Τρίτη, 13 Ιουλίου 2021

Πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου: Πώς εγκαταλήφθηκε στην… τύχη της η Αμμόχωστος

Η εγκατάλειψη της υπόθεσης της Αμμοχώστου

Δημήτριος Χ. Χατζηχαμπής
Από το infognomonpolitics


Τώρα που το άνοιγμα της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση πέρασε από τη δυνατότητα στην πιθανότητα και από την πιθανότητα στην επικείμενη εφαρμογή, και που όλες οι έγκαιρες προτάσεις και προειδοποιήσεις έχουν αγνοηθεί, ακόμα και τα όποια περιθώρια της υπομονής και της ανοχής των κατοίκων της έχουν πλέον εκλείψει και οι όποιες αμφιβολίες για τη διαχρονική εγκατάλειψη της υπόθεσης της Αμμοχώστου έχουν διαλυθεί.
Οι ευθύνες των κυβερνήσεων μας ανάγονται σε βάθος χρόνου, αρχίζοντας από την απόρριψη του Αγγλοαμερικανοκαναδικού σχεδίου το 1978. Η πρόταση για άμεση επιστροφή της Αμμοχώστου έγινε μόλις τέσσερα χρόνια μετά από την κατάληψή της και ενώ η πόλη δεν είχε ακόμα εποικισθεί και φθαρεί. Δεν υπήρχαν όροι για την επιστροφή της, παρά μόνο η έναρξη συνομιλιών στη βάση της Συμφωνίας Υψηλού Επιπέδου του 1977. Θα επέστρεφαν τότε ουσιαστικά όλοι οι κάτοικοι της Αμμοχώστου και λίγα θα εχρειάζοντο για να καταστεί η πόλη και πάλι λειτουργική, η δε επανεγκατάσταση δεν θα ανατρέπετο αν οι συνομιλίες δεν απέδιδαν. Η συνοπτική απόρριψη τής τόσο ωφέλιμης και άνευ όρων πρότασης χωρίς αποχρώντα λόγο καταδίκασε τους κατοίκους της Αμμοχώστου σε συνέχιση της εξορίας τους στην ίδια τους τη χώρα και εύλογα αποδόθηκε σε οικονομικά συμφέροντα και πολιτικές παρεμβάσεις. Έκτοτε δημιουργήθηκε αρνητική διάθεση προς την επιστροφή της Αμμοχώστου σε συνάρτηση και με τα οικονομικά συμφέροντα που προέκυψαν στις μη κατεχόμενες περιοχές και με το συναισθηματικό σύνθημα του ‘ή όλοι ή κανένας’ πίσω από την παρανοημένη ‘Αμμοχωστοποίηση’ του Κυπριακού. Είναι ως εκ τούτου πάγιες και βαρύτατες οι ευθύνες για την απόρριψη του Αγγλοαμερικανοκαναδικού σχεδίου και για τη συνεχιζόμενη παραμονή της Αμμοχώστου στην Τουρκική ομηρία.


Δεν είναι τυχαίο που στη συνέχεια δεν προωθήθηκε ούτε η Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου του 1979 που προέβλεπε την παροχή προτεραιότητας στο θέμα της Αμμοχώστου ούτε το ψήφισμα 550 του 1984 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το οποίο, εκφράζοντας τη βούληση της διεθνούς κοινότητας για διαχωρισμό του θέματος της Αμμοχώστου από τη λύση του Κυπριακού, κήρυττε απαράδεκτες τις ήδη εκδηλωθείσες προσπάθειες για εποικισμό οποιουδήποτε μέρους της πόλης και απαιτούσε τη μεταβίβασή της στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών προς επανεγκατάσταση. Η ίδια πολιτική αδράνεια υπήρξε και μετά από το δεύτερο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το 789 του 1992, το οποίο ουσιαστικά επαναλάμβανε και ενίσχυε το 550.


Και ενώ ο τουρκικός εποικισμός μέρους της πόλης κατέστη γεγονός, η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη τη στάση μας να μην προβάλλουμε την κατά προτεραιότητα διευθέτηση του θέματος της Αμμοχώστου, προώθησε τη θέση ότι η Αμμόχωστος αποτελεί μέρος της συνολικής λύσης του Κυπριακού, οι επανειλημμένες διαπραγματεύσεις για την οποία όμως ουδέποτε απέδωσαν πέραν της δημιουργίας διαρκώς διαψευδομένων προσδοκιών, αφού μάλιστα η απόρριψη του σχεδίου Ανάν το 2004 συνέβαλε στην εδραίωση της δαιμονοποίησης της συμφωνημένης λύσης δικοινοτικής και διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα. Οι δε όποιες προτάσεις για εφαρμογή των ψηφισμάτων 550 και 789 προσέκρουαν στη δικαιολογία ότι έθεταν όρους που αναβάθμιζαν το ψευδοκράτος, ως η διπλωματία να μη διέθετε τη φαντασία και τη δυνατότητα να αποφύγει κάτι τέτοιο. Και οι κυβερνήσεις μας, αντί να προτάσσουν τα ψηφίσματα αυτά για την κατά προτεραιότητα επιστροφή της Αμμοχώστου και να διαμορφώνουν συγκεκριμένες προτάσεις προς τούτο, απεδέχθησαν την υποβάθμιση της Αμμοχώστου ως μέρους της μήποτε επερχόμενης λύσης.


Όταν οι συνομιλίες στο Κραν Μοντάνα κατέρρευσαν, η υπόθεση της Αμμοχώστου δεν επέτρεπε άλλη καθυστέρηση αφού ο περαιτέρω εποικισμός και της περίκλειστης πόλης ή άνοιγμα της υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση ήταν πλέον ορατά ενδεχόμενα. Για τον κίνδυνο αυτό και την ανάγκη άμεσης επαναπροώθησης του θέματος προειδοποιήθηκε τότε κατά κόρον η Κυβέρνηση και ο πολιτικός κόσμος μέσα από τη γνωστή πρόταση που υπέβαλαν οι Θεόφιλος Θεοφίλου, Γεώργιος Αρέστης και ο γράφων, με σκοπό να αποτρέπετο οποιαδήποτε Τουρκική πρωτοβουλία και να προσφέροντο τέτοια οφέλη στους Τουρκοκύπριους ώστε να καθίστατο ελκυστική για αυτούς και στηρίξιμη από τη διεθνή κοινότητα και την Ευρωπαική Ένωση. Και ενώ η πρόταση έτυχε της έγκρισης της κυβέρνησης από τον Μαίο του 2018 και της διαβεβαίωσης ότι θα προωθείτο σύντομα, τούτο δεν έγινε χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση.


Τώρα που η Τουρκική πλευρά πήρε την πρωτοβουλία του θέματος, δυστυχώς δικαιώνοντας τις προειδοποιήσεις και την αναγκαιότητα της πρότασης, οι ευθύνες της Κυβέρνησης για μία ακόμα διολίσθηση της υπόθεσης της Αμμοχώστου, αυτή τη φορά κρίσιμη, επαυξάνονται τα μέγιστα. Ο άμεσος πλέον κίνδυνος εκμετάλλευσης της πόλης από την Τουρκική πλευρά με πολυδιάστατες και απρόβλεπτες συνέπειες δεν θα μπορεί να αντιμετωπισθεί με τις μεγαλόστομες δηλώσεις, καταδίκες, καταγγελίες και λεκτικές απειλές στις οποίες προβαίνει η Κυβέρνηση, ούτε μπορούν αυτές να καλύψουν τις διαχρονικές ευθύνες για την εγκατάλειψη της υπόθεσης της πόλης ως προτεραιότητας. Και δεν θα υπάρχει δικαιολογία αν ο κόσμος της Αμμοχώστου διχαστεί σε περίπτωση που κληθεί να επιστρέψει υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Ούτε θα έχουν άδικο όσοι θεωρούν ότι η Αμμόχωστος θυσιάστηκε μέσα στα χρόνια ώστε να διατηρηθεί το στάτους κβο, τόσο ποικιλότροπα ευνοϊκό για πολλούς. Το στάτους κβο όμως δεν φαίνεται να διαρκεί άλλο.

* Πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 

ΠΗΓΗ infognomonpolitics

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου