειλών για ρωσική εισβολή και μετατροπή της Ουκρανίας σε περίκλειστο κράτος με αποκοπή της από τη Μαύρη Θάλασσα.

Σε ένα πιο ακραίο σενάριο, εάν η Ρωσία στρεφόταν και εναντίον των Βαλτικών χωρών (πράγμα μάλλον απίθανο), δεν θα άφηνε επιλογή στο ΝΑΤΟ. Θα το υποχρέωνε και στρατιωτικοποιήσει την κρίση. Εκεί η ρωσική ηγεσία θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα εκδηλωθεί διάθεση εμπλοκής στη διπλωματία.

Ακριβώς γι’ αυτό είναι εύλογος ο φόβος ότι –πάντα σε ακραίο σενάριο– η κλιμάκωση να θεωρηθεί στη Μόσχα σαν εργαλείο επίτευξης πολιτικών στόχων. Από την άλλη, όμως, μία τέτοια κλιμάκωση θα έφερνε τη Δύση στο “μη περαιτέρω” με ό,τι αυτό σημαίνει. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διαχείριση της κρίσης με όρους αποτροπής της πολεμικής σύγκρουσης θα τεθεί σε κίνδυνο. Αυτό είναι αυτονόητο όσο αυξάνονται οι αβεβαιότητες. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο λάθος υπολογισμός των προθέσεων του αντιπάλου και των περιθωρίων που θεωρεί πως έχει, σε συνδυασμό με την επιθυμία αμφοτέρων οι ενέργειές τους να μην δώσουν στην άλλη πλευρά και το διεθνές ακροατήριο την εικόνα αδυναμίας.

Μια λάθος κίνηση που θα παραβιάσει κόκκινη γραμμή αρκεί για να οδηγήσει σε καταστροφή. Διότι δεν χρειάζεται θεωρητική κατάρτιση για να διαπιστώσει κάποιος ότι τέτοιες καταστάσεις μεταξύ ισχυρών δυνάμεων που διαθέτουν και πυρηνικά οπλοστάσια, ρέπουν στην κλιμάκωση, άρα είναι εξ ορισμού άκρως αποσταθεροποιητικές.

ΠΗΓΗ defence-point

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου