Του Θεοδώρου Κουτρούκη
Επίκουρου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Αιγαίου
Καθώς
οδεύουμε προς τις εκλογές της 6ης Μαΐου ο ελληνικός λαός έχει
κατακλυστεί από ένα πολιτικό λόγο που υπερχειλίζει από μηρυκασμούς, στερεότυπα,
ηθικισμούς, και κενολογίες, που εν μέρει πρεσβεύει την ακυβερνησία της επόμενης
ημέρας.
Σε ένα κρεσέντο
λαϊκισμού και ανεύθυνης κενολογίας οι πολιτικοί ταγοί ενδύονται το χιτώνα του
δήθεν ασυμβίβαστου και επιχειρούν να προβάλλουν το μύθο της ασυμβατότητας της
ελληνικής πολιτικής σκηνής με τις συναινετικές πρακτικές και τις τεχνικές
συμβιβασμού που διαθέτουν τα συστήματα
διακυβέρνησης των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.
Είναι
αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης θεμελιώθηκε στη
συντριβή των μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων (ΕΚΝΔ/ΕΔΗΚ, ΚΚΕ εσ, ΕΔΑ, Συμμαχία),
ενώ η στρατηγική της αδιαλλαξίας αποδείχτηκε πάντοτε
ως η
ταχύτερη ατραπός των αντιπολιτευομένων κομμάτων προς την εξουσία και, επομένως,
δεν ευνοήθηκαν οι κυβερνήσεις συνεργασίας.


Η
«βουτιά» έως και άνω του 20% για τις τραπεζικές μετοχές, οι διψήφιες
ποσοστιαίες απώλειες της ΔΕΗ και οι ισχυρές πτωτικές πιέσεις που
δέχονται στον FTSE20, μεταξύ άλλων, οι τίτλοι των ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΕΛΠΕ,
υποχρεώνουν τον Γενικό Δείκτη σε πτώση έως και άνω του 8%,
«σπρώχνοντας»... ολοταχώς προς νέα χαμηλά έτους. 



























Η
τελευταία συνεδρίαση πριν την κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση κύλησε σε
χαμηλούς τόνους, με τον συναλλακτικό όγκο και τζίρο να εμφανίζονται
ελαφρώς ενισχυμένοι σε σχέση με τις αμέσως προηγούμενες συνεδριάσεις. 





Ο
Γενικός Δείκτης εναλλάσσει πρόσημο κάτω από τις 700 μονάδες και σε
στενό εύρος διακύμανσης, ενώ αντίστοιχη είναι η κίνηση και του
τραπεζικού δείκτη, από τη σύνθεση του οποίου ξεχωρίζουν ανοδικά οι
μετοχές των Eurobank και Alpha Bank. 
