Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2021

Στόχος η αποτροπή, φόβος η επίσπευση

Άγγελος Στάγκος
Από το kathimerini

Δεν υπάρχουν πειστικά επιχειρήματα που να αμφισβητούν τη χρησιμότητα της ελληνογαλλικής συμφωνίας. Από τη δεκαετία του 1960 όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις επιζητούσαν –αν δεν παρακαλούσαν– από τον ποικιλώνυμο «διεθνή παράγοντα» προστασία απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Δεν τη βρήκαν ποτέ στο παρελθόν, τουλάχιστον στον βαθμό που την ήθελαν, ούτε στο άρθρο 51 του καταστατικού του ΟΗΕ, ούτε στο άρθρο 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), ούτε στο άρθρο 42 της Συνθήκης της Λισσαβώνας (Ευρωπαϊκή Ενωση).

Οι λόγοι είναι γνωστοί. Η Αγκυρα διαχρονικά αδιαφορεί για το διεθνές δίκαιο, η αξία του τουρκικού οικοπέδου ήταν και παραμένει πολύ μεγάλη για τη Δύση, η Τουρκία φρόντιζε στο παρελθόν να κινείται μέσα στο δυτικό πλαίσιο, τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν τη διεθνή σκηνή, η βούληση των πυλώνων της Δύσης να κρατήσουν

ισορροπίες σε δήθεν «διμερείς» διαφορές είναι έκδηλη, οι διατυπώσεις στα προαναφερθέντα άρθρα αφήνουν (επίτηδες βέβαια) μεγάλα περιθώρια ερμηνείας, ώστε να αναιρείται στην πράξη η όποια υποχρεωτικότητα για τα συμβαλλόμενα μέρη.
Αναμφίβολα, η ελληνογαλλική συμφωνία είναι πολύ πιο συγκεκριμένη και καλύπτει σε μεγάλο βαθμό την υποχρέωση αλληλοβοήθειας των δύο μερών, ειδικά όταν δέχονται επίθεση σε εδάφη υπό την κυριαρχία τους, ακόμη και αν ο επιτιθέμενος ανήκει στην ίδια συμμαχία (Τουρκία, ΝΑΤΟ). Από την άλλη πλευρά υπάρχει όντως θέμα ασάφειας σχετικά με την υποχρέωσή τους να σπεύδουν σε στρατιωτική βοήθεια όταν απειλούνται τα κυριαρχικά δικαιώματα του ενός εκ των δύο σε ζώνες και περιοχές, όταν αυτά δεν υπάγονται στη στενή έννοια της κυριαρχίας. Ελπίζεται ότι είτε αυτό θα διευκρινισθεί κάποια στιγμή μέσω διαβουλεύσεων, είτε δεν θα χρειαστεί να δοκιμαστεί επί του πεδίου, εφόσον η συμφωνία δράσει αποτρεπτικά… Αλλωστε αυτός είναι ο βασικός στόχος.
Σε ό,τι αφορά την αμυντική θωράκιση της χώρας, δεν συζητείται ότι μια τέτοια συμφωνία ήταν και είναι αναγκαία. Η στοιχειώδης στρατιωτική ισορροπία με την Τουρκία είχε χαθεί από χρόνια, καθώς εκείνη παρακολουθούσε στενά τη στρατιωτική τεχνολογία, ανέπτυσσε ανάλογα την αντίστοιχη βιομηχανία της και εξοπλιζόταν ραγδαία για να υπηρετήσει τους στόχους της, ενώ η Ελλάδα έκανε ασκήσεις αδρανούς ομφαλοσκοπίας. Τρανό παράδειγμα τα drones, που προφανώς κανείς από τη στρατιωτική και την πολιτική ηγεσία της ελληνικής πλευράς δεν είχε καταλάβει επί χρόνια τη χρησιμότητά τους. Με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητο τώρα να γίνουν οι τεράστιες δαπάνες που απαιτούν οι προμήθειες οπλικών συστημάτων όλων των ειδών. Οι ενστάσεις που προβάλλουν κόμματα της αντιπολίτευσης για τα κονδύλια που απαιτούνται ταιριάζουν απόλυτα με την αρλουμπολογία και την ασυναρτησία που τα χαρακτηρίζει.

Είναι αλήθεια ότι για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση η Ελλάδα συνδέει τόσο μονομερώς τα εξοπλιστικά της προγράμματα με μια χώρα. Προηγούμενες κυβερνήσεις φρόντιζαν να ικανοποιούν όλους τους μεγάλους δυτικούς κατασκευαστές όπλων και μερικούς μικρότερους. Αγοράζαμε από τις ΗΠΑ κυρίως, αλλά και από τη Γαλλία, τη Γερμανία, κάποια από την Ιταλία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Σε αυτήν τη συγκυρία, σχεδόν αποκλειστικός προμηθευτής είναι η Γαλλία και όχι τυχαία. Συνδέεται με τη στάση της γαλλικής κυβέρνησης όταν εκδηλώθηκε τόσο έντονα η προσπάθεια του καθεστώτος Ερντογάν να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο και να αιχμαλωτίσει ουσιαστικά την Ευρώπη, το ενδιαφέρον της Γαλλίας για την περιοχή, το γεγονός ότι η πολεμική τεχνολογία της είναι αποδεδειγμένα υψηλών δυνατοτήτων, την προθυμία που έδειξε για γρήγορη παράδοση των οπλικών συστημάτων, τη συνεχή προσπάθεια του Μακρόν να προωθήσει τη στρατιωτική αυτοτέλεια της Ευρώπης με τη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατού. Κάτι που αποτελεί διακαή πόθο της Αθήνας μαζί με την αναγνώριση των ελληνικών συνόρων ως ευρωπαϊκών.

Απολύτως αναμενόμενο να υπάρχουν αντιδράσεις. Το πρώτο δείγμα των αντιδράσεων ήλθε φυσικά από την Αγκυρα μετά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου και αφού προηγουμένως ο Ερντογάν είχε συναντηθεί με τον Πούτιν για να στείλει νέα μηνύματα αποστασιοποίησης από τη Δύση. Η ρητορική είναι και πάλι απειλητική και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της επίσπευσης (!) πρόκλησης θερμού επεισοδίου πριν παραδοθούν στην Ελλάδα τα πλοία και τα αεροπλάνα της ελληνογαλλικής συμφωνίας. Ευτυχώς, οι ΗΠΑ την «ευλόγησαν», αλλά μάλλον αναμένουν κάποιο αντάλλαγμα, ίσως την επ’ αόριστον (η Αθήνα μιλάει για πενταετή) επέκταση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας. Η Γερμανία δεν έχει εκφραστεί, ούτε πρόκειται να το κάνει εμφανώς.

ΠΗΓΗ kathimerini

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου