
Εισαγωγή
Στις 3 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιωάννης Μεταξάς βρέθηκε απέναντι στον Ιταλό πρεσβευτή Εμανουέλε Γκράτσι, στο σπίτι του στην Κηφισιά.
Το τελεσίγραφο που του παρέδωσε απαιτούσε από την ελληνική κυβέρνηση να επιτρέψει στις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της χώρας. Η προθεσμία έληγε στις 6 το πρωί.
Η απάντηση του Μεταξά έμεινε στην Ιστορία:
«Alors, c'est la guerre.»
«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».
Λίγες ώρες αργότερα, ο ελληνικός λαός θα συμπύκνωνε εκείνη την απάντηση σε μία μόνο λέξη:
ΟΧΙ.
Όμως ο Ιωάννης Μεταξάς της 28ης Οκτωβρίου δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στην ελληνική Ιστορία εκείνο το ξημέρωμα.
Πίσω από τον πρωθυπουργό που απέρριψε το ιταλικό τελεσίγραφο βρισκόταν ένας άνθρωπος με περισσότερα από πενήντα χρόνια στρατιωτικής και πολιτικής διαδρομής.
Αξιωματικός του Μηχανικού.
Επιτελής.
Σπουδαστής της Πολεμικής Ακαδημίας του Βερολίνου.
Στέλεχος του Γενικού Επιτελείου.
Πρωταγωνιστής των στρατιωτικών σχεδιασμών των Βαλκανικών Πολέμων.
Πολιτικός του Εθνικού Διχασμού.
Αρχηγός κόμματος.
Υπουργός.
Πρωθυπουργός.
Και από τις 4 Αυγούστου 1936 επικεφαλής ενός αυταρχικού καθεστώτος που
κυβέρνησε τη χώρα χωρίς την κανονική λειτουργία του κοινοβουλευτικού
συστήματος.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος θα βρισκόταν αντιμέτωπος με την απόφαση που έμελλε να συνδεθεί περισσότερο από κάθε άλλη με το όνομά του.
Για να κατανοήσουμε, όμως, τον Μεταξά του 1940, πρέπει να επιστρέψουμε πολύ πίσω.
Στην Ιθάκη του 1871.
Από την Ιθάκη στη στρατιωτική σταδιοδρομία
Βερολίνο, 1902.
Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά), μαζί με τους Ιπποκράτη Παπαβασιλείου (αριστερά) και
Ξενοφώντα Στρατηγό (κέντρο), κατά τη φοίτησή τους στην Πολεμική Ακαδημία του
Βερολίνου.
Πηγή: ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ, Φωτογραφικό
Αρχείο, Συλλογή Ιπποκράτη Παπαβασιλείου.
Ο Ιωάννης Μεταξάς γεννήθηκε στις 12 Απριλίου 1871 στο Βαθύ της Ιθάκης. Πατέρας του ήταν ο Παναγής Μεταξάς, κεφαλληνιακής καταγωγής, ο οποίος εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως έπαρχος της Ιθάκης, και μητέρα του η Ελένη Κωνσταντίνου Τριγώνη, καταγόμενη από το Αγρίνιο. Η ημερομηνία και ο τόπος γέννησής του τεκμηριώνονται ακόμη και από χειρόγραφη σημείωση του πατέρα του που διασώζεται στο αρχείο Μεταξά.
Η οικογένεια είχε παλαιές ρίζες στα Επτάνησα και ο κλάδος της οικογένειας Μεταξά-Αντζουλακάτου είχε περιληφθεί στο Libro d'Oro των Ιονίων Νήσων κατά την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας.
Τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια συνδέθηκαν κυρίως με την Κεφαλονιά. Το 1885, σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών, εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
Από εκεί άρχισε ουσιαστικά μια στρατιωτική διαδρομή που θα καθόριζε μεγάλο μέρος της μετέπειτα ζωής του.
Αποφοίτησε ως αξιωματικός του Μηχανικού και συνέχισε την εκπαίδευσή του στο αντικείμενο του όπλου του. Το 1897 συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο, υπηρετώντας στο επιτελείο του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου.
Η ήττα της Ελλάδας στον πόλεμο εκείνο υπήρξε οδυνηρή. Για τον νεαρό αξιωματικό, όμως, αποτέλεσε και ένα σκληρό μάθημα για τις αδυναμίες της στρατιωτικής οργάνωσης της χώρας.
Λίγα χρόνια αργότερα θα του δινόταν η δυνατότητα να γνωρίσει από κοντά ένα εντελώς διαφορετικό στρατιωτικό σύστημα.
Από το 1899 έως το 1903 φοίτησε στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα επιτελικής εκπαίδευσης της εποχής. Η παραμονή του στη Γερμανία τον έφερε σε άμεση επαφή με την πρωσική στρατιωτική οργάνωση, τον επιτελικό σχεδιασμό και την ιδιαίτερη σημασία που αποδιδόταν στην προετοιμασία ενός στρατού πριν ακόμη αρχίσει ο πόλεμος.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα εντάχθηκε στον μηχανισμό του Γενικού Επιτελείου, συμμετέχοντας στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Ελληνικού Στρατού.
Αυτή η πλευρά της προσωπικότητάς του —ο αξιωματικός που σκεφτόταν πρωτίστως με όρους επιτελικής προετοιμασίας, σχεδίων επιστράτευσης, συγκέντρωσης δυνάμεων και στρατηγικών επιλογών— δεν θα εξαφανιζόταν όταν, πολλά χρόνια αργότερα, θα περνούσε οριστικά στην πολιτική.
Θα τον ακολουθούσε μέχρι το 1940.
Και πριν από αυτό, θα δοκιμαζόταν σε δύο πολέμους που άλλαξαν τον χάρτη της Ελλάδας:
στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–1913.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και το Επιτελείο
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912–1913 αποτέλεσαν την περίοδο κατά την οποία ο Ιωάννης Μεταξάς απέκτησε την πρώτη μεγάλη πολεμική και επιτελική εμπειρία της σταδιοδρομίας του.
Ήδη πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων είχε χρησιμοποιηθεί σε αποστολές που ξεπερνούσαν τα στενά όρια της στρατιωτικής υπηρεσίας. Τον Σεπτέμβριο του 1912 στάλθηκε στη Σόφια και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τη στρατιωτική συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας, στο πλαίσιο της συμμαχίας που διαμορφωνόταν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου εντάχθηκε, με τον βαθμό του λοχαγού, στο επιτελείο της Στρατιάς Θεσσαλίας υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Αρχηγός του Επιτελείου ήταν ο Παναγιώτης Δαγκλής, υπαρχηγός ο Βίκτωρ Δούσμανης και μεταξύ των επιτελών βρίσκονταν ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Ξενοφών Στρατηγός και ο Κωνσταντίνος Πάλλης.
Ο Ελληνικός Στρατός πέρασε τα σύνορα στις 5 Οκτωβρίου 1912 και ακολούθησαν οι επιχειρήσεις στην Ελασσόνα, στο Σαραντάπορο, στα Σέρβια, στην Κοζάνη και στα Γιαννιτσά.
Στις 26 Οκτωβρίου 1912 ο Μεταξάς βρέθηκε μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας.
Μαζί με τον Βίκτωρα Δούσμανη έφθασε ως αντιπρόσωπος του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου στη Θεσσαλονίκη για τις τελικές διαπραγματεύσεις με τον Οθωμανό αρχιστράτηγο Χασάν Ταχσίν Πασά.
Ύστερα από δίωρη σύσκεψη, στις 11 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης και του εκεί Οθωμανικού Στρατού.
Στο ιστορικό εκείνο έγγραφο βρίσκονται και οι υπογραφές του Βίκτωρα Δούσμανη και του Ιωάννη Μεταξά.
Λίγους μήνες αργότερα ο Μεταξάς βρέθηκε στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου ο Ελληνικός Στρατός επιχειρούσε εναντίον της ισχυρά οχυρωμένης τοποθεσίας του Μπιζανίου, που προστάτευε τα Ιωάννινα. Συμμετείχε στον επιτελικό σχεδιασμό των επιχειρήσεων που οδήγησαν στην πτώση της οχυρωμένης τοποθεσίας και στην απελευθέρωση της πόλης τον Φεβρουάριο του 1913. Στο πρωτόκολλο παράδοσης των Ιωαννίνων υπέγραψαν, από ελληνικής πλευράς, ο Μεταξάς και ο Ξενοφών Στρατηγός.
Ο ρόλος του δεν περιορίστηκε στα πεδία των επιχειρήσεων.
Τον Δεκέμβριο του 1912 συνόδευσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Λονδίνο, όπου διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνη, ενώ τον Ιούνιο του 1913 συμμετείχε στις στρατιωτικές συνεννοήσεις με τη Σερβία, λίγο πριν από την έκρηξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.
Στον πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας υπηρέτησε και πάλι ως επιτελής. Όταν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τελείωσαν, η Ελλάδα είχε σχεδόν διπλασιάσει την έκταση και τον πληθυσμό της και ο Μεταξάς είχε αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία όχι μόνο στη διεξαγωγή επιχειρήσεων, αλλά και στον στρατιωτικό σχεδιασμό, στις διαπραγματεύσεις και στην προετοιμασία για έναν μελλοντικό πόλεμο.
Μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου ασχολήθηκε με σχέδια άμυνας των νέων ελληνικών εδαφών και τα επόμενα χρόνια συνέταξε σειρά στρατιωτικών υπομνημάτων για τις δυνατότητες και τους κινδύνους που αντιμετώπιζε η χώρα.
Ήταν μια περίοδος κατά την οποία ο Μεταξάς και ο Ελευθέριος Βενιζέλος μπορούσαν ακόμη να συνεργάζονται στενά.
Δεν θα διαρκούσε πολύ.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα τους έφερνε αντιμέτωπους σε ένα από τα βαθύτερα πολιτικά ρήγματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο Εθνικός Διχασμός και η έξοδος από τον Στρατό
Το 1914 η Ευρώπη οδηγήθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Και μαζί με τον πόλεμο άρχισε στην Ελλάδα μια σύγκρουση που δεν αφορούσε μόνο το αν η χώρα έπρεπε να πολεμήσει.
Αφορούσε με ποιον, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις.
Εκεί θα βρεθούν πλέον σε αντίθετες πλευρές δύο άνθρωποι που λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν συνεργαστεί στους Βαλκανικούς Πολέμους:
ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ιωάννης Μεταξάς.
Με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το καλοκαίρι του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά σε ένα από τα δυσκολότερα διλήμματα της νεότερης ιστορίας της.
Η χώρα θα παρέμενε ουδέτερη ή θα έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ;
Το ερώτημα αυτό έμελλε να φέρει σε σύγκρουση τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ και να οδηγήσει σταδιακά στον Εθνικό Διχασμό.
Ο Ιωάννης Μεταξάς βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης.
Η διαφωνία του με τον Βενιζέλο είχε αρχικά έντονα στρατιωτικό χαρακτήρα. Ως επιτελικός αξιωματικός εξέταζε τις επιχειρήσεις με βάση τις διαθέσιμες ελληνικές δυνάμεις, τη γεωγραφία, τις δυνατότητες ανεφοδιασμού και τον κίνδυνο ταυτόχρονης εμπλοκής της χώρας σε περισσότερα μέτωπα.
Ιδιαίτερα κρίσιμο υπήρξε το ζήτημα των Δαρδανελλίων.
Ο Μεταξάς είχε επεξεργαστεί ήδη από το 1914 σχέδιο αιφνιδιαστικής ελληνικής επιχείρησης στα Στενά. Όταν όμως, μήνες αργότερα, τέθηκε το ζήτημα συμμετοχής της Ελλάδας στην επιχείρηση που σχεδίαζαν πλέον οι δυνάμεις της Αντάντ, οι συνθήκες είχαν αλλάξει.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι ο αιφνιδιασμός είχε χαθεί, ότι η οχύρωση των Στενών είχε ενισχυθεί και ότι η συμμετοχή του Ελληνικού Στρατού εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους.
Στις 17 Φεβρουαρίου 1915, έπειτα από τη διαφωνία του με τον Βενιζέλο, ζήτησε να απομακρυνθεί από τη θέση του στο Επιτελείο.
Η μετέπειτα αποτυχία της συμμαχικής εκστρατείας της Καλλίπολης επιβεβαίωσε ότι η επιχείρηση εναντίον των οχυρωμένων Στενών είχε εξελιχθεί σε εξαιρετικά δύσκολη και αιματηρή αναμέτρηση. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι όλες οι εκτιμήσεις του Μεταξά για την πορεία του πολέμου επαληθεύθηκαν· οι στρατηγικές διαφωνίες του 1915 πρέπει να εξετάζονται μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες και πληροφορίες της εποχής.
Παράλληλα, ο Μεταξάς είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για την προοπτική μιας μεγάλης ελληνικής στρατιωτικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία.
Οι θέσεις αυτές αποτυπώθηκαν σε σειρά υπομνημάτων προς τον Βενιζέλο, στα οποία εξέταζε τις στρατιωτικές δυνατότητες της Ελλάδας και τους κινδύνους μιας εκστρατείας βαθιά στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Η σύγκρουση, όμως, δεν παρέμεινε μόνο στρατιωτική.
Καθώς ο Εθνικός Διχασμός βάθαινε, ο Μεταξάς συνδέθηκε όλο και περισσότερο με τη βασιλική παράταξη και τον Κωνσταντίνο. Η Ελλάδα οδηγήθηκε τελικά σε δύο αντίπαλα κέντρα εξουσίας, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, ενώ η επέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ στις ελληνικές εσωτερικές εξελίξεις γινόταν ολοένα εντονότερη.
Το 1917, μετά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου από τον θρόνο και την επιστροφή του Βενιζέλου στην εξουσία, ο Μεταξάς εξορίστηκε μαζί με άλλα στελέχη της αντιβενιζελικής παράταξης στην Κορσική.
Η στρατιωτική σταδιοδρομία που είχε αρχίσει στη Σχολή Ευελπίδων και είχε περάσει από τον πόλεμο του 1897, το Βερολίνο, το Γενικό Επιτελείο και τους Βαλκανικούς Πολέμους πλησίαζε πλέον στο τέλος της.
Ο Μεταξάς θα επέστρεφε στην Ελλάδα.
Όχι όμως για να συνεχίσει την πορεία του ως επαγγελματίας αξιωματικός.
Ο στρατιωτικός θα γινόταν πλέον πολιτικός.
Από τον στρατιωτικό στον πολιτικό
Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Μεταξάς παρέμεινε για ένα διάστημα εκτός Ελλάδας.
Η επιστροφή του έγινε δυνατή μετά την εκλογική ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 και την επάνοδο του Κωνσταντίνου στον θρόνο.
Όμως η Ελλάδα βρισκόταν ήδη σε πόλεμο στη Μικρά Ασία.
Και εδώ εμφανίζεται μία από τις ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της πορείας του Μεταξά.
Παρά τη στενή πολιτική του σχέση με τη βασιλική παράταξη, δεν εγκατέλειψε τις παλαιότερες επιφυλάξεις του για τη στρατιωτική επέκταση στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Τον Μάρτιο του 1921, σε συζητήσεις με τον Δημήτριο Γούναρη και τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, επανέλαβε τις αντιρρήσεις του για τη συνέχιση της εκστρατείας με τους όρους που αυτή διεξαγόταν. Τα σχετικά κείμενα και οι συνομιλίες έχουν διασωθεί στο αρχείο του.
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 έκλεισε μία ολόκληρη εποχή για την Ελλάδα.
Για τον Ιωάννη Μεταξά άνοιγε πλέον οριστικά ένας διαφορετικός δρόμος.
Τον Οκτώβριο του 1922 παρουσίασε το πολιτικό πρόγραμμα του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων, του οποίου ανέλαβε την ηγεσία. Από εκείνη τη στιγμή και για τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια θα επιχειρούσε να αποκτήσει μέσω της πολιτικής τη δυνατότητα να επηρεάσει τις εξελίξεις της χώρας.
Η προσπάθεια αυτή δεν υπήρξε εύκολη.
Το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων δεν κατόρθωσε να εξελιχθεί σε μία από τις μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της εποχής. Ο Μεταξάς συμμετείχε στις εκλογικές αναμετρήσεις, εξελέγη βουλευτής και ανέλαβε κατά περιόδους κυβερνητικά αξιώματα, χωρίς όμως να αποκτήσει την εκλογική δύναμη των μεγάλων βενιζελικών και αντιβενιζελικών σχηματισμών.
Τα χρόνια εκείνα ήταν εξαιρετικά ταραγμένα.
Η Ελλάδα πέρασε από στρατιωτικά κινήματα, πολιτειακές μεταβολές, κυβερνητικές κρίσεις, την κατάργηση της μοναρχίας το 1924 και την εγκαθίδρυση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας.
Ο Μεταξάς, μολονότι είχε ταυτιστεί κατά τον Εθνικό Διχασμό με τη βασιλική παράταξη, συνέχισε την πολιτική του δραστηριότητα μέσα στο νέο πολίτευμα.
Κατά τη διάρκεια της οικουμενικής κυβέρνησης του Αλέξανδρου Ζαΐμη, που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 1926, ανέλαβε το Υπουργείο Συγκοινωνίας. Ήταν μία από τις σημαντικότερες κυβερνητικές θέσεις που κατείχε πριν από το 1936.
Ωστόσο, η εκλογική επιρροή του κόμματός του παρέμενε περιορισμένη.
Η μεγάλη αλλαγή θα ερχόταν το 1935.
Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα του Μαρτίου και τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν, η μοναρχία αποκαταστάθηκε και ο Γεώργιος Β΄ επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1935.
Προκηρύχθηκαν νέες εκλογές για τις 26 Ιανουαρίου 1936.
Το αποτέλεσμα δημιούργησε πολιτικό αδιέξοδο. Οι δύο μεγάλες παρατάξεις εμφανίστηκαν σχεδόν ισοδύναμες και καμία δεν μπορούσε να σχηματίσει μόνη της σταθερή κυβέρνηση.
Οι Ελευθερόφρονες του Ιωάννη Μεταξά συγκέντρωσαν 50.137 ψήφους, ποσοστό 3,94% και επτά έδρες.
Εκλογικά, επομένως, ο Μεταξάς παρέμενε αρχηγός ενός μικρού κόμματος.
Οι πολιτικές εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων, όμως, θα τον έφερναν πολύ γρήγορα στο κέντρο της εξουσίας.
Τον Μάρτιο του 1936 ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ τον τοποθέτησε υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Δεμερτζή. Η επιλογή του είχε ιδιαίτερη σημασία: έπειτα από πολλά χρόνια πολιτικής δραστηριότητας, ο παλαιός επιτελικός αξιωματικός επέστρεφε πλέον θεσμικά στο αντικείμενο που γνώριζε καλύτερα — τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Και τότε συνέβη το απρόοπτο.
Το πρωί της 13ης Απριλίου 1936, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Δεμερτζής πέθανε αιφνιδίως.
Την ίδια ημέρα ο Γεώργιος Β΄ ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Ιωάννη Μεταξά.
Ο αρχηγός ενός κόμματος που λίγους μήνες νωρίτερα είχε συγκεντρώσει λιγότερο από το 4% των ψήφων ήταν πλέον:
Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Λίγες ημέρες αργότερα η κυβέρνησή του έλαβε ευρεία ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή — 240 ψήφους υπέρ.
Όμως το κοινοβουλευτικό αυτό στάδιο της πρωθυπουργίας του θα διαρκούσε μόλις λίγους μήνες.
4 Αυγούστου 1936
Στις 4 Αυγούστου 1936, μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής αστάθειας, κοινωνικών συγκρούσεων και ενόψει πανελλαδικής απεργίας που είχε προκηρυχθεί για την επομένη, ο Ιωάννης Μεταξάς, με τη σύμπραξη του βασιλιά Γεωργίου Β΄, ανέστειλε βασικά άρθρα του Συντάγματος και διέλυσε τη Βουλή, εγκαθιδρύοντας το καθεστώς που έμεινε γνωστό ως Καθεστώς της 4ης Αυγούστου.
Η Ελλάδα έπαψε να λειτουργεί ως κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν αυταρχικό και επέβαλε λογοκρισία, περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών και διώξεις πολιτικών αντιπάλων.
Παράλληλα, η τετραετία 1936–1940 περιλαμβάνει ένα ευρύ πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό έργο, η έκταση και η αποτίμηση του οποίου εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.
Η συνολική εξέταση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, όμως, ξεφεύγει από το αντικείμενο του παρόντος αφιερώματος.
Η Ελλάδα προετοιμάζεται για έναν πόλεμο που πλησιάζει
1939. Ο
πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ κατά τη διάρκεια των
μεγάλων στρατιωτικών γυμνασίων.
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος
Μεγαλοκονόμος – Ελληνικά Φωτογραφικά Νέα.
Πηγή: ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ, Φωτογραφικό
Αρχείο
Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε την πρωθυπουργία τον Απρίλιο του 1936, επέστρεψε ταυτόχρονα σε έναν χώρο που γνώριζε πολύ καλά από την προηγούμενη σταδιοδρομία του: την οργάνωση και την προετοιμασία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η Ελλάδα δεν ξεκινούσε από το μηδέν.
Σχέδια επιστράτευσης, μελέτες για την άμυνα της χώρας και οι πρώτες εργασίες για την οχύρωση των βόρειων συνόρων είχαν αρχίσει πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τον Μεταξά. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η πολεμική προπαρασκευή της περιόδου 1936–1940 δεν υπήρξε έργο ενός μόνο ανθρώπου.
Από το 1936, όμως, η προσπάθεια εντάθηκε.
«Την 1η Αυγούστου 1936, ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος ανέλαβε καθήκοντα Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού.»
Οι ρόλοι των δύο ανδρών ήταν διαφορετικοί.
Ο Μεταξάς βρισκόταν στην πολιτική ηγεσία της χώρας, καθόριζε τις γενικές κατευθύνσεις, ενέκρινε τις μεγάλες αμυντικές δαπάνες και παρακολουθούσε στενά την προετοιμασία.
Ο Παπάγος και το Γενικό Επιτελείο είχαν την ευθύνη της στρατιωτικής σχεδίασης, των σχεδίων επιστράτευσης, της οργάνωσης των μονάδων και της επιχειρησιακής προετοιμασίας.
Η συνεργασία αυτών των δύο επιπέδων θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Ο Ελληνικός Στρατός αντιμετώπιζε σοβαρές ελλείψεις σε σύγχρονο οπλισμό και πολεμικό υλικό. Η χώρα διέθετε περιορισμένους οικονομικούς πόρους και ήταν υποχρεωμένη να προμηθεύεται μεγάλο μέρος του στρατιωτικού υλικού της από το εξωτερικό.
Άρχισε έτσι μία εκτεταμένη προσπάθεια επανεξοπλισμού.
Πυροβόλα, πυρομαχικά, αντιαεροπορικά και αντιαρματικά μέσα, οχήματα, υλικά διαβιβάσεων και εφόδια αποτέλεσαν μέρος ενός προγράμματος που αποσκοπούσε να αυξήσει τις δυνατότητες του στρατού σε περίπτωση επιστράτευσης.
Παράλληλα επιχειρήθηκε η ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας με νέα αεροσκάφη και του Πολεμικού Ναυτικού με νέες μονάδες και μέσα.
Η προσπάθεια δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως.
Η επιδείνωση της διεθνούς κατάστασης και, ιδιαίτερα, η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939 δυσκόλεψαν δραματικά την προμήθεια οπλισμού. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες χρειάζονταν πλέον τα όπλα και τα αεροσκάφη που κατασκεύαζαν για τις δικές τους ένοπλες δυνάμεις.
Έτσι, αρκετές ελληνικές παραγγελίες καθυστέρησαν, περιορίστηκαν ή δεν παραδόθηκαν ποτέ.
Η πολεμική προπαρασκευή, όμως, δεν περιοριζόταν στους εξοπλισμούς.
Στη Μακεδονία και τη Θράκη κατασκευαζόταν ένα εκτεταμένο σύστημα μόνιμων οχυρώσεων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Τα έργα αυτά, που αργότερα θα γίνονταν γνωστά ως «Γραμμή Μεταξά», περιλάμβαναν υπόγειες στοές, πολυβολεία, πυροβολεία, παρατηρητήρια, καταφύγια και εγκαταστάσεις που μπορούσαν να επιτρέψουν στις φρουρές τους να συνεχίσουν τον αγώνα ακόμη και υπό ισχυρό βομβαρδισμό.
Ανάμεσά τους βρισκόταν και το ήδη ιστορικό Ρούπελ, το οποίο εντάχθηκε και ενισχύθηκε στο νέο αμυντικό σύστημα.
Ο αρχικός προσανατολισμός αυτών των οχυρώσεων δεν ήταν η αντιμετώπιση μιας γερμανικής εισβολής.
Ο βασικός κίνδυνος που απασχολούσε τον ελληνικό στρατιωτικό σχεδιασμό κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1930 ήταν η Βουλγαρία.
Η Ιστορία θα έφερνε τελικά μπροστά στα οχυρά έναν πολύ διαφορετικό αντίπαλο.
Τον Απρίλιο του 1941, οι γερμανικές δυνάμεις θα επιτίθεντο στη γραμμή των οχυρών. Σε αρκετά σημεία οι ελληνικές φρουρές θα συνέχιζαν να αντιστέκονται ακόμη και όταν η γερμανική προέλαση μέσω της Γιουγκοσλαβίας είχε ήδη παρακάμψει το αμυντικό σύστημα.
Ο Μεταξάς δεν θα ζούσε για να δει εκείνες τις μάχες.
Τα έργα, όμως, που είχαν κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του θα έδιναν τότε την πραγματική πολεμική τους δοκιμασία.
Η προετοιμασία συνεχιζόταν και σε έναν ακόμη κρίσιμο τομέα:
την επιστράτευση.
Τα σχέδια αναθεωρούνταν ώστε, σε περίπτωση πολέμου, ο στρατός της ειρηνικής περιόδου να μπορέσει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να μετατραπεί σε στρατό εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών.
Αυτό θα αποδεικνυόταν αποφασιστικό τον Οκτώβριο του 1940.
Όταν θα έφθανε το ιταλικό τελεσίγραφο, η Ελλάδα δεν θα είχε την πολυτέλεια να αρχίσει τότε να σχεδιάζει πώς θα πολεμήσει.
Τα σχέδια έπρεπε ήδη να υπάρχουν.
Μια δύσκολη ισορροπία στην εξωτερική πολιτική
Η στρατιωτική προετοιμασία αποτελούσε μόνο τη μία πλευρά της πολιτικής του Μεταξά.
Η άλλη ήταν να προσπαθήσει να εμποδίσει την Ελλάδα να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει αυτές τις δυνάμεις.
Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του επιδίωξε τη διατήρηση της χώρας έξω από τις συγκρούσεις που εξαπλώνονταν σταδιακά στην Ευρώπη.
Η θέση της Ελλάδας ήταν εξαιρετικά δύσκολη.
Η Μεγάλη Βρετανία αποτελούσε την κυρίαρχη ναυτική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και η ασφάλεια των ελληνικών θαλάσσιων επικοινωνιών ήταν στενά συνδεδεμένη με τη βρετανική παρουσία.
Από την άλλη πλευρά, η Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι ενίσχυε συνεχώς τη θέση της στη Μεσόγειο και ήδη κατείχε τα Δωδεκάνησα.
Ο Μεταξάς επιδίωξε να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις τόσο με τη Βρετανία όσο και με τις δυνάμεις του Άξονα, αποφεύγοντας δεσμεύσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν άμεσα την Ελλάδα στον πόλεμο.
Η πολιτική αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με τις ιδεολογικές επιρροές του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.
Άλλο ήταν η εσωτερική μορφή του καθεστώτος και άλλο οι γεωπολιτικές ανάγκες μιας μικρής χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για τον Μεταξά, το βασικό ζητούμενο παρέμενε η αποφυγή του πολέμου χωρίς παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας.
Για ένα διάστημα η ισορροπία αυτή φαινόταν δυνατόν να διατηρηθεί.
Την άνοιξη του 1939, όμως, συνέβη ένα γεγονός που άλλαξε ριζικά τα δεδομένα.
Στις 7 Απριλίου 1939, τα ιταλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Αλβανία.
Μέσα σε λίγες ημέρες η χώρα καταλήφθηκε.
Η Ιταλία δεν βρισκόταν πλέον μόνο απέναντι από την Ελλάδα, στην άλλη πλευρά της Αδριατικής και στα Δωδεκάνησα.
Βρισκόταν πλέον στα ελληνικά σύνορα.
Και από εκείνη τη στιγμή η προετοιμασία για έναν πιθανό πόλεμο απέκτησε έναν νέο, πολύ συγκεκριμένο αντίπαλο.
Από την Αλβανία του 1939 στον πόλεμο
Η κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία, τον Απρίλιο του 1939, άλλαξε ριζικά τη στρατηγική θέση της Ελλάδας.
Μέχρι τότε ο κύριος κίνδυνος που απασχολούσε τον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό βρισκόταν στα βόρεια σύνορα και συνδεόταν κυρίως με τη Βουλγαρία.
Τώρα ένας νέος και ισχυρότερος αντίπαλος είχε εγκατασταθεί ακριβώς δίπλα στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία.
Η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να αντιδράσει με γενική επιστράτευση, ώστε να μην οξύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Παράλληλα, όμως, ελήφθησαν στρατιωτικά μέτρα. Άδειες ανακλήθηκαν, δυνάμεις στην Ήπειρο ενισχύθηκαν και ο ελληνικός στόλος τέθηκε σε αυξημένη ετοιμότητα.
Ο Μεταξάς εξακολουθούσε να επιδιώκει την αποφυγή του πολέμου.
Η προσπάθεια αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939. Η Ελλάδα διακήρυξε την ουδετερότητά της και επιχείρησε να παραμείνει έξω από τη σύγκρουση.
Όμως η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο, στις 10 Ιουνίου 1940, έκανε την ισορροπία πολύ πιο δύσκολη.
Στην Αλβανία βρίσκονταν πλέον ισχυρές ιταλικές δυνάμεις. Στις 12 Ιουνίου ο Παπάγος ανέφερε στον Αμερικανό στρατιωτικό ακόλουθο ότι, σύμφωνα με τις ελληνικές πληροφορίες, οι ιταλικές δυνάμεις στην Αλβανία ανέρχονταν περίπου σε 100.000 άνδρες.
Παρά την αυξανόμενη απειλή, η ελληνική πολιτική παρέμενε η ίδια:
ουδετερότητα όσο αυτή ήταν δυνατή — αντίσταση εάν παραβιαζόταν η ελληνική κυριαρχία.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1940 η ιταλική πίεση αυξανόταν.
Ο ιταλικός Τύπος και το ραδιόφωνο άρχισαν να εξαπολύουν επιθέσεις εναντίον της Ελλάδας. Κατηγορίες, συνοριακά επεισόδια και προπαγανδιστικές προκλήσεις δημιουργούσαν ένα κλίμα που γινόταν ολοένα περισσότερο απειλητικό.
Στις 14 Αυγούστου 1940, μία ημέρα πριν από τον Δεκαπενταύγουστο, ο Μεταξάς διαμήνυε ότι, εάν η Ιταλία επιτιθόταν στην Ελλάδα, η απόφαση της κυβέρνησης να αντισταθεί ήταν σταθερή.
Την επομένη συνέβη το γεγονός που έδειξε πόσο κοντά είχε φτάσει πλέον ο κίνδυνος.
15 Αυγούστου 1940 – Η «Έλλη»
Το πρωί της 15ης Αυγούστου 1940, το εύδρομο «Έλλη» βρισκόταν αγκυροβολημένο έξω από την Τήνο για τον εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Λίγο πριν από τις 8.30 το πρωί, μία τορπίλη χτύπησε το ελληνικό πολεμικό πλοίο.
Η «Έλλη» βυθίστηκε.
Εννέα άνδρες του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους και περισσότεροι τραυματίστηκαν.
Η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη τυπικά σε ειρήνη.
Η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να κατονομάσει δημοσίως την Ιταλία ως υπεύθυνη για την επίθεση. Η επιλογή αυτή δεν οφειλόταν σε άγνοια της σοβαρότητας του γεγονότος, αλλά στην προσπάθεια να μη δοθεί εκείνη τη στιγμή αφορμή για άμεση πολεμική σύγκρουση.
Πίσω από τη δημόσια αυτοσυγκράτηση, όμως, η στρατιωτική προετοιμασία εντάθηκε.
Ήδη την επόμενη ημέρα, 16 Αυγούστου, η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα κατέγραφε την κλήση μεγάλης κλάσης εφέδρων, η οποία παρουσιάστηκε επισήμως ως συμμετοχή σε «φθινοπωρινά γυμνάσια».
Δεν επρόκειτο ακόμη για γενική επιστράτευση.
Αυτό είναι ένα σημείο που πρέπει να τονιστεί.
Η ελληνική ηγεσία προσπαθούσε να πετύχει δύο φαινομενικά αντίθετους στόχους:
να ενισχύσει τις δυνάμεις που θα δέχονταν το πρώτο πλήγμα, αλλά ταυτόχρονα να αποφύγει μια κίνηση που η Ιταλία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα για πόλεμο.
Τις εβδομάδες που ακολούθησαν ενισχύθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις απέναντι από την Αλβανία. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ακόμη και ξένες διπλωματικές αναφορές κατέγραφαν την ενίσχυση των ελληνικών στρατευμάτων στα σύνορα, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι γενική επιστράτευση δεν είχε πραγματοποιηθεί.
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική για όσα θα ακολουθήσουν.
Η Ελλάδα δεν είχε επιστρατεύσει ολόκληρο τον στρατό της.
Είχε όμως αρχίσει να φέρνει κρίσιμες μονάδες πολύ πιο κοντά στην πολεμική τους σύνθεση.
Η VIII Μεραρχία στην Ήπειρο, δυνάμεις στη Δυτική Μακεδονία και το Απόσπασμα Πίνδου βρίσκονταν σταδιακά σε αυξημένη ετοιμότητα.
Ο Μεταξάς εξακολουθούσε παράλληλα να αναζητεί διπλωματικό τρόπο για να αποφύγει τη σύγκρουση.
Όσο περνούσαν οι εβδομάδες, όμως, οι ιταλικές δυνάμεις στην Αλβανία παρέμεναν συγκεντρωμένες κοντά στα ελληνικά σύνορα. Στις 22 Αυγούστου ο Βρετανός στρατιωτικός ακόλουθος στην Αθήνα εκτιμούσε την ιταλική παρουσία στην Αλβανία περίπου στις 140.000, αριθμός που περιλάμβανε και εργατικό προσωπικό.
Η ειρήνη γινόταν ολοένα πιο εύθραυστη.
Και καθώς ο Σεπτέμβριος έδινε τη θέση του στον Οκτώβριο, το ερώτημα δεν ήταν πλέον μόνο αν η Ελλάδα μπορούσε να αποφύγει τον πόλεμο.
Ήταν αν, όταν αυτός ερχόταν, θα προλάβαινε να είναι έτοιμη.
Η πορεία προς την 28η Οκτωβρίου
Μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης», η ελληνική ηγεσία γνώριζε ότι ο κίνδυνος μιας ιταλικής επίθεσης είχε αυξηθεί δραματικά.
Το μεγάλο δίλημμα ήταν πότε και με ποιον τρόπο έπρεπε να κινητοποιηθεί ο Ελληνικός Στρατός.
Μια πρόωρη γενική επιστράτευση θα ενίσχυε ασφαλώς την άμυνα της χώρας.
Θα μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί από την Ιταλία ως πρόσχημα για την επίθεση που η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε ακόμη να αποφύγει.
Επιλέχθηκε έτσι μία ενδιάμεση λύση.
Από τον Αύγουστο του 1940 άρχισε μυστική μερική επιστράτευση.
Έφεδροι αξιωματικοί καλούνταν ατομικά, με το πρόσχημα της μετεκπαίδευσης, ενώ πραγματοποιούνταν και ατομικές προσκλήσεις οπλιτών.
Στόχος ήταν να ενισχυθούν πρώτα οι μονάδες που βρίσκονταν απέναντι από την Αλβανία, χωρίς η χώρα να εμφανίζεται ότι είχε προχωρήσει σε γενική πολεμική κινητοποίηση.
Το αποτέλεσμα ήταν σημαντικό.
Μέχρι την έναρξη του πολέμου η VIII Μεραρχία, που είχε την ευθύνη της Ηπείρου, η IX Μεραρχία και η IV Ταξιαρχία στη Δυτική Μακεδονία, καθώς και το Απόσπασμα Πίνδου, είχαν συμπληρωθεί σχεδόν στην πολεμική τους σύνθεση.
Πίσω από αυτή την προετοιμασία βρισκόταν ένα λεπτομερές σχέδιο επιστράτευσης που είχε συνταχθεί τον Σεπτέμβριο του 1939.
Το σχέδιο δεν αφορούσε μόνο την κλήση των εφέδρων.
Προέβλεπε επιτάξεις, μεταφορές, διασπορά μονάδων και ολόκληρο τον μηχανισμό με τον οποίο ο στρατός της ειρήνης θα μετατρεπόταν σταδιακά σε στρατό πολέμου.
Η επιλογή, επομένως, δεν ήταν ανάμεσα στην πλήρη αδράνεια και στη γενική επιστράτευση.
Η Ελλάδα είχε ήδη αρχίσει να επιστρατεύεται — αθόρυβα και επιλεκτικά.
Υπήρχε όμως ένα όριο το οποίο ο Μεταξάς δεν ήθελε ακόμη να περάσει.
Τη γενική επιστράτευση.
Δύο ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, μιλώντας στους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων, ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη γι' αυτή την επιλογή.
Εξήγησε ότι το Γενικό Επιτελείο είχε επανειλημμένα ζητήσει τη γενική επιστράτευση, αλλά εκείνος δεν την είχε διατάξει, επειδή φοβόταν ότι θα έδινε στην Ιταλία την αφορμή που αναζητούσε για να εμφανίσει την Ελλάδα ως υπεύθυνη για την πολεμική σύγκρουση.
Ήταν μία πολιτική απόφαση με στρατιωτικό κόστος.
Ο Μεταξάς το αναγνώριζε πλέον ο ίδιος: οι δυνάμεις που θα δέχονταν το πρώτο ιταλικό πλήγμα δεν ήταν οι δυνάμεις που θα μπορούσε να παρατάξει η Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση της γενικής επιστράτευσης.
Όμως οι κρίσιμες μονάδες των συνόρων είχαν ήδη ενισχυθεί.
Και περίμεναν.
Καθώς περνούσε ο Οκτώβριος, η ελληνική κυβέρνηση συνέχιζε επισήμως την πολιτική της ουδετερότητας.
Μέχρι τις τελευταίες ημέρες πριν από την επίθεση, η διπλωματική εικόνα δεν επέτρεπε στην Αθήνα να γνωρίζει με βεβαιότητα ούτε την ακριβή ημέρα ούτε την ώρα κατά την οποία θα εκδηλωνόταν η ιταλική ενέργεια.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η αβεβαιότητα τελείωσε.
28 Οκτωβρίου 1940 – «Alors, c'est la guerre»
Λίγο πριν από τις 3 τα ξημερώματα, ένα αυτοκίνητο της ιταλικής πρεσβείας σταμάτησε έξω από την κατοικία του Ιωάννη Μεταξά στην Κηφισιά.
Μέσα βρισκόταν ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι.
Ο Μεταξάς τον δέχθηκε στο σπίτι του.
Ο Γκράτσι του παρέδωσε το τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης.
Η Ιταλία κατηγορούσε την Ελλάδα ότι είχε εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και απαιτούσε να επιτραπεί στις ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις να καταλάβουν στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους.
Ποια ακριβώς σημεία;
Δεν προσδιορίζονταν.
Η προθεσμία έληγε στις 6 το πρωί.
Στην πράξη, η ελληνική κυβέρνηση καλούνταν μέσα σε περίπου τρεις ώρες να αποδεχθεί την είσοδο ξένου στρατού στη χώρα.
Ο Μεταξάς διάβασε το κείμενο.
Και απάντησε στον Γκράτσι στα γαλλικά:
«Alors, c'est la guerre.»
«Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο.»
Η φράση αυτή ήταν η πραγματική απάντηση του Μεταξά. Η λέξη «ΟΧΙ», με την οποία έμεινε η ημέρα στην εθνική μνήμη, συμπύκνωσε στη συνέχεια την απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου.
Δεν επρόκειτο πλέον για διπλωματική διαπραγμάτευση.
Η απόφαση είχε ληφθεί.
Η Ελλάδα θα αντιστεκόταν.
Λίγες ώρες αργότερα ο Μεταξάς απευθύνθηκε στον ελληνικό λαό.
Δεν θα παραθέσουμε εδώ ολόκληρο το διάγγελμά του. Το πλήρες κείμενο του τελεσιγράφου, τα διαγγέλματα και όλα τα γεγονότα εκείνων των δραματικών ωρών θα παρουσιαστούν στο ειδικό άρθρο του αφιερώματός μας:
«Η νύχτα του ΟΧΙ – Γκράτσι, Μεταξάς, τελεσίγραφο, Υπουργικό Συμβούλιο και διαγγέλματα».
Για τη βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά αρκεί εδώ μία φράση από το μήνυμα με το οποίο απευθύνθηκε στη χώρα:
«Νυν υπέρ πάντων ο αγών.»
Στις 5.30 το πρωί εκδόθηκε η διαταγή για την εφαρμογή του σχεδίου γενικής επιστράτευσης.
Ο μηχανισμός που είχε σχεδιαστεί και προετοιμαστεί τα προηγούμενα χρόνια άρχισε πλέον να λειτουργεί σε ολόκληρη τη χώρα.
Η αποτελεσματικότητά του αποδείχθηκε τις επόμενες ημέρες: σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της επιστράτευσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες κινητοποιήθηκαν και προωθήθηκαν προς τις παραμεθόριες περιοχές περίπου 300.000 άνδρες και 125.000 κτήνη.
Όμως ο πόλεμος δεν περίμενε να ολοκληρωθεί η επιστράτευση.
Στις 5.30 το πρωί, μισή ώρα πριν ακόμη εκπνεύσει η προθεσμία του ίδιου του ιταλικού τελεσιγράφου, οι ιταλικές δυνάμεις πέρασαν τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η επίθεση είχε αρχίσει.
Για τον Ιωάννη Μεταξά, η προσπάθεια τεσσάρων ετών να κρατήσει την Ελλάδα έξω από τον ευρωπαϊκό πόλεμο είχε τελειώσει.
Από εκείνη τη στιγμή είχε μπροστά του ένα διαφορετικό καθήκον:
να διοικήσει τη χώρα σε πόλεμο.
Ο Μεταξάς στον πόλεμο
Από τις πρώτες ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940, οι ρόλοι ήταν πλέον σαφείς.
Τη στρατιωτική διεύθυνση των επιχειρήσεων είχε ο Αλέξανδρος Παπάγος, ως Αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων.
Ο Ιωάννης Μεταξάς, ως πρωθυπουργός, είχε μπροστά του ένα διαφορετικό έργο: την πολιτική διεύθυνση της χώρας σε καιρό πολέμου, τις σχέσεις με τους συμμάχους και τις ουδέτερες χώρες, την αναζήτηση πολεμικού υλικού και τη διατήρηση της συνοχής του εσωτερικού μετώπου.
Οι πρώτες ημέρες ήταν κρίσιμες.
Οι ιταλικές δυνάμεις επιτέθηκαν στην Ήπειρο, στη Δυτική Μακεδονία και στην Πίνδο, ενώ η ιταλική αεροπορία βομβάρδιζε ελληνικούς στόχους.
Η ελληνική ηγεσία δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει πώς θα εξελισσόταν η αναμέτρηση.
Μόλις δύο ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940, ο Μεταξάς κάλεσε τους ιδιοκτήτες και τους αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων στο Γενικό Στρατηγείο, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία».
Εκεί μίλησε για όσα είχαν προηγηθεί του πολέμου, για την προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση και για την απόφαση της Ελλάδας να αντισταθεί.
Ολόκληρο το κείμενο της ιστορικής εκείνης ενημέρωσης μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
https://alexander-hellas.blogspot.com/2022/10/blog-post_444.html
Η ομιλία αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, επειδή έγινε την τρίτη ημέρα του πολέμου και όχι εκ των υστέρων, όταν πλέον ήταν γνωστή η έκβαση της ελληνοϊταλικής αναμέτρησης.
Ο Μεταξάς παραδέχθηκε ενώπιον των ανθρώπων του Τύπου ότι είχε αρνηθεί τις επανειλημμένες εισηγήσεις του Γενικού Επιτελείου για πρόωρη γενική επιστράτευση, φοβούμενος ότι μια τέτοια ενέργεια θα έδινε στην Ιταλία το πρόσχημα που αναζητούσε για να εμφανίσει την Ελλάδα ως υπεύθυνη για τη σύγκρουση.
Ταυτόχρονα εξήγησε πώς αντιλαμβανόταν πλέον τη θέση της Ελλάδας μέσα στον ευρωπαϊκό πόλεμο.
Η ουδετερότητα είχε τελειώσει.
Μετά την ιταλική επίθεση, η τύχη της Ελλάδας είχε συνδεθεί με εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας.
Και μέσα στην ίδια ομιλία χρησιμοποίησε μία από τις χαρακτηριστικότερες φράσεις του:
«Η Ελλάς δεν πολεμά δια την νίκην. Πολεμά δια την Δόξαν. Και δια την τιμήν της.»
Δεν γνώριζε ακόμη ότι μέσα στις επόμενες εβδομάδες η εξέλιξη στο μέτωπο θα ξεπερνούσε ακόμη και τις προσδοκίες της ελληνικής ηγεσίας.
Η ιταλική επίθεση αναχαιτίστηκε.
Στην Πίνδο και στην Ήπειρο οι ελληνικές δυνάμεις σταμάτησαν την προέλαση του αντιπάλου και στη συνέχεια πέρασαν στην αντεπίθεση.
Ο πόλεμος μεταφέρθηκε στο έδαφος της Αλβανίας.
Για τον Μεταξά, όμως, η επιτυχία στο μέτωπο δεν σήμαινε ότι είχε λυθεί το στρατηγικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Ο πόλεμος απαιτούσε συνεχώς όπλα, πυρομαχικά, αεροσκάφη, οχήματα και πρώτες ύλες που η ελληνική βιομηχανία δεν μπορούσε να εξασφαλίσει στις αναγκαίες ποσότητες.
Η κυβέρνηση στράφηκε προς τη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 8 Νοεμβρίου 1940, ο Μεταξάς και ο Γεώργιος Β΄ ζήτησαν μέσω του Αμερικανού πρεσβευτή να εξεταστεί επειγόντως η δυνατότητα προμήθειας 60 καταδιωκτικών αεροσκαφών από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Μεταξάς απηύθυνε ταυτόχρονα προσωπικό μήνυμα προς τον πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ, ζητώντας άμεση βοήθεια σε πυρομαχικά και πρώτες ύλες.
Η Ελλάδα είχε κατορθώσει να σταματήσει την ιταλική εισβολή.
Έπρεπε τώρα να αποκτήσει τα μέσα για να συνεχίσει τον πόλεμο.
Και καθώς οι ελληνικές δυνάμεις προχωρούσαν στην Αλβανία, ο Μεταξάς άρχισε να στρέφει όλο και περισσότερο την προσοχή του προς έναν άλλο κίνδυνο.
Τη Γερμανία.
Ο νέος κίνδυνος έρχεται από τον Βορρά
Αθήνα, Ιανουάριος 1941.
Συνεδρίαση του Αγγλοελληνικού Πολεμικού Συμβουλίου. Από αριστερά: ο Βρετανός
υποστράτηγος H. D. Gambier-Parry, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, ο βασιλιάς
Γεώργιος Β΄, ο αντιπτέραρχος της RAF John H. D’Albiac και ο αρχιστράτηγος
Αλέξανδρος Παπάγος.
Πηγή: Australian War Memorial,
αρ. 041438 / 128421 – Public Domain.
Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Ελληνικός Στρατός είχε ήδη σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στο αλβανικό μέτωπο.
Για τον Μεταξά, όμως, ο χρόνος είχε αρχίσει να αποκτά διαφορετική σημασία.
Η Ελλάδα έπρεπε να επιτύχει όσα περισσότερα μπορούσε εναντίον της Ιταλίας πριν αλλάξει η στρατηγική κατάσταση στα Βαλκάνια.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1940, ο Μεταξάς κάλεσε τον Αμερικανό πρεσβευτή Λίνκολν ΜακΒη και του μίλησε με εξαιρετική σαφήνεια.
Οι επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών, του είπε, εξελίσσονταν ικανοποιητικά.
Αλλά ο πόλεμος στην Αλβανία έπρεπε να τελειώσει μέσα στον χειμώνα.
Ο λόγος ήταν συγκεκριμένος:
ο Μεταξάς θεωρούσε ότι η Γερμανία θα επενέβαινε στην περιοχή την άνοιξη του 1941. Η αμερικανική διπλωματική αναφορά καταγράφει αυτή την εκτίμηση ρητά.
Από εκείνη τη στιγμή η ελληνική στρατηγική αντιμετώπιζε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα.
Η Ελλάδα μπορούσε να πολεμήσει την Ιταλία.
Τι θα συνέβαινε όμως εάν στον πόλεμο έμπαινε και η Γερμανία;
Το ερώτημα αυτό θα απασχολούσε τον Μεταξά σχεδόν μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του.
Η Μεγάλη Βρετανία ήταν ο φυσικός σύμμαχος από τον οποίο μπορούσε να αναμένει βοήθεια.
Αλλά και εδώ υπήρχε ένα δύσκολο δίλημμα.
Μια ισχυρή βρετανική στρατιωτική παρουσία θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά την ελληνική άμυνα.
Μια ανεπαρκής βρετανική δύναμη, αντίθετα, κινδύνευε να δώσει στη Γερμανία πρόσθετο πρόσχημα για επέμβαση χωρίς να διαθέτει την ισχύ που απαιτούνταν για να την αντιμετωπίσει.
Αυτό το πρόβλημα κυριάρχησε στις ελληνοβρετανικές συζητήσεις του Ιανουαρίου 1941.
Ο Μεταξάς δεν απέρριπτε τη βρετανική βοήθεια.
Ζητούσε όμως η στρατιωτική επέμβαση να είναι τέτοια ώστε να μπορεί πραγματικά να επηρεάσει την έκβαση μιας ενδεχόμενης γερμανικής επίθεσης.
Στις 18 Ιανουαρίου 1941, η θέση του ήταν πλέον σαφής: η Ελλάδα ήταν αποφασισμένη να πολεμήσει εάν δεχόταν γερμανική επίθεση, αλλά δεν ήθελε να επισπεύσει αυτή την επίθεση με την άφιξη μιας βρετανικής δύναμης που δεν θα ήταν αρκετή για την αποτελεσματική άμυνα της χώρας.
«Οι προπαρασκευές για την ενδεχόμενη αποστολή βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα μπορούσαν να αρχίσουν. Η πραγματική μεταφορά τους, όμως, θα έπρεπε να συνδεθεί με μια σαφή γερμανική κίνηση προς τη Βουλγαρία και τα ελληνικά σύνορα».
Ο Μεταξάς είχε πλέον μπροστά του τον πόλεμο που διεξαγόταν στην Αλβανία και ταυτόχρονα τον πόλεμο που φοβόταν ότι ερχόταν από τον Βορρά.
Δεν θα προλάβαινε να δει τη δεύτερη σύγκρουση.
Στα τέλη Ιανουαρίου 1941, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις εξακολουθούσαν να πολεμούν στην Αλβανία και η γερμανική απειλή γινόταν ολοένα περισσότερο ορατή, η υγεία του επιδεινώθηκε απότομα.
Ο Ιωάννης Μεταξάς πλησίαζε στο τέλος της ζωής του.
29 Ιανουαρίου 1941 – Ο θάνατος
Αθήνα, 31 Ιανουαρίου 1941.
Το φέρετρο του Ιωάννη Μεταξά κατά την κηδεία του, πριν από την πορεία προς το
Α΄ Νεκροταφείο. Η σορός είχε τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών.
Στα τέλη Ιανουαρίου του 1941 ο Ιωάννης Μεταξάς ασθένησε σοβαρά.
Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε και, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, τα ξημερώματα της 29ης Ιανουαρίου 1941, λίγο μετά τις έξι το πρωί, πέθανε στην κατοικία του στην Κηφισιά.
Ήταν 69 ετών.
Η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στην 94η ημέρα του πολέμου.
Ο Ελληνικός Στρατός πολεμούσε μέσα στον βαρύ χειμώνα στο αλβανικό μέτωπο, έχοντας αποκρούσει την ιταλική εισβολή και μεταφέρει τις επιχειρήσεις μέσα στην Αλβανία.
Την ίδια στιγμή, στα βόρεια, η γερμανική απειλή γινόταν ολοένα περισσότερο ορατή.
Ο Μεταξάς πέθανε, επομένως, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή.
Δεν πρόλαβε να δει τη μεγάλη ιταλική Εαρινή Επίθεση του Μαρτίου.
Δεν πρόλαβε να δει τη γερμανική εισβολή της 6ης Απριλίου 1941.
Ούτε τις μάχες στα οχυρά που έφεραν το όνομά του.
Μετά τον θάνατό του, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Αλέξανδρο Κορυζή.
Στο μέτωπο η είδηση μεταδόθηκε στους στρατιώτες. Στο ημερολόγιο του 1ου Συντάγματος Πεζικού καταγράφηκε την επομένη ότι η είδηση του θανάτου είχε μεταδοθεί αστραπιαία και είχε προκαλέσει κατήφεια στις τάξεις των ανδρών.
Ο πόλεμος, όμως, συνεχιζόταν.
Και μαζί του συνεχιζόταν η δοκιμασία μιας χώρας που, τρεις μήνες νωρίτερα, είχε κληθεί να αποφασίσει μέσα σε λίγες ώρες εάν θα δεχόταν τις ιταλικές απαιτήσεις ή θα πολεμούσε.
Ιωάννης Μεταξάς – Από το Επιτελείο στο ΟΧΙ
Η ζωή του Ιωάννη Μεταξά διέσχισε μερικές από τις πιο ταραγμένες δεκαετίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ξεκίνησε ως αξιωματικός του Μηχανικού.
Σπούδασε την τέχνη του πολέμου στη Γερμανία.
Υπηρέτησε στο Γενικό Επιτελείο.
Έζησε τους Βαλκανικούς Πολέμους και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων.
Συγκρούστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού.
Εξορίστηκε.
Επέστρεψε.
Άφησε τον επαγγελματικό στρατιωτικό βίο και πέρασε στην πολιτική.
Το 1936 έγινε πρωθυπουργός χωρίς το κόμμα του να αποτελεί μεγάλη εκλογική δύναμη και στις 4 Αυγούστου του ίδιου έτους εγκαθίδρυσε, με τη σύμπραξη του Γεωργίου Β΄, ένα αυταρχικό καθεστώς που κατάργησε την κανονική κοινοβουλευτική λειτουργία, επέβαλε λογοκρισία και περιόρισε τις πολιτικές ελευθερίες.
Η συνολική αποτίμηση εκείνης της περιόδου αποτελεί ένα ξεχωριστό και πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας.
Στο δικό μας αφιέρωμα το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα χρόνια που οδήγησαν την Ελλάδα στην 28η Οκτωβρίου 1940.
Η πολεμική προετοιμασία της χώρας δεν υπήρξε έργο ενός ανθρώπου.
Σχεδιασμοί είχαν αρχίσει πριν από το 1936.
Ο Αλέξανδρος Παπάγος και το Γενικό Επιτελείο είχαν την ευθύνη της στρατιωτικής και επιχειρησιακής προπαρασκευής.
Αξιωματικοί και διοικητές μετέτρεψαν τα σχέδια σε πραγματικές διατάξεις μάχης.
Χιλιάδες άνδρες εργάστηκαν στα οχυρωματικά έργα.
Και τελικά εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες κλήθηκαν να εφαρμόσουν στην πράξη όσα είχαν σχεδιαστεί στα χρόνια της ειρήνης.
Ο Μεταξάς είχε διαφορετική ευθύνη.
Ως πρωθυπουργός και πολιτικός προϊστάμενος της πολεμικής προπαρασκευής ενέκρινε και υποστήριξε την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, την κατασκευή των οχυρώσεων και τις μεγάλες αμυντικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε μέχρι την τελευταία στιγμή να κρατήσει την Ελλάδα έξω από τον πόλεμο.
Η πολιτική αυτή είχε όρια και κόστος.
Ο ίδιος αναγνώρισε μετά την έναρξη του πολέμου ότι είχε αρνηθεί την πρόωρη γενική επιστράτευση που ζητούσε το Γενικό Επιτελείο, επειδή δεν ήθελε να προσφέρει στην Ιταλία πρόσχημα για επίθεση.
Παράλληλα όμως είχε επιτραπεί η αθόρυβη ενίσχυση κρίσιμων μονάδων στα σύνορα.
Έτσι, όταν τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου ο Εμανουέλε Γκράτσι πέρασε την πόρτα του σπιτιού του στην Κηφισιά, η απόφαση που έπρεπε να λάβει ήταν πολιτική.
Αλλά πίσω από αυτήν υπήρχαν χρόνια στρατιωτικής προετοιμασίας.
Το τελεσίγραφο απορρίφθηκε.
Η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο.
Και ο Ελληνικός Στρατός, αντί να καταρρεύσει από την πρώτη ιταλική επίθεση, την ανέκοψε και πέρασε στην αντεπίθεση.
Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν έζησε για να δει το τέλος του πολέμου.
Πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941, ενώ οι Έλληνες στρατιώτες εξακολουθούσαν να πολεμούν στο αλβανικό μέτωπο και ενώ ο ίδιος είχε ήδη στραμμένο το βλέμμα προς τον νέο κίνδυνο που πλησίαζε από τον Βορρά.
Η Γερμανία θα επιτεθεί στην Ελλάδα 67 ημέρες αργότερα.
Και τότε, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, μέσα στις υπόγειες στοές και τα πολυβολεία των οχυρών που είχαν κατασκευαστεί τα προηγούμενα χρόνια, θα γραφόταν ο τελευταίος πολεμικός επίλογος μιας προετοιμασίας που είχε αρχίσει πριν από την 28η Οκτωβρίου.
Ο Μεταξάς δεν ήταν πλέον εκεί για να τον δει.
Το όνομά του, όμως, είχε ήδη συνδεθεί οριστικά με εκείνο το ξημέρωμα στην Κηφισιά:
28 Οκτωβρίου 1940.
ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ:Ο ΣΤΡΑΤΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ
ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διεύθυνση Ιστορίας
Στρατού.
Επίσημες εκδόσεις και ιστορικό υλικό για την οργάνωση και προπαρασκευή του
Ελληνικού Στρατού, την επιστράτευση και τις επιχειρήσεις του Ελληνοϊταλικού
Πολέμου 1940–1941.
• Γενικό Επιτελείο Στρατού – Εθνοφυλακή, «Η
Ιστορία της Επιστράτευσης».
Για τα ελληνικά σχέδια επιστράτευσης, τη μυστική μερική επιστράτευση πριν από
την 28η Οκτωβρίου 1940 και την κινητοποίηση του Ελληνικού Στρατού με την έναρξη
του πολέμου.
Η Ιστορία της Επιστράτευσης
• Αλέξανδρος Παπάγος, Ο Πόλεμος της Ελλάδος
1940–1941.
Για την ελληνική στρατιωτική προπαρασκευή, τα σχέδια επιχειρήσεων, την
επιστράτευση και τη διεξαγωγή του πολέμου. Ως έργο του τότε Αρχιστρατήγου
αποτελεί σημαντική πρωτογενή μαρτυρία, η οποία χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με
τις υπόλοιπες πηγές.
• Αρχείο Ιωάννη Μεταξά – Ημερολόγια, υπομνήματα
και κείμενα.
Πρωτογενές υλικό για τη στρατιωτική και πολιτική διαδρομή του Μεταξά, τις
στρατηγικές του εκτιμήσεις, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, την πολεμική
προπαρασκευή και τις τελευταίες προπολεμικές εβδομάδες.
**• U.S. Department of
State – Foreign Relations of the United States (FRUS), 1940.**
Αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα και αναφορές από
την Αθήνα για την ελληνική ουδετερότητα, την ιταλική στρατιωτική παρουσία στην
Αλβανία, την αυξανόμενη ένταση του καλοκαιριού του 1940, τον τορπιλισμό της
«Έλλης» και τις ελληνικές στρατιωτικές προετοιμασίες.
• Εμμανουέλε Γκράτσι, Η αρχή του τέλους – Η
επιχείρηση κατά της Ελλάδος.
Η μαρτυρία του Ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα για τις ελληνοϊταλικές σχέσεις και
ιδιαίτερα για τη νύχτα της 27ης προς 28η Οκτωβρίου 1940 και την παράδοση του
ιταλικού τελεσιγράφου.
• Ιωάννης Μεταξάς – Ενημέρωση προς τους
ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού Τύπου, 30 Οκτωβρίου 1940.
Πρωτογενής μαρτυρία του ίδιου του Μεταξά, μόλις δύο ημέρες μετά την έναρξη του
πολέμου, για την ελληνική εξωτερική πολιτική πριν από την ιταλική επίθεση, το
ζήτημα της επιστράτευσης και την απόφαση για αντίσταση. Το πλήρες κείμενο έχει
παρουσιαστεί και στο Alexander-Hellas.
• Καθημερινή – Ιστορικό Αρχείο / αφιερώματα στον
Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940–1941.
Ιστορικό και αρχειακό υλικό για την περίοδο που προηγήθηκε της 28ης Οκτωβρίου
και την εξέλιξη του πολέμου.
• ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ, Φωτογραφικό Αρχείο.
Φωτογραφικά τεκμήρια από τη στρατιωτική και πολιτική διαδρομή του Ιωάννη
Μεταξά, μεταξύ των οποίων η περίοδος των σπουδών του στο Βερολίνο και η
προπολεμική περίοδος 1936–1940.
• Μουσείο Μπενάκη – Φωτογραφικό Αρχείο.
Φωτογραφικά τεκμήρια από τη στρατιωτική σταδιοδρομία του Μεταξά και τους
Βαλκανικούς Πολέμους, μεταξύ των οποίων η συλλογή Ρωμαΐδη–Zeitz.
Alexander-Hellas


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου